«Οι Παίκτες» του Νικολάι Γκόγκολ: Μια άγρια σατιρική κωμωδία που απεικονίζει την παρακμή, τη διαφθορά και την απάτη που επικρατούσε στην Τσαρική Ρωσία στα μέσα του 19ου Αιώνα.

«Οι Παίκτες» της Διασκευής: Ο τόπος και ο χρόνος δράσης αλλάζει: Μεταφερόμαστε στο Σικάγο του 1930, την εποχή της «Ηθικότατης» Ποτοαπαγόρευσης.

«Οι Παίκτες» σήμερα: Στην εφιαλτικά αβέβαιη κοινωνία του σήμερα – στην Ελλάδα και στον κόσμο – το έργο αποκτά μιαν απίστευτη επικαιρότητα. Ο κλέψας του κλέψαντος, μια λέσχη αέναης απάτης, ένας συρφετός απατεώνων και απατεωνίσκων που συναγωνίζονται στο πώς θα εξαπατήσει ο ένας τον άλλον, σε ένα περιβάλλον εξαπλωμένης διαφθοράς, μέσα στο οποίο κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα. Και σε ένα περιβάλλον διεφθαρμένο, ποιος μπορεί να μείνει αδιάφθορος;

«Εγώ και τον πατέρα μου να είχα απέναντί μου στο τραπέζι, αν μπορούσα, θα τον έγδερνα ζωντανό. Αυτό είναι κύριε το παιχνίδι. Ο θάνατός σου η ζωή μου».

Αν δεν αντέχεις, μην παίζεις. Δηλαδή, αν δεν αντέχεις, μη ζεις. Πέθανε. Ένας αδυσώπητος αγώνας για κυριαρχία και πλουτισμό. Μια ανελέητη κοινωνία, όπου ο ανθρωπισμός καταντάει να είναι ένας ξεπερασμένος, παρωχημένος, ασύμφορος και ανόητος υπέρ-συναισθηματισμός.

Άνθρωποι που θα μπορούσαν να είναι ευαίσθητοι και αξιολάτρευτοι μετατρέπονται σε αδίστακτους, αδυσώπητους, απάνθρωπους απατεώνες, σε μια κοινωνία, όπου το μέτρο των πραγμάτων είναι μόνο το χρήμα.

Ανάμεσα στις αλλεπάλληλες απάτες του έργου, η παράστασή μας προσφέρει και μίαν ακόμα. Ενώ οι ρόλοι του έργου είναι αντρικοί, παίζονται όλοι από γυναίκες, γκάνγκστερς του Σικάγου. Μια ακόμα απάτη. Αυτή όμως η απάτη, προσφέρει μια ευκαιρία για μια σπαρταριστή παράσταση, με θέατρο μέσα στο θέατρο και την απάτη να ξεπερνά τα όριά της και να ανατρέπεται από τον ίδιο τον εαυτό της.

Στο τέλος… ένα αναπάντεχο τέλος.