Μπορεί μία ταινία να αλλάξει τον κόσμο; Ο Τζιανφράνκο Ρόζι που κατέκτησε τη Χρυσή Άρκτο του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου έρχεται στην Αθήνα. Το ντοκιμαντέρ «Φωτιά στη Θάλασσα» (Fuocoammare) του Ιταλού σκηνοθέτη καταπιάνεται με την προσφυγική κρίση την ώρα που συμβαίνει, σε ένα φιλμ που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο.

Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, η StraDa Films και το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, παρουσιάζουν την πρεμιέρα του βραβευμένου με Χρυσή Άρκτο ντοκιμαντέρ Φωτιά στη Θάλασσα, στις 5 Απριλίου 2016, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης. Το ντοκιμαντέρ, που απέσπασε επίσης το Οικουμενικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής και το Κινηματογραφικό Βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας, έκανε ακόμα και τον Ιταλό πρωθυπουργό να δηλώσει ότι το Fuocoammare μπορεί να μεταστρέψει τη συζήτηση για το προσφυγικό. Η πρεμιέρα θα γίνει παρουσία του σκηνοθέτη, Τζιανφράνκο Ρόζι που θα παρουσιάσει την ταινία του.

Ενώ η αρχική ιδέα του Ιταλού δημιουργού, όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά το νησί Λαμπεντούζα, ήταν να γυρίσει μια μικρού μήκους ταινία, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συμπτύξει έναν τόσο πολύπλευρο κόσμο σε λίγα μόνο λεπτά. «Σε ό,τι με αφορά, και για καιρό, η Λαμπεντούζα δεν ήταν παρά ένας θόρυβος φωνών και εικόνων, παραγόμενος από τηλεοπτικά σποτ, και τίτλοι που σοκάρουν σχετικά με θανάτους, καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, εισβολών και λαϊκιστικών εξεγέρσεων. Ωστόσο, όταν πήγα στο νησί, ανακάλυψα ότι η αλήθεια βρίσκεται αρκετά μακριά από αυτό που αναπαράγουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι πολιτικοί και συνειδητοποίησα ότι θα ήταν αδύνατο να συμπτύξω ένα σύμπαν τόσο σύνθετο, όσο αυτό της Λαμπεντούζα, σε λίγα μόνο λεπτά. Η κατανόησή του απαιτούσε πλήρη και παρατεταμένη απορρόφηση. Δεν θα ήταν εύκολο. Ήξερα ότι θα έπρεπε να βρω έναν τρόπο να εισχωρήσω» αναφέρει στο σκηνοθετικό σημείωμά του ο Τζιανφράνκο Ρόζι. Για τις ανάγκες της ταινίας, μετακομίζει και περνάει περίπου ένα χρόνο στο νησί, όπου εστιάζει στους μόνιμους κατοίκους και την καθημερινότητά τους, ενόσω εκατοντάδες άνθρωποι προσπαθούν να φτάσουν εκεί. «Ζώντας εκεί, συνειδητοποίησα ότι ο όρος “έκτακτη ανάγκη” είναι ανούσιος. Κάθε μέρα είναι μια έκτακτη ανάγκη. Κάθε μέρα κάτι συμβαίνει».

Παραλαμβάνοντας το βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, από την πρόεδρο της κριτική επιτροπής, Μέριλ Στριπ, ο Τζιανφράνκο Ρόζι το αφιέρωσε στους κατοίκους της Λαμπεντούζα και δήλωσε πως στο βάθος της σκέψης του βρίσκονται όλοι εκείνοι που δεν έφτασαν ποτέ στο νησί.

«Ήσυχος και χωρίς “πυροτεχνήματα” κινηματογράφος, ο οποίος αναμφισβήτητα αποτελεί μια ισχυρή γροθιά» γράφει ο Andrew Pulver στην εφημερίδα Guardian. Το ντοκιμαντέρ βασίζεται στην ιστορία του 12χρονου Σαμουέλε, που ζει σε ένα νησί στη μέση της θάλασσας. Πηγαίνει στο σχολείο, του αρέσει να ρίχνει με τη σφεντόνα του και να κυνηγά. Προτιμά να παίζει στη γη, παρότι τα πάντα γύρω του αναφέρονται στη θάλασσα και στους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά που επιχειρούν να τη διασχίσουν, για να φτάσουν στο νησί του. Αλλά το τελευταίο δεν είναι ένα οποιοδήποτε νησί· το όνομά του είναι Λαμπεντούζα και αποτελεί το πιο συμβολικό σύνορο της Ευρώπης, το οποίο διασχίζουν χιλιάδες άνθρωποι τα τελευταία είκοσι χρόνια, σε αναζήτηση ελευθερίας.