Είναι η εποχή μας τέτοια, που έχουμε συνηθίσει περισσότερο μια έκφανση ρατσισμού και ξενοφοβίας, η οποία εδράζεται σε επιχειρήματα τύπου: «Τι θέλουν αυτοί οι ξένοι στην χώρα μας – να έμεναν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους στη δική τους – δεν χωράμε όλοι εδώ – έρχονται να αλλοιώσουν τον πολιτισμό μας και τον τρόπο ζωή μας». Σε αυτή την οπτική, ο ξένος είναι ο «εισβολέας» που απειλεί με τη διαφορετικότητά του τον δικό σου κληρονομημένο τόπο, τον δικό σου ζωτικό χώρο, τα δικά σου προαιώνια εδάφη. Σε αυτή την οπτική, εσύ ανήκεις εδώ, εδώ που είναι ο φυσικός χώρος για τα ήθη και τα έθιμά σου, σε αυτή την οπτική αντλείς νομιμοποίηση από την καταγωγή σου, την ιστορία, την παράδοση και πάει λέγοντας.

Τι γίνεται όμως αν ανήκεις σε έναν πολιτισμό αυτόχθονα, που πηγαίνει η νομιμοποίησή σου από τον φυσικό σου χώρο, από την καταγωγή σου, την ιστορία σου, την παράδοσή σου κλπ; Γίνεται ό,τι έγινε με τους Ινδιάνους στις ΗΠΑ, τους Αβορίγινες στην Αυστραλία, τους Σάμι (δηλαδή τους Λάπωνες) στον σκανδιναβικό βορά. Τι κι αν ζούσαν σε αυτά τα εδάφη πολύ προτού έρθεις εσύ; Ο ρατσισμός θα βρει άλλα επιχειρήματα, επιχειρήματα περί ανώτερων και κατώτερων πολιτισμών, επιχειρήματα περί πολιτισμένων και αγρίων.

Η τριαντάχρονη δημιουργός της «Καταγωγής των Σάμι» Αμάντα Κέρνελ, έχει πατέρα Σάμι και μητέρα Σουηδή. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται σε φλας μπακ: μια μεγάλης ηλικίας γυναίκα, με αφορμή τον θάνατο της αδελφής της, θυμάται την καθοριστικότερη χρονιά της ζωής της, την χρονιά που πήρες τις μεγάλες αποφάσεις της, τη χρονιά των δεκατεσσάρων της χρόνων. Το ξεκίνημα της ταινίας και μέρος από το τέλος της, ό,τι δηλαδή δεν αφορά το φλας μπακ και επικεντρώνεται στη γηραιά ηρωίδα, προέρχεται από τη μικρού μήκους “Stoerre Varie”. Κι αυτό μάλλον αρχίζει να γίνεται κάτι σαν μοτίβο στο σύγχρονο σινεμά με το διαρκές κυνήγι των διεθνών χρηματοδοτήσεων: δείχνεις μια μικρή βερσιόν ή ένα προοίμιο της ιστορίας που φιλοδοξείς να πεις με τη μικρού μήκους κι αν εκεί φανεί ότι ξέρεις τι κάνεις, σου ανοίγει οικονομικά ο δρόμος για να την πεις ολοκληρωμένη με τη μεγάλου μήκους.

Μια γιαγιά λοιπόν. Έρχονται να την παραλάβουν από το σπίτι της στην πόλη ο γιος της με την εγγονή της. Θα ταξιδέψουν οδικώς στα βόρεια για την κηδεία της αδελφής της. Στο αυτοκίνητο παίζει παραδοσιακή μουσική των Σάμι. Την έχουν βάλει για να την ακούσει, είναι μουσική από τα μέρη που μεγάλωσε, από τα μέρη στα οποία τώρα επιστρέφουν για την τελετή. Αλλά εκείνη δεν θέλει να την ακούσει. Δεν θέλει να έχει καμία σχέση με «αυτούς τους ανθρώπους», τους οποίους λούζει με διάφορους ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς. Στην κηδεία κάθεται σε μια άκρη. Της μιλούν στη μητρική της γλώσσα και απαντάει ότι δεν καταλαβαίνει. Μετά την τελετή θέλει να φύγει αμέσως. Ο γιος της αρνείται. Κι εκείνη με τη σειρά της αρνείται ολικά το παρελθόν της, την καταγωγή της, ό,τι έχει να κάνει με τα χρόνια που ήταν Σάμι. Κι όταν για να μην έχει επαφή μαζί τους, πηγαίνει να διανυκτερεύσει μόνη της σε παρακείμενο ξενοδοχείο και βρεθεί σε παρέα Σουηδών, οι οποίοι θα εκφράσουν πιο καλυμμένα τον ρατσισμό τους για τους αυτόχθονες, θα τους σιγοντάρει και θα συμφωνήσει μαζί τους.

Κι είναι μεγάλο προτέρημα της Κέρνελ, ότι όταν μπούμε στο φλας μπακ, μεταφερθούμε στη δεκαετία του ’30 και αρχίσουμε να βλέπουμε στο φόντο την πολιτική των διακρίσεων του κράτους και του ρατσισμού της κοινωνίας, σε πρώτο πλάνο θα καταγράψει την πορεία και τις επιλογές της ηρωίδας της, αντιμετωπίζοντάς την όχι ως όχημα για να πει το ένα ή το άλλο ηθικό δίδαγμα, όχι ως όχημα για να μας πει ότι πολιτικά είναι επιδοκιμαστέα η μια ή η άλλη απόφαση ζωής, αλλά ως έναν ολοζώντανο άνθρωπο, ως ένα ολοζώντανο νέο κορίτσι που διεκδικεί το δικαίωμα να πάρει το ίδιο τις αποφάσεις για τον εαυτό του.

Και κάπως έτσι η έφηβη Έλε Μάργια αισθάνεται ότι δεν ανήκει στην φυλή της, δεν ανήκει στον τρόπο ζωής της, δεν ανήκει στα εδάφη της, δεν ανήκει στα τραγούδια της, δεν ανήκει στη γλώσσα της, δεν ανήκει στο όνομά της. Θέλει να γίνει κάποια άλλη. Θέλει να φύγει. Θέλει να είναι μια κανονική Σουηδή ανάμεσα σε κανονικούς Σουηδούς που θα ζουν τη κανονική ζωή τους. Δεν θέλει να ζήσει τη δική της προκαθορισμένη κανονικότητα, θέλει να ζήσει την κανονικότητα των πολλών. Εκείνους που κοιτούν ανθρώπους σαν εκείνη σαν ζώα του τσίρκου. Εκείνους που βάζουν όργανα στο κεφάλι ανθρώπων σαν εκείνη για να μετρήσουν τις διαστάσεις του και να βγάλουν συμπεράσματα για το κρανίο του και τον εγκέφαλό του. Εκείνους που είναι περισσότεροι και ισχυρότεροι, εκείνους που είναι ψηλότεροι και κοιτούν ανθρώπους σαν εκείνη αφ’ υψηλού.

Όλοι μας γεννιόμαστε με μια δοσμένη ταυτότητα από το περιβάλλον μας το οικογενειακό, το ταξικό, το εθνικό κλπ. Όλοι μας στην πορεία την τροποποιούμε βάζοντας τις δικές μας πινελιές εντός του προκαθορισμένου καμβά. Μόνο σε μερικές οριακές περιπτώσεις φτάνουμε σταδιακά να απομακρυνθούμε ριζικά από τη δοσμένη μας ταυτότητα και να αρχίσουμε να ζούμε σε μια άλλη. Η Έλε Μάργια είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Θα κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να γίνει μια άλλη, η Κριστίνα. Και δεν μπορεί κανείς να της αρνηθεί το δικαίωμα να είναι η Κριστίνα. Και δεν μπορεί κανείς να της αρνηθεί το δικαίωμα να νιώσει καλύτερα στην ταυτότητα που εκείνη επιλέγει. Και ανεξάρτητα από όλα τα άλλα, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς ότι κανείς μα κανείς δεν φεύγει από τα όρια της δοσμένης του ταυτότητας αν δεν τον κινεί μια βαθύτατη εσωτερική ανάγκη, αν με άλλα λόγια δεν υπάρχει εν τέλει μέσα του η πιο αληθινή του ταυτότητα.

«Η Καταγωγή των Σάμι» λοιπόν δεν διηγείται την ιστορία μιας αποστασίας, δεν διηγείται την ιστορία μιας απώθησης, δεν διηγείται την ιστορία μιας πολιτισμικής απαγωγής, δεν διηγείται την ιστορία ενός λάθους. Διηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που δεν ήθελε να ζει έτσι, αλλά ήθελε να ζει αλλιώς. Διηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που δεν δίστασε να συγκρουστεί και να παλέψει προκειμένου να βρει το δρόμο του προς την ελευθερία του. Και η ελευθερία του καθενός είναι προσωπική του υπόθεση. Ειδάλλως μετατρέπεται σε αχθοφόρο του βάρους της όποιας ιστορικής κληρονομιάς.

Η Αμάντα Κέρνελ φτιάχνει μια ταινία που όλα είναι στη θέση τους, που τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν φλυαρεί, μια ταινία φωτισμένη πεντακάθαρα, με πιο πεντακάθαρο όλων το πρόσωπο της νεαρής πρωταγωνίστριας Λένε Σεσίλια Σπάροκ. «Η Καταγωγή των Σάμι» είναι μια ταινία με πολιτικό πρόσημο, η οποία επιτρέπει όμως στην ηρωίδα της να πάρει τις δικές της αποφάσεις. Κι αυτός ο σεβασμός είναι με τη σειρά του επιλογή με το δικό της πολιτικό πρόσημο. Ναι στη συνολική κοινωνική κριτική και ναι στην ατομική ελευθερία αυτοδιάθεσης. Και ναι συνολικά στην «Καταγωγή των Σάμι».