Το 2009 βρέθηκα στο Λονδίνο. Εντελώς τυχαία, μέσω ενός φίλου μιας φίλης που είχε ένα εισιτήριο, πήγαμε κάτω στο Waterloo να δούμε μια παράσταση του Γιαν Φαμπρ. Λεγόταν «Orgy of Tolerance» («Όργιο της ανεκτικότητας»). Συγκλονιστική παράσταση κατά τη γνώμη μου. Είχε καταφέρει να αναπαραστήσει επί σκηνής αυτό που ο Ζωρζ Μπατάιγ ονόμαζε «énergie excédante» (πλεονάζουσα ενέργεια). Στις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού (τουλάχιστον στο βόρειο και δυτικό ημισφαίριο), ο άνθρωπος υποχρεούται να ευχαριστιέται, υπάρχει ένας καταναγκασμός της ευχαρίστησης. Πρέπει να ευχαριστιόμαστε τόσο πολύ, που στο τέλος να βαριόμαστε την ευχαρίστηση. Πρέπει να καταναλώνουμε αδιάκοπα: φαγητά, ποτά, ρούχα, γκάτζετ, σεξ. Έτσι, ξεχνάμε ότι ο πυρήνας της ύπαρξης είναι άδειος, ότι όλα αυτά μασκαρεύουν ένα κενό που υπάρχει στο κέντρο του σύμπαντος και που δεν μπορεί να γεμίσει: ο θεός πέθανε πια. Το βιβλίο του Τέρι Ίγκλετον «Culture and the Death of God» είναι πολύ σχετικό με τα θέματα του Φαμπρ στο έργο αυτό, θέματα που παραμένουν και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρα. Στο Λονδίνο είχε συζητηθεί αρκετά η παράσταση, είχε προκαλέσει κάποια άρθρα, αλλά γενικά ήταν business as usual.

63ème Festival d'Avignon
Στιγμιότυπο από την παράσταση «Orgy of Tolerance» του Γιαν Φαμπρ

Γυρνώντας στην Αθήνα, με όλη την μικροαστική καλή διάθεση να κάνω τον έξυπνο που είχα δει κάτι τρομερό στο Λονδίνο «ενώ εσείς εδώ στο χωριό δεν το είδατε», έμαθα ότι η παράσταση «Όργιο της ανεκτικότητας» θα ανέβαινε μετά από μερικές μέρες στο Παλλάς. Μετά τη μικρή αυτή διάψευση (αυτά έχει η ζωή), αποφάσισα να ξαναπάω. Στο τέλος της παράστασης, αποφθέγματα, αποφάνσεις και καταδίκες: το έργο δεν σόκαρε απλώς, τουλάχιστον τη μέρα που το είδα εγώ, απασφάλισαν κανονικά. Τι «τέχνη της παρακμής», τι «εισαγόμενο καρναβάλι», τι «μας δουλεύει ο τσαρλατάνος», τι «κυνικός μισάνθρωπος», όλα τα άκουσα. Όταν είπα τη θεωρία μου για τον Μπατάιγ ως υπόστρωμα του έργου, ότι αυτό το σχόλιο πάνω σε όλα, από τη διαφήμιση μέχρι την ακροδεξιά, το διέτρεχε ως λεπτή κόκκινη γραμμή αυτό που έλεγε ο Μπατάιγ για την πλεονάζουσα ενέργεια ως κινητήρια δύναμη του πολιτισμού (τόσο του έρωτα όσο και του θανάτου), μου είπε μια φίλη ότι «προσπαθείς να δώσεις νόημα σε ένα έργο που δεν έχει – γι’ αυτό είναι ανήθικο, γιατί δεν έχει νόημα».


Στιγμιότυπο από την παράσταση «Orgy of Tolerance» του Γιαν Φαμπρ

Το ότι το νόημα στα έργα το βάζουμε οι θεατές ή ακροατές ή αναγνώστες τους, είναι το μόνο βέβαιο. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου. Την ιστορία την αναφέρω γιατί είναι ενδεικτική: ο Γιαν Φαμπρ είναι ένας διάσημος, σπουδαίος, εξέχων … αιρετικός. Και από την κοσμοπολίτικη σαλονοτραπεζαρία του Δυτικού παρόντος τον φέρνουμε, με χρονομηχανή, στο μεσαίωνα της καθ’ ημάς Ανατολής. Τι δουλειά έχει άραγε ένας αιρετικός στον μεσαίωνα, στο μόνο μέρος όπου θα τον κάψουν στην πυρά;

Jan-Fabre-s-Orgy-of-Toler-002
Στιγμιότυπο από την παράσταση «Orgy of Tolerance» του Γιαν Φαμπρ

Η σχέση του Φαμπρ με την Ελλάδα έχει να κάνει (όπως των περισσότερων Δυτικών) με την αρχαιότητα: την αρχαία Ελλάδα με τους μύθους της, τη φιλοσοφία της, το δράμα και την αθάνατη τέχνη της. Στο εικοσιτετράωρο «Mount Olympus: Η αποθέωση της κουλτούρας της τραγωδίας», τα πεπρωμένα των ηρώων και των ηρωίδων του Τρωικού Πολέμου, καθώς και εκείνα της Μήδειας, της Αντιγόνης, του Προμηθέα, του Οιδίποδα και της Ηλέκτρας, διαπλέκονται με σημερινές ιστορίες και το νόημά τους διερευνάται με όπλο από την ψυχανάλυση. Ο Φαμπρ σκόπιμα τήρησε την αριστοτελική διδαχή περί ενότητας του χρόνου και του τόπου. Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη, μια τραγωδία θα πρέπει να υπάρχει σε ένα ενιαίο φυσικό χώρο και η δράση της θα πρέπει να παρουσιαστεί σε μια περίοδο που δεν υπερβαίνει τη μια μέρα, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Ο Φαμπρ ακολούθησε τον Αριστοτέλη προσκαλώντας τους θεατές του να χάσουν τον εαυτό τους μέσα σ’ ένα πυρακτωμένο θεατρικό σύμπαν διάρκειας είκοσι τεσσάρων ωρών.


Στιγμιότυπο από την παράσταση «Mount Olympus: Η αποθέωση της κουλτούρας της τραγωδίας»

Αλλά πώς είναι σχετικά όλα αυτά με τη φεστιβαλική πραγματικότητα της Ελλάδας του σήμερα; Με την καλλιτεχνική παραγωγή και την κατανάλωση της τέχνης στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Από τη μία πλευρά, ίσως εδώ δουλεύει η διαλεκτική των πραγμάτων: εδώ ακριβώς είναι χρήσιμος ένας αιρετικός, να ταρακουνήσει, να ξεσηκώσει, να ανατρέψει, να προκαλέσει, να ξεβολέψει. Από την άλλη πλευρά, ήδη άρχισαν οι «γριές» του δημοσιολογείν να υποθάλπουν την αντίδραση: στη χώρα που δεν άντεξε την Πηγή Δημητρακοπούλου, θα αντέξουμε τον Φαμπρ; Το δίλημμα είναι λίγο μπακαλίστικο, αλλά υπαρκτό: μια μεσαιωνική χώρα χρειάζεται μεσαιωνικούς ανθρώπους για να την τρέξουν, να την κουμαντάρουν (επειδή αυτοί μπορούν να είναι αποτελεσματικοί) ή μήπως χρειάζεται αιρετικούς (ώστε να πάψει κάποτε να είναι μεσαιωνική);

Να η χρήσιμη διαλεκτική: και τα δύο. Χρειάζεται σίγουρα κάποιους «to get the job done», αλλά και κάποιους που ανοίγουν ή μάλλον σπάνε πόρτες και παράθυρα, να μπει το φως, να φύγει η σκόνη. Άρα το βασικό ερώτημα είναι: τι από τα δύο πρέπει να κάνει το Εθνικό Θέατρο; Να που κάναμε τόσους μήνες για να καταλήξουμε σ’ αυτό που έπρεπε να είναι σαφές εξ αρχής: το θέμα δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά οι θεσμοί. Και γι’ αυτό αδίκησαν τον εαυτό τους όσοι υπερασπίστηκαν το Λούκο ή τη Δημητρακοπούλου με μόνο κριτήριο το αν και κατά πόσο είναι άξιοι οι ίδιοι ως πρόσωπα. Η συζήτηση που θα έπρεπε να γίνεται είναι «τι Εθνικό Θέατρο θέλουμε, τι δουλειά θα έπρεπε να κάνει το Εθνικό Θέατρο ή το φεστιβάλ Αθηνών». Το συμπέρασμα από αυτή τη συζήτηση θα μας πει αν έπρεπε να φύγει ο Λούκος, αν έπρεπε να ανέβει η παράσταση της Δημητρακοπούλου, αν καλώς έρχεται ο Γιαν Φαμπρ. Όλοι καλοί είναι, αλλά το θέμα είναι: κάνουν για τη δουλειά που τους θέλεις;

Διαβάστε επίσης:

– «Ο Γιαν Φαμπρ νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών»