Τρεις αιώνες. Τρεις χώρες σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Τρεις συνθέτες που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην παγκόσμια λόγια μουσική σκηνή. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών μπαίνει δυναμικά στο 2021 παρουσιάζοντας «Από ασυνήθιστα έως Ανεκτίμητα έργα», στο πλαίσιο του νέου κύκλου Σολίστ της Κ.Ο.Α., που θα διαρκέσει μέχρι τον Ιούνιο.

Σε αυτή την πρώτη συναυλία, δύο διακεκριμένοι μουσικοί της αναλαμβάνουν ρόλο σολίστα. Μια βραδιά που ανοίγει με το «Κοντσερτίνο για φλάουτο» της Σεσίλ Σαμινάντ, συνθέτριας που κατάφερε να ξεχωρίσει κατά τον ανδροκρατούμενο 19ο αιώνα. Με τις υψηλές δεξιοτεχνικές απαιτήσεις του αισθαντικού Κοντσερτίνο (στην πρώτη του εκτέλεση από την Ορχήστρα) αναμετριέται ο καταξιωμένος φλαουτίστας, Μιχάλης Ραμός.

Ακολουθεί το οπερατικής λογικής, «Τρίτο Κοντσέρτο για βιολί» του Μότσαρτ. Έργο κομβικό στο ρεπερτόριο του Οργάνου που σπάει τις συμβάσεις της εποχής, αφήνοντας να διαφανεί η σπάνια ικανότητά του να δημιουργεί μουσική γεμάτη ζωή και χάρη. Σολίστ, ο κορυφαίος βιολονίστας στα Β’ Βιολιά της Ορχήστρας, Απόλλωνας Γραμματικόπουλος.

Η συναυλία ολοκληρώνεται με τη «Σουίτα για τον Άμλετ» του Σοστακόβιτς. Μία πρώιμη δημιουργία, μέσα από την οποία εκφράζει την άποψή του για τη σκηνική μουσική, υπογραμμίζοντας τη δραματικότητα της σαιξπηρικής γραφής παρά τα άφθονα γκροτέσκα στοιχεία. Στο πόντιουμ, ο ραγδαία ανερχόμενος Ρωμανός Παπάζογλου.

Σύμφωνα με τον μαέστρο: «Το συγκεκριμένο πρόγραμμα δημιουργεί προκλήσεις στην ερμηνεία του, ως προς τη στιλιστική διαφοροποίηση, καθώς θα παρουσιαστούν τρεις συνθέσεις από τρεις διαφορετικές εποχές και χώρες. Κάθε μορφή τέχνης και ιδιαίτερα η κλασική μουσική προσφέρει στο άτομο διέξοδο από τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της καθημερινότητας, που αντιμετωπίζει σε στιγμές κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε. Παράλληλα, η επαφή με σπουδαία έργα τέχνης μας υπενθυμίζει πως δεν είμαστε μόνοι μας στα όποια προβλήματα μπορεί ο καθένας να βιώνει.»

ΣΕΣΙΛ ΣΑΜΙΝΑΝΤ (1857 – 1944)
Κοντσερτίνο για φλάουτο και ορχήστρα σε ρε μείζονα, έργο 107

Η Γαλλίδα Σεσίλ Σαμινάντ ήταν μία από τις λίγες γυναίκες στην εποχή της που μπόρεσε να αναγνωριστεί ως άξια συνθέτρια στο τότε ανδροκρατούμενο μουσικό στερέωμα. Ο κύριος όγκος του εκτεταμένου συνθετικού της έργου αποτελείται από κομμάτια για πιάνο και τραγούδια (mélodies). Η μουσική της, κατεξοχήν λυρική, χαριτωμένη και φινετσάτη (ακολουθώντας το πρότυπο της ρομαντικής γαλλικής «μουσικής σαλονιού»), υπήρξε αξιοσημείωτα δημοφιλής κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου , ιδίως στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Ωστόσο, στην πορεία του 20ου αιώνα το έργο της, ταυτισμένο με μία παρωχημένη αισθητική, περιήλθε σε αφάνεια, εξαιρουμένου του Κοντσερτίνου για φλάουτο, που κατέχει σταθερή θέση στο ρεπερτόριο των φλαουτιστών. Ο μύθος θέλει το έργο να γράφεται από τη Σαμινάντ για έναν εραστή της φλαουτίστα, ο οποίος παντρεύτηκε τελικά μία άλλη γυναίκα· οι μεγάλες τεχνικές δυσκολίες του έργου ήταν μία πράξη «εκδίκησής» της για τη χαμένη της αγάπη. Βεβαίως, η πεζή αλήθεια είναι ότι το έργο γράφτηκε το 1902 για τις ανάγκες του ετήσιου διαγωνισμού φλάουτου στο Κονσερβατόριο του Παρισιού ως έργο υποχρεωτικό για τους διαγωνιζόμενους σπουδαστές. Το έργο αφιερώθηκε στον μεγάλο Γάλλο φλαουτίστα και καθηγητή του Κονσερβατόριου, Πωλ Ταφανέλ. Η μουσική ανοίγει με μία αισθαντική μελωδία που ανατίθεται στο φλάουτο, ενώ ακολουθεί μία ενότητα πιο γρήγορη, υψηλών δεξιοτεχνικών απαιτήσεων. Η σύντομη σολιστική καντέντσα ακολουθείται από μία επανεμφάνιση της αρχικής μελωδίας, που οδηγεί στη γεμάτη λάμψη και ενέργεια καταληκτική ενότητα (coda).

ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ ΜΟΤΣΑΡΤ (1756 – 1791)
Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ.3 σε σολ μείζονα, Κ.216

Allegro
Adagio
Rondeau: Allegro – Andante – Allegretto – Tempo I

Και τα πέντε κοντσέρτα για βιολί του Μότσαρτ είναι έργα της εποχής που εργάστηκε στην Αυλή του Αρχιεπισκόπου· πιο συγκεκριμένα, γράφτηκαν το 1775, πλην του πρώτου που είναι ελαφρώς παλαιότερο. Το Τρίτο Κοντσέρτο ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1775 αλλά δεν είναι γνωστό ούτε πότε δόθηκε η πρώτη του εκτέλεση ούτε αν σολίστ ήταν ο ίδιος ο Μότσαρτ ή ο βιρτουόζος Ιταλός βιολιστής (επίσης στην υπηρεσία του Αρχιεπισκόπου) Αντόνιο Μπρουνέτι. Πάντως, παρά τη χρονική εγγύτητα των κοντσέρτων, τα τρία τελευταία είναι εντυπωσιακά ωριμότερα, γεγονός ενδεικτικό της ασυνήθιστα ταχείας εξέλιξης του δημιουργού τους. Δικαιολογημένα λοιπόν, το Τρίτο Κοντσέρτο μαζί με τα δύο επόμενα, είναι από τα πρώιμα έργα του Μότσαρτ που διατηρούν ως σήμερα σταθερή θέση στο συναυλιακό ρεπερτόριο.

Το ρυθμικά ενεργητικό πρώτο μέρος εξελίσσεται στο δομικό πλαίσιο της σονάτας-κοντσέρτου. Τα δύο κύρια θέματα του μέρους χαρακτηρίζονται από λυρισμό και τυπική μοτσάρτεια χάρη, ενώ σολίστ και ορχήστρα συνδιαλέγονται με λεπτότητα. Στο δεύτερο μέρος τα όμποε, που στο πρώτο μέρος έχουν αρκετά προβεβλημένο ρόλο, σιγούν και τη θέση τους παίρνουν τα φλάουτα. Τα έγχορδα της ορχήστρας (τα βιολιά και οι βιόλες με σορντίνα και τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα παίζοντας πιτσικάτο) συνοδεύουν την αιθέρια -οπερετικών καταβολών- μελωδία του σόλο βιολιού δημιουργώντας μία σαγηνευτική ατμόσφαιρα «νυχτερινού». Το φινάλε είναι ένα ροντό, εύθυμο και από πολλές απόψεις παιγνιώδες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο κεντρικά, διαδοχικά επεισόδια: στο πρώτο εξ αυτών (Andante) το σόλο βιολί ξετυλίγει μία μελαγχολική μελωδία σε σολ ελάσσονα υπό τη διακριτική συνοδεία των εγχόρδων με πιτσικάτο, ενώ στο δεύτερο (Allegretto) η βασική τονικότητα της σολ μείζονας επιστρέφει με πανηγυρικούς τόνους. Αντί της αναμενόμενης, λαμπερής κατάληξης του έργου, ο Μότσαρτ προτιμά ένα χαμηλόφωνο κλείσιμο, στο οποίο όμποε και κόρνα έχουν τον τελευταίο λόγο.

ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ (1906 – 1975)
Άμλετ, σουίτα από τη σκηνική μουσική, έργο 32α

Εισαγωγή και νυχτερινή σκοπιά (Allegro non troppo – Moderato. Poco Allegretto)
Πένθιμο εμβατήριο (Adagio)
Φανφάρα και μουσική χορού (Allegro)
Το κυνήγι (Allegro)
Η Παντομίμα των ηθοποιών (Presto)
Πομπή (Moderato)
Μουσική παντομίμα (Allegro)
Συμπόσιο (Allegro)
Τραγούδι της Οφηλίας (Allegro)
Νανούρισμα (Andantino)
Ρέκβιεμ (Adagio)
Μονομαχία (Allegro)
Εμβατήριο του Φορτεμπράς (Allegretto)

Ο Νικολάι Ακίμοφ, εκ των πιο προβεβλημένων εκπροσώπων του σοβιετικού θεατρικού μοντερνισμού, έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με μία παραγωγή του Άμλετ, που ανέβηκε στις 19 Μαΐου 1932 στο Θέατρο Βαχτάνγκοφ της Μόσχας. Η παράσταση, παρά τον μάλλον σύντομο βίο της, αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία των σαιξπηρικών ανεβασμάτων τόσο στη Ρωσία αλλά και διεθνώς. Ο Ακίμοφ, αποστασιοποιούμενος συνειδητά και ριζικά από τη θεατρική παράδοση, δημιούργησε μία από κάθε άποψη εικονοκλαστική παράσταση, που έτεινε ξεκάθαρα προς τη σάτιρα παρά προς την τραγωδία. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές από τις καινοτόμες επιλογές του: ο Άμλετ παρουσιαζόταν σαν ένας παχουλός και κεφάτος νέος με χιούμορ, ο Οράτιος ενσάρκωνε τον αποτυχημένο λόγιο και παρουσιαζόταν ως καρικατούρα του Έρασμου, ενώ η Οφηλία φάνταζε ως «μοιραία γυναίκα» εξαιρετικής ομορφιάς που απολάμβανε τις ηδονές της ζωής. Το «σαιξπήρ-αμα» του Ακίμοφ (αυτός ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει την παράσταση λίγο αργότερα) δεν έγινε αποδεκτό με θέρμη, αντιθέτως απογοήτευσε το κοινό και στηλιτεύθηκε συλλήβδην από την κριτική ως παρωδία του αριστουργήματος του Σαίξπηρ.

Παρά τη γενική κατακραυγή, η μουσική για την παράσταση, που υπέγραφε ο εικοσιεξάχρονος τότε συνθέτης Ντμίτρι Σοστακόβιτς, υμνήθηκε ως εξαίσια. Πράγματι, η μουσική του για τον Άμλετ αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα της σκηνικής ή κινηματογραφικής του μουσικής συνολικά. Η επιτυχία της οδήγησε στην απόφαση του συνθέτη να σχηματοποιήσει εντός του 1932 μία συμφωνική σουίτα αξιοποιώντας μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά τμήματα της. Η σύνθεση της μουσικής έγινε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, από τον Δεκέμβριο του 1931 ως την άνοιξη του 1932. Παραδόξως, μόλις λίγο καιρό πριν, ο ίδιος ο Σοστακόβιτς αρθρογραφούσε στρεφόμενος κατά της σκηνικής μουσικής που γραφόταν στη χώρα του κατηγορώντας την ως μη ποιοτική, τυφλά υποταγμένη στις όποιες σκηνοθετικές απαιτήσεις και «καταστροφική» για το επίπεδο της μουσικής στη Σοβιετική Ένωση. Δεν δίστασε μάλιστα να αποκηρύξει ακόμα και τα δικά του σκηνικά έργα και να δεσμευτεί για την αταλάντευτη προσήλωσή του στη συμφωνική μουσική.

Ωστόσο, η μουσική του για τον Άμλετ αποτελεί μία πρώτης τάξεως απάντηση στα ίδια του τα επιχειρήματα, μία τρανή απόδειξη του πόσο αξιόλογη μπορούσε να είναι μία μουσική γραμμένη για το θέατρο. Η παρτιτούρα του Άμλετ, παρά τα άφθονα γκροτέσκα στοιχεία, αποτυπώνει ανάγλυφα τη δραματικότητα της σαιξπηρικής γραφής, κρατώντας έτσι αποστάσεις από τη σατιρική οπτική του Ακίμοφ. Μέχρι σήμερα δεν είναι εξακριβωμένο σε ποιο βαθμό ο Σοστακόβιτς γνώριζε τις λεπτομέρειες του σκηνοθετικού οράματος του Ακίμοφ όταν συνέθετε. Λογικά ο δεύτερος θα πρέπει να του είχε γνωστοποιήσει τις γενικές του κατευθύνσεις αλλά φαίνεται ότι ως ένα σημείο ο καθένας τους λειτούργησε ανεξάρτητα. Για τον Σοστακόβιτς αυτή ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκε με το έργο του Σαίξπηρ, αλλά όχι και η τελευταία. Σε άλλες επτά περιπτώσεις (σκηνικής, κινηματογραφικής και φωνητικής μουσικής) εμπνεύστηκε από τον Άγγλο δραματουργό – επέστρεψε μάλιστα στον Άμλετ υπογράφοντας τη μουσική της ομώνυμης ταινίας του Γκριγκόρι Κόζιντσεφ το 1964.