Δεν χάσαμε επειδή μας άξιζε,
Αλλά επειδή καταφέραμε ν’αφουγκραστούμε
Τη σιωπή των καιρών μας.
Και μείναμε «όρθιοι και μόνοι μές στη φοβερή ερημιά του πλήθους»
Να κοιτάμε τα κατορθώματα της ιστορίας μας.
Μ.Αναγνωστάκης

Το νέο έργο της Πατρίσια Απέργη παρουσιάζεται στο 10ο Arc for Dance Festival στο Θέατρο Κιβωτός στις 31 Μαΐου & 1,2,3 Ιουνίου.

Η Πατρίσια Απέργη εξερευνά τα τσιμεντένια όρια της πόλης

Το έργο της Πολήττες ερευνά, όπως και τα προηγούμενα, τη διαμόρφωση του ιστορικού υποκειμένου μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές διεργασίες. Παρότι διαμορφώνεται από την εμπειρία της Ελλάδας, χώρας καταγωγής της χορογράφου, το έργο αναπτύσσεται με αναφορά κάθε κοινωνία σε συνθήκη και χρόνο κρίσης. Όπως σημειώνει η ίδια:

Πώς είναι να είσαι πολίτης μιας χώρας που χάνει;
Τι είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπίσεις: το θυμό ,το φόβο ή την ήττα;
Τι έχει μεγαλύτερη αξία: η μάχη ή το αποτέλεσμα;
Μπορείς να γίνεις ήρωας μέσα από μια αποτυχία;
Σήμερα για ποιους πολίτες θα ψάλλουμε κλέα ανδρών;

Για την ανάπτυξη της κίνησης η Απέργη και οι συνεργάτες της μελέτησαν την έννοια και τους τρόπους του θρήνου στον χορό της αρχαίας τραγωδίας, προσπαθώντας να μεταφέρουν τη θρηνητική χορευτική παράσταση/κατάσταση/αναπαράσταση σε σύγχρονα πλέγματα πολιτών που βρίσκονται ενώπιον της ήττας και του φόβου. Η ομαδική αυτή συνθήκη του θρήνου είναι μια ριζοσπαστική αντιμετώπιση του ίδιου του φαινομένου της απώλειας. Όπως ισχυρίζεται η παράσταση, καταλαμβάνοντας τον χώρο της απώλειας κατακτούμε την τέχνη της παρηγοριάς, και σε συλλογικό επίπεδο αναγνωρίζουμε τη σοφία της από κοινού ανάκαμψης και αλλαγής.

ΠολΗΤΤες

Αντλώντας εξίσου τα υλικά του από νεότερους ιστορικούς και λογοτέχνες (EdouardSaid, ΔημήτρηςΔημητριάδης, EdouardGlissant, Κωστής Καρπόζηλος κ.ά),το έργο Πολήττες εμφανίζεται με έναν τίτλο-λογοπαίγνιο προκειμένου να επισημάνει τις κοσμογονικές αλλαγές της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, την καταστρατήγηση της έννοιας και των δικαιωμάτων του πολίτη κάτω από την προσφυγική κρίση και τις συντηρητικές πολιτικές που καταπιέζουν κάθε είδους μειονότητες.

Η κληρονομιά των ελληνικών μύθων και του δράματος επεκτείνεται μέσα από την αντίληψη μιας ποιητικής πολιτικής η οποία αναγνωρίζει τις ανάγκες των αναδυόμενων κοινωνιών, όπου κοιτάξεις μετατοπίζονται, οι έμφυλες ταυτότητες επαναπροσδιορίζονται και οι ατομικότητες, μέσα από την ψυχολογική και σωματική καταπόνηση, αμβλύνονται.

Σε αυτές τις αταυτοποίητες ακόμη κοινωνίες, οι σύγχρονοι πολίτες του κόσμου, ακούν τους τελευταίους ήχους του γνώριμου και μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τη γονιμοποιητική, οργανική παρουσία του χάους. Στέκονται μπροστά στην αδήριτη ανάγκη να επινοήσουν νέους ήχους,νέες εικόνες και άλλες γλώσσες για να περιγράψουν την πραγματικότητα που έρχεται.