Ζητείται άνθρωπος να μας διαθέσει το χρόνο του. Χρόνο συμπυκνωμένο, ουσιαστικό, γεμάτο στιγμές. Χρόνο συνεχόμενο που καλπάζει ασταμάτητα προς τα μπρος. Χρόνο που πάγωσε γεμίζοντας το χώρο έντονη δυσφορία ή απύθμενη συγκίνηση. Χρόνο που έφυγε, σπαταλήθηκε και δε θα ξανάρθει. Χρόνο ελεύθερο, ξέγνοιαστο, δίπλα σε κάποια παραλία. Χρόνο ασφυκτικό κάτω από το βάρος αυστηρών προθεσμιών. Χρόνο γραμμικό, χρόνο κυκλικό, έσχατο χρόνο. Χρόνο που γεννά και χρόνο που γεννιέται. Ζητείται άνθρωπος να μας διαθέσει αυτό το τόσο σχετικό αλλά και τόσο συγκεκριμένο που είναι η ίδια του η ύπαρξη.

Ένας πρώην ιδεολόγος, μια πρώην αθλήτρια του στίβου, μια πρώην φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, ένας πρώην στατιστικός αναλυτής και μια πρώην μποέμ, σε αναζήτηση του μέλλοντα εαυτού τους, αποφασίζουν να απαντήσουν σε μία αγγελία εύρεσης εργασίας. Μια αγγελία που μπορεί να περιλαμβάνει όλα, κάποια ή κανένα από τα παραπάνω στοιχεία, αλλά που όμως προσφέρει μια μοναδική θέση με αμοιβή σκανδαλωδώς ικανοποιητική. Τα «χρόνια» που θα μοιραστούν οι 5 υποψήφιοι στην αίθουσα αναμονής για την επικείμενη συνέντευξη θα είναι καθοριστικά.

Η ομάδα «Γιαξεμπόρε», μετά την παράσταση «Πέρασε ένας χρόνος», επιστρέφει με τη νέα της δουλειά «Ρωγμές» ή αλληλουχικά στάδια συστημικού εντροπισμού. Ακολουθώντας το γνώριμο πια τρόπο της προσωπικής έρευνας και των συνεντεύξεων, η ομάδα δημιουργεί ένα κείμενο και μια παράσταση (devised theatre) που έρχονται αντιμέτωπα με την έννοια του χρόνου, τόσο του προσωπικού/υποκειμενικού όσο και του συλλογικού/αντικειμενικού. Σε μια κοινωνία που ο χρόνος λογίζεται κυρίως ως χρήμα και που ποτέ δεν είναι αρκετός, οι ήρωες βιώνουν στιγμές-ρωγμές που τους οδηγούν να αναρωτηθούν τι, τελικά, έχει πραγματικά αξία.

Η παράσταση πραγματοποιείται στα παλιά γραφεία του Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου, στον 7ο όροφο του κτηρίου της Συγγρού 143, τα οποία σήμερα χρησιμοποιούνται ως αποθηκευτικός χώρο.

Λίγα λόγια για την ομάδα Γιαξεμπόρε:

Γιαξεμπόρε: Η φράση αυτή, ήταν ένας χαιρετισμός-παραφθορά του «Γεια σου αμόρε» που φώναζαν οι Ιταλοί θεατρίνοι και τραγουδιστές – πρώτοι δάσκαλοι του βαριετέ στην Ελλάδα – προς τους θαμώνες των καφέ-σαντάν. Με αυτοσχέδιους στίχους και σχεδόν πάντα την ίδια μουσική, το «Γιαξεμπόρε» πέρασε στα ελληνικά μπουλούκια ως κάλεσμα, δηλαδή ως επιθεωρησιακός πρόλογος για την προσέλκυση θεατών πριν από κάθε παράσταση.

Μπουλούκι: Από το τούρκικο bölük που σημαίνει στρατιωτικό τμήμα, άγημα – όχι απαραίτητα ατάκτων. Η λέξη έχει ενσωματωθεί στα Ελληνικά προ αιώνων και έχει προσλάβει πολλές σημασίες. Μια από αυτές είναι «περιοδεύων θεατρικός θίασος, που παίζει από κλασικό ρεπερτόριο έως βαριετέ και τσίρκο».