Παπακαλιάτη στην τηλεόραση -πλην περιστασιακών σκηνών- ποτέ δεν είδα, την προ τριετίας πρώτη του ταινία, το «Αν», δεν την είδα, κι ούτε αυτήν εδώ τη δεύτερή του, το «’Ενας Άλλος Κόσμος», θα πήγαινα να δω, αν δεν διάβαζα καλά λόγια από ανθρώπους των οποίων τη γνώμη σέβομαι. Ως τώρα η μόνη σχέση που είχα μαζί του ήταν ότι είχα τρολάρει ένα κείμενο που είχε γράψει πριν μερικά χρόνια και στο οποίο μιλούσε για τα αγαπημένα του θέματα, τον εαυτό του και την παντοδυναμία του έρωτα, αλλά τα έβαζε κάπως και μέσα στο πλαίσιο της κρίσης που είχε ξεκινήσει. Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης είναι και ο βασικός θεματικός άξονας της ταινίας του. Θα ήταν ιδανική για τρολάρισμα κι αυτή ή θα άξιζε όντως τους επαίνους που ακούστηκαν;

Πριν προχωρήσω στην απάντηση, μια διαπίστωση. Ακόμη κι όσοι (σαν εμένα) δεν είχαν παρακολουθήσει Παπακαλιάτη ήξεραν λίγο–πολύ τι συνιστούσε την αισθητική υπογραφή του και βάσει αυτής τον έκριναν. Αυτό στην αρνητική του εκδοχή αποτελεί προκατάληψη βασισμένη σε στερεότυπα, στην θετική του εκδοχή αποτελεί brand name ικανό να σπάει τα τα ταμεία και τα μηχανάκια μέτρησης τηλεθέασης. Σε κάθε περίπτωση εκείνο που είχαμε στο νου μας ως «Παπακαλιάτη» ήταν ακριβώς μια εικόνα της Ελλάδας πριν την κρίση, η εικόνα μιας Ελλάδας μέσα στην φούσκα της οποίας τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο είχαν ιλουστρασιόν πάθη κι απαγορευμένοι έρωτες.

Αλλά το πάρτι τελείωσε. Και τώρα η παντοδυναμία του έρωτα πρέπει να τα βάλει με τα νέα εμπόδια της νέας μνημονιακής πραγματικότητας. Όχι μία αλλά τρεις ερωτικές ιστορίες λοιπόν. Τρεις ερωτικές ιστορίες Ελλήνων με αλλοδαπούς, τις oποίες παρακολουθούμε όχι σε παράλληλη αφήγηση, αλλά την μία μετά την άλλη. Στην πρώτη, νεαρή φοιτήτρια ερωτεύεται έναν επίσης νεαρό Σύρο πρόσφυγα. Στη δεύτερη, σαραντάρης με καλή θέση σε πολυεθνική αλλά χάλια γάμο ερωτεύεται μια Σουηδέζα που έχει έρθει για δουλειά λίγων μηνών στη χώρα. Στην τρίτη, εξηντάρα σβησμένη από άλλες προσδοκίες, νοικοκυρά, ερωτεύεται εξηνταπεντάρη Γερμανό συνταξιούχο που ζει μόνιμα πια εδώ. Τους Έλληνες υποδύονται προδήλως Έλληνες (η Νίκη Βακάλη, ο Παπακαλιάτης, η Μαρία Καβογιάννη), τον Σύρο ο Ισραηλινός Tawfeek Barhom, τη Σουηδέζα η Ουγγαρέζα Andrea Osvárt και τον Γερμανό το περσινό όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου, ο Αμερικάνος J.K. Simmons.

Τρεις αλλοδαποί, τρία σύμβολα, τρεις κρίσεις που στην ταινία, αλλά σε μεγάλο ποσοστό και στην πραγματικότητα, μπλέκονται η μία με την άλλη και επηρεάζουν η μία την άλλη: η προσφυγική – μεταναστευτική κρίση, η δημοσιονομική – μνημονιακή κρίση, η οικογενειακή – μικροαστική κρίση.

ενας αλλος κοσμος παπακαλιατης 1

Ο Φαρίς έχει φύγει από τον πόλεμο της χώρας του, προσπαθεί να πάει στον Καναδά, προς το παρόν βρίσκεται στην Ελλάδα και πουλάει μπιχλιμπίδια στα φανάρια. Είναι ο ξένος εκείνος, ο βρωμιάρης, ο παράνομος και λαθραίος ακόμη κι αν έχει χαρτιά, ο ξένος που «δεν χωρά» εδώ και που δεν ανήκει εδώ, αυτός που στα μάτια πολλών είναι η πηγή όλων των κακών. Και τα φέρνει έτσι η συγκυρία ώστε ο Μηνάς Χατζησάββας να εμφανίζεται ολοζώντανος μπροστά μας αμέσως μετά το θάνατό του και να ενσαρκώνει τον μαυροφορεμένο φασίστα που κατηγορεί ανθρώπους σαν τον Φαρίς για τα δεινά τα δικά του και της χώρας και που δεν αρκείται στις κατηγορίες, αλλά πρωτοστατεί μαζί με τους ομοίους του σε πογκρόμ εναντίον τους. Μπορείς εύκολα να τον φανταστείς προ κρίσης, όταν ακόμα είχε τα τρία μαγαζιά που τώρα έχασε, να ψήφιζε Νέα Δημοκρατία ή ΠΑΣΟΚ και να εκστόμιζε και περιστασιακές ρατσιστικές κορώνες, συμπληρώνοντας εγώ δεν είμαι ρατσιστής. Τώρα είναι χρυσαυγίτης και ξεσπάει στους πιο αδύναμους όλη τη λύσσα της ματαίωσής του. Όμως ένας από τους ανθρώπους που μισεί είναι ο άνθρωπος που θα ερωτευθεί η κόρη του, όταν θα τολμήσει να τον κοιτάξει και να δει πίσω από την γενική κατηγορία “πρόσφυγας” ένα συγκεκριμένο ανδρικό πρόσωπο.

ενας αλλος κοσμος παπακαλιατης 2.

Αν ο Σύρος είναι αυτός που θεωρούν κακό οι φασίστες, η Σουηδέζα στη δεύτερη ιστορία είναι αυτή που θεωρούν κακό οι περισσότεροι, καθώς είναι η αρχετυπική μνημονιακή. Όταν ο Χριστόφορος μετά από μια νύχτα πάθους την αποκαλέσει μνημονιακή πατσαβούρα μόνο και μόνο επειδή είναι ψυχρή βορειοευρωπαία, δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα διαπιστώσει πολύ σύντομα ότι όντως η Ελίζε είναι το μνημόνιο το ίδιο. Εκπροσωπεί ένα fund που έχει έρθει στη πολυεθνική του προκειμένου να φτάσει τον στόχο του 35% απολύσεων, ώστε η υπόλοιπη εταιρία να γίνει ελκυστική για επενδύσεις. Κι έχεις που έχεις ένα σωρό προλήματα σπίτι, έχεις τώρα και το επιπλέον πρόβλημα να ερωτεύεσαι τη γυναίκα που ήρθε για να απολύσει τόσους πολλούς συναδέλφους σου, ενδεχομένως και εσένα τον ίδιο.

ενας αλλος κοσμος παπακαλιατης 3

Στην τρίτη ιστορία ο Τζέι Κέι Σίμονς μπορεί να είναι Γερμανός αλλά μάλλον είναι ο αρχετυπικός φιλέλληνας, συμβολίζει την καλή πλευρά των ξένων. Εδώ εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχουν τα εμπόδια που υπάρχουν στις δύο πρώτες ιστορίες. Αλλά υπάρχει ένα τρίτο. Κρίση – ξεκρίση, ματαίωση – ξεματαίωση, η Μαρία Καβογιάννη έχει τον άντρα της, τα παιδιά της, το εγγόνι της, την υγεία της. Δεν είναι κι ότι φανταζόταν ποτέ ότι στα εξήντα μπορεί να αφήσει την οικογένειά της για να ζήσει έρωτες. Ο Τζέι Κέι Σίμονς παίζει εντελώς μετρημένα η Μαρία Καβογιάννη πάλι όχι, είναι όμως και οι δύο τους -ο καθένας με τον διαφορετικό του τρόπο- εξαιρετικοί. Το σούπερ μάρκετ όπου ζουν την ρομαντική τους ιστορία λειτουργεί ως αντικαρτποσταλικός χώρος παραπάνω από καλά, δίνει στο ξελόγιασμά τους μια ιδιοπροσωπία, βοηθάει να εντυπωθούν στη μνήμη πολύ περισσότερο από το να περιδιάβαιναν κι αυτοί σε γραφικά σοκάκια της Πλάκας ή με φόντο πανσέληνους και ηλιοβασιλέματα.

Κι ενώ κάθε μία από τις τρεις ιστορίες πετυχαίνει και σε πιάνει ως θεατή, όταν θα αποκαλυφθεί ο συνεκτικός τους δεσμός το σενάριο θα κάνει -κατά τη γνώμη μου πάντα- μια λάθος επιλογή. Όχι στην αποκάλυψη του δεσμού, αλλά στο τι γίνεται μετά. Είναι και οι τρεις ιστορίες από μόνες τους γεμάτες από διλήμματα και διακυβεύματα, ώστε να μπορούν να γεννήσουν προϋποθέσεις για συγκίνηση, χωρίς να χρειαζόταν να προστεθεί πάνω σε αυτά ένα ακόμα δράμα, το οποίο δρα ως καταλύτης στην πλοκή.

ενας αλλος κοσμος παπακαλιατης 4

Ανεξάρτητα όμως από αυτή την ένσταση, συνολικά μιλώντας το πρόσημο της ταινίας είναι σαφώς θετικό. Θα μπορούσε πάρα πολύ εύκολα με όλο αυτό το υλικό που έχει να τιθασεύσει, το έργο να χάσκει ή να είναι άνισο. Είναι όμως συμπαγές, είναι σε μεγάλο βαθμό πειστικό, είναι τρυφερό. Μήπως όμως τελικά όταν τελειώνει και το ξανασκέφτεσαι και προσπαθείς να καταλήξεις για το τι είδες, μοιάζει επιφανειακό; Ίσως. Αλλά ήταν όντως η απαίτησή μας να παραδώσει ο Παπακαλιάτης μια ταινία που θα μιλήσει για τις αλήθειες της κρίσης όσο κανείς; Όχι. Αν όμως η απαίτησή μας ήταν να κάνει να κάνει μια ταινία που θα μεταφέρει το αγαπημένο του θέμα για τη δύναμη του έρωτα μέσα στην καρδιά της κρίσης και που δεν θα είναι υλικό για χαβαλέ, τότε ναι ο Παπακαλιάτης το κερδίζει το στοίχημα παραδίδοντας μια ταινία που είναι και πιασάρικη και εμπορική και που έχει την κρίση σε πρώτο πρόσωπο χωρίς να χάνει την μπάλα, αλλά καταφέρνοντας να σταθεί πολύ αξιοπρεπώς και σε αυτό το επίπεδο. Καταπιάνεται με θέματα τα οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είχε προδώσει και δεν τα προδίδει.

ενας αλλος κοσμος παπακαλιατης 5

Μπορεί να υπάρχουν σκηνές που θα προτιμούσες να μην υπήρχαν, που να μη θύμιζαν τόσο διαφήμιση της Lacta ή ό,τι έχεις στο μυαλό σου σαν Παπακαλιάτη, ωστόσο είναι λίγες, δεν δίνουν το στίγμα της ταινίας και στη χειρότερη περίπτωση είναι μόνο μια μικρή συνιστώσα της. Και η σκηνή ας πούμε που ο Χριστόφορος φιλά λάγνα το γυμνό κορμί της Σουηδέζας έχει προέλθει μετά από ένα πολύ κινηματογραφικό διάλογο, έχει κοπεί στο μοντάζ με το σωστό τρόπο ώστε να σε αιφνιδιάσει κάπως, είναι περισσότερο σινεμά παρά σίριαλ. Έχοντας τρεις ερωτικές ιστορίες να διηγηθεί στο χρόνο μιας ταινίας αναγκάζεται (και σε μεγάλο βαθμό καταφέρνει) να μην πλατιάζει. Υπάρχει οικονομία και στο σενάριο και στη σκηνοθεσία.

Οι αρετές της ταινίας δεν βρίσκονται στις γενικές ιδέες που διαπραγματεύεται. Οι γενικές ιδέες μπορεί να είναι κλισέ. Η ειδική επεξεργασία τους ώστε να γίνουν σενάριο και εικόνα τις δικαιώνει. Μπορεί να παραπατάει εδώ κι εκεί, η κυρίαρχη αίσθηση που σου αφήνει όμως είναι ότι ξέρει τι κάνει. Μια από τις φράσεις που σιχάθηκα στα χρόνια που ζούμε είναι ότι «η κρίση είναι ευκαιρία». Ενδεχομένως όμως στην περίπτωση του Παπακαλιάτη να έχει βάση, κάνοντάς τον να βγει από τη φούσκα των σίριαλ και του ναρκισσισμού. Όχι κι άσχημα.