Ήταν μια γυναίκα σπάνιας γοητείας, μοναδικής ευφυίας. Γεννήθηκε ως Άννα Αντρέγιεβνα Γκορένκο το 1889 και υπήρξε μέχρι το τέλος της ζωής της, αλλά και μέχρι σήμερα, πηγή αστείρευτης έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες. Πολέμησε κάθε δυσκολία, έδωσε μάχη με τη δυστυχία και τις διώξεις μέχρι το τέλος της ζωής της και όταν είδε να επανεκδίδονται τα ποιήματα της Τσβετάγιεβα και του Παστερνάκ δήλωσε: «Νιώθω πιο ήσυχη τώρα. Είδαμε πόσο ανθεκτική είναι η ποίηση».

Ήταν η Άννα Αχμάτοβα αυτή που με τον Οσίπ Μαντελστάμ ηγήθηκαν του κινήματος των ακμεϊστών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους συμβολιστές, επιζητούσαν η ποιητική γλώσσα να μεταφέρει ακριβή νοήματα. Όμως ο κόσμος δε θυμάται την Αχμάτοβα μόνο για την πρωτοποριακή της ποιητική σκέψη, αλλά και για την ψυχική πολυμορφία που υπάρχει στην ποίησή της, χαρακτηριστικό που ξεπερνά τον συμβολισμό και το μυστικισμό και αναδίδει καθαρότητα και πυκνότητα έκφρασης και ψυχικού βάθους.

Γεννημένη στο Μπολσόι Φοντάν (Большой Фонтан), κοντά στην Οδησσό, στις 23 Ιουνίου του 1889, η Αχμάτοβα μεγάλωσε μέχρι το 1905 που οι γονείς της πήραν διαζύγιο στην Αγία Πετρούπολη, σε ένα περιβάλλον προνομιούχο με κουλτούρα αριστοκρατική. Πέρασε τα μαθητικά της χρόνια στο κλασικό περιβάλλον του γυμνασίου στο Τσάρσκογιε Σελό (Царское Село), ενώ αποφοίτησε από το λύκειο «Φουντουκλέγιεφ» στο Κίεβο, όπου την είχε στείλει η μητέρα της μετά το χωρισμό των γονέων της. Κατόπιν φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου. Στα νεανικά της χρόνια διάβασε και επηρεάστηκε από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ιδιαίτερα από τους Σκανδιναβούς συγγραφείς. Ερωτεύεται και παντρεύεται τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ (Гумилёв) και γίνεται μέλος της λογοτεχνικής ομάδας της Αγίας Πετρούπολης «Συντεχνία των Ποιητών». Στο γαμήλιο ταξίδι της με τον Γκουμιλιόφ στο Παρίσι γνωρίζει τον Μοντιλιάνι. Αργότερα θα ζήσουν ένα θυελλώδη έρωτα. Ο Μοντιλιάνι την απαθανάτισε σε δεκαέξι σκίτσα, σε πολλά από αυτά γυμνή, που της τα χάρισε με το χωρισμό τους και που αυτή τα φύλαγε μέχρι το τέλος της ζωής της.

Η Αχμάτοβα από τον Nathan Isaevich Altman

Η Αχμάτοβα από τον Μοντιλιάνι

Η Αχμάτοβα εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Απόγευμα το 1912 και ακολουθούν μεταξύ άλλων Το ροζάριο (1914), Anno domini MCMΧΧΙ (1922). Η απήχηση που έβρισκαν τα ποιήματά της στο κοινό δημιουργούν ανησυχία στο κομμουνιστικό κόμμα. Επιχειρούν να σβήσουν τη φωνή της και το καθεστώς τής απαγορεύει να ξαναδημοσιεύσει ποιήματα. Η Αχμάτοβα μένει εκεί, στη Ρωσία, ζει συνεχείς διώξεις και εξευτελισμούς. Η ζωή της βυθίζεται στο πένθος, καθώς ζει μια σειρά απωλειών. Την εκτέλεση του πρώτου της συζύγου ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ, ως «εχθρού του λαού», από τις μυστικές υπηρεσίες και τον εγκλεισμό του γιου της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον τρίτο της σύζυγο να καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα και να πεθαίνει στη φυλακή. Ο γιος της Λεβ Γκουμιλιόφ, έκανε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία, απ’ όπου απελευθερώθηκε οριστικά το 1956. Δε τη συγχώρεσε ποτέ. Η Αχμάτοβα είδε τους ποιητές και τα ανήσυχα πνεύματα του κύκλου της να φυλακίζονται, να εξορίζονται, να εξαφανίζονται. Ο Οσίπ Μαντελστάμ, και ο Μπόρις Πίλνιακ εξαφανίζονται, ο Μαγιακόφσκι αυτοκτονεί, ο Μπουλγκάκοφ πεθαίνει.

Η Αχμάτοβα από τον Μοντιλιάνι

Τα δικά της βιβλία γίνονται πολτός το 1925, ο Τρότσκι αποκήρυξε την συλλογή Αnno Domini, ο Ζντάνοφ την απέπεμψε από την Ένωση Συγγραφέων λέγοντας: «Είναι μισή καλόγρια, μισή πόρνη, ή, πιο σωστά, καλόγρια και πόρνη. Μέσα της μπλέκονται ασέλγεια και προσευχή».

Τον Αύγουστο του 1946, καταγγέλλεται ως «ιδεολογικός αποδιοργανωτής και εκπρόσωπος του αντιδραστικού σκοταδισμού» και διαγράφεται από την Ένωση Συγγραφέων για να αποκατασταθεί μόνο μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953.  Η Αχμάτοβα, παρ’ όλες τις τραγικές συνθήκες της ζωής της, δε σταμάτησε ποτέ να δουλεύει πυρετωδώς. Το αριστουργηματικό της Ρέκβιεμ εκδόθηκε το 1963 στο Μόναχο. Στη Ρωσία εκδόθηκε μόλις το 1987. Εκδίδεται την ίδια περίοδο και ο μεγάλος λυρικός κύκλος Ποίημα δίχως ήρωα, που τον δούλευε δώδεκα χρόνια. Η κατάσταση αλλάζει με την αλλαγή του καθεστώτος και από το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956.

Η Αχμάτοβα δε σταματά να γράφει μέχρι το τέλος της ζωής της. Η αντοχή της ποιήτριας που δεν είδε δημοσιευμένο έργο της από το 1925 έως το 1940, η ανθεκτικότητα και η προσήλωσή της στο όραμα του στοχασμού και της ποίησης αποτυπώνεται και σε ένα από τα τελευταία της έργα, το «Ποίημα Χωρίς Ήρωες», που άρχισε να γράφεται από το 1940 – 1942 και διασκευαζόταν συνεχώς, ως το 1962.

Στις 5 Μαρτίου 1966, η Αχμάτοβα, με κλονισμένη την υγεία της από φυματίωση, άφησε την τελευταία της πνοή από έμφραγμα σε ηλικία 76 ετών σε ένα σανατόριο στην πόλη Ντομοντέντοβο νότια της Μόσχας. Η σορός της μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Αγία Πετρούπολη και ετάφη στο κοιμητήριο του Κομαρόβο.

Πέντε ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα

To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)

Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου’.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

Η μούσα (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου) 

Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
Τους στίχους για την κόλαση;» Και απαντά. «Εγώ.»

Ρέκβιεμ (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)

Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθείς, γιατί οχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ‘σβησα κ’ η πόρτα μου ανοιχτή
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ‘ρθείς
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος πού ‘χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου
ώστε το μπλε πηλίκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

Η πόλη χάθηκε (μτφ. Γιώργος Τσακνιάς)

Η πόλη χάθηκε. Στο τελευταίο σπίτι
ένα παράθυρο σαν ζωντανό κοιτούσε…
Τελείως άγνωστος είναι αυτός ο τόπος,
φωτιά μυρίζει, ο κάμπος είναι σκοτεινός.

Μα όταν το πέπλο ξαφνικά της καταιγίδας
στα δυο αβέβαιη το έσκισε η σελήνη
είδαμε στο βουνό και προς το δάσος
που ερχόταν ένας άνθρωπος κουτσός.

Ήταν παράξενο πώς πέρασε της τρόικας
τ’  άλογα -δυνατά, καλοθρεμμένα-,
στάθηκε λίγο και ξανάρχισε κουτσαίνοντας
να κουβαλάει το φορτίο του το βαρύ.

Σχεδόν που δεν μπορέσαμε να δούμε
πώς ξαφνικά φάνηκε δίπλα στην καλύβα.
Σαν άστρα έλαμπαν τα γαλανά του μάτια
φωτίζοντας την κουρασμένη του μορφή.

Έτεινα προς εκείνον το παιδί,
το χέρι σήκωσε ψηλά το ροζιασμένο
κι ευλόγησε με δυνατή φωνή:
«Να ζήσει ο γιος σου χίλια χρόνια ευτυχισμένος!»

Και φαίνεται πως η φωνή του ανθρώπου…(μτφ. Γιώργος Τσακνιάς)

Και φαίνεται πως η φωνή του ανθρώπου
δεν πρόκειται ποτέ να ηχήσει εδώ,
της εποχής του λίθου ο άνεμος μονάχα
χτυπά τις μαύρες πύλες.
Μου φαίνεται πως έχω επιζήσει
μονάχα εγώ κάτω απ’ αυτόν τον ουρανό
γιατί εγώ ήμουν που θέλησα η πρώτη
απ’ του θανάτου το κρασί να πιω.