Η Άλι είναι σερβιτόρα, πετάει και τα σκουπίδια του μαγαζιού χωρίς να διαμαρτύρεται, γιατί είναι λαϊκό κορίτσι, δεν σηκώνει όμως μύγα στο σπαθί της αν στραβώσει για κάτι, γιατί είναι λαϊκό κορίτσι. Ένα βράδυ την εβδομάδα τραγουδάει και σε ένα drag show, την συμπαθούν πολύ εκεί και της επιτρέπουν να είναι μέρος του προγράμματος. Η Άλι γράφει και δικά της τραγούδια, τραγουδά και δικά της τραγούδια, αλλά έχει φάει μεγαλειώδη πόρτα σε όσες δισκογραφικές πήγε, ενώ για κάποιο λόγο το ίντερνετ δεν φαίνεται να το έχει σκεφτεί ως τρόπο να γίνει γνωστή. Γιατί έχει φάει την πόρτα; Όχι γιατί δεν γράφει καλά τραγούδια. Αλλά επειδή η βιομηχανία δεν την θεωρεί συμβατή με τα πρότυπα ομορφιάς, έχει, λέει, μεγάλη μύτη και τέτοια. Η Άλι ζει με τον πατέρα της και τους συνεργάτες του. Παρκαρισμένες έξω από το σπίτι τους είναι στη σειρά λιμουζίνες, γιατί ο πατέρας του και οι συνεργάτες του είναι οδηγοί. Και έρχονται συχνά σε επαφή με πλούσιους και διάσημους. Και ο πατέρας της έχει καημό. Τι ήταν αυτό που έκανε τον Σινάτρα – Σινάτρα; Τι είναι αυτό που κράτησε τον ίδιο κι αναρίθμητους άλλους στην αφάνεια, με τη δυνατότητα να γίνουν το πολύ – πολύ σοφέρ τους;

Η Άλι θα μπορούσε κάλλιστα κι αυτή να μείνει για πάντα στις τάξεις των αναρίθμητων άλλων αφανών. Αλλά ένα βράδυ που ο διάσημος ροκ σταρ Τζάκσον Μέιν έχει τελειώσει μια ακόμη συναυλία του και θέλει να συνεχίσει να πίνει μέχρι το πρωί που θα πάρει το αεροπλάνο για την επόμενη πόλη της περιοδείας του, θα πέσει συμπτωματικά πάνω στο μπαρ που η Άλι τραγουδά. Και θα πέσει συμπτωματικά πάνω στο τραγούδι της. Και θα μαγευτεί. Και θα περάσουν το βράδυ τους πίνοντας και βολτάροντας. Και θα της πει ότι βρίσκει τη μύτη της υπέροχη. Όπως και τα τραγούδια της που του τα τραγουδάει σε πάρκινγκ. Και η Άλι αίφνης θα δει να γίνονται πραγματικότητα όλα της τα όνειρα, ακόμη κι εκείνα που δεν είχε ποτέ ονειρευτεί. Θα την ανεβάσει στη σκηνή. Θα την έχει δίπλα του και στη σκηνή και στη ζωή. Το άστρο της αρχίζει να ανατέλλει. Ένα αστέρι γεννιέται.

Όσο όμως εκείνη ανεβαίνει, τόσο εκείνος πέφτει. Ένα αστέρι γεννιέται – ένα πέφτει. Γιατί ο Τζακ πίνει και υπερβολικά πολύ. Και ουσίες διάφορες μαζί. Δεν πίνει για να αντιμετωπίσει την πτώση στην καριέρα του. Άλλωστε η πτώση έρχεται μετά. Πίνει κι όταν όλα του πηγαίνουν καλά. Πίνει κι όταν μεσουρανεί, πίνει κι όταν την ερωτεύεται. Ο Μπράντλεϊ Κούπερ μπορεί εννιά φορές στις δέκα που θα μιλήσει κι εννιά φορές στις δέκα που θα κοιτάξει στο «Ένα Αστέρι Γεννιέται» να είναι λιάρδα, μπορεί να μιλά αργά και βαριά και να κοιτάζει θολά, αλλά δεν σου μεταδίδει στην πραγματικότητα μαυρίλα και βαθύ πόνο. Παραμένει λαμπερός και σταρ καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, ακόμη κι όταν πέφτει στα πατώματα. Το ποτό που η ταινία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να το αποδώσει σε τραύματα της παιδικής ηλικίας, μοιάζει σαν οργανικό μέρος του λάιφ στάιλ του. Πίνει σαν ροκ σταρ.

Αλλά αυτό δεν είναι αποτυχία ούτε του σκηνοθέτη Κούπερ ούτε του ηθοποιού Κούπερ. Παρ’ όλη τη θεματολογία του, το τρίτο ριμέικ του «Ένα Αστέρι Γεννιέται» δεν προσπαθεί να είναι σκοτεινό, δεν συνομιλεί με σκοτάδια, συνομιλεί με τη λάμψη και τα φώτα και το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα αστέρια. Η ταινία προσπαθεί και πετυχαίνει απόλυτα να απευθυνθεί στο πολύ ευρύ κοινό, όχι για να το σκοτεινιάσει, όχι για να το προβληματίσει, αλλά για να του προσφέρει ένα αρχετυπικό ρομάντζο κι ένα αρχετυπικό μελόδραμα, παραδίδοντάς του δυο λαμπερούς πρωταγωνιστές, που είναι σκηνοθετημένοι καλά και τραγουδούν όμορφα τραγούδια.

O Mπράντλεϊ Κούπερ περνά πίσω από την κάμερα, ακολουθώντας μια μακρά παράδοση σταρ του Χόλιγουντ, που όχι μόνο αποφασίζουν να σκηνοθετήσουν, αλλά δείχνουν κιόλας ότι μπορούν να το κάνουν με λίαν ικανοποιητικό τρόπο. Δεν είναι ο μόνος που δοκιμάζεται σε διαφορετικό ρόλο. Στον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο στον κινηματογράφο, η Lady Gaga δείχνει όχι απλά ότι το έχει, αλλά πολλά παραπάνω. To σινεμά μπορεί να είναι πάρα πολλά άλλα πράγματα μαζί (και ευτυχώς), αλλά σε μεγάλο βαθμό κινητήρια δύναμή του έχουν υπάρξει άνθρωποι που έχουν αυτήν την αστρόσκονη. Που τους αγαπάει ο φακός. Που τον αγαπάνε κι αυτοί. Που σου αρέσει να βλέπεις τα πρόσωπά τους να γεμίζουν με κοντινά τη μεγάλη οθόνη. Τα πρόσωπά τους είναι μεγαλύτερα από το δικό σου. Αγαπιούνται, φιλιούνται, ζουν τα όνειρό τους στη σκηνή, η αστρόσκονή τους πέφτει μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα και σε πασπαλίζει.

Ο μόνος τρόπος να απογοητευτεί κανείς από το «Ένα Αστέρι Γεννιέται» είναι αν πηγαίνει νομίζοντας ότι θα δει μια άλλου τύπου ταινία. Αν ξέρει τι πάει να δει (και πώς γίνεται να μην ξέρεις;) η ταινία παραδίδει στο ακέραιο όσα υπόσχεται. Το «Ένα Αστέρι Γεννιέται» είναι μια μεγάλη κουταλιά σε ένα βάζο με μέλι. Και μετά άλλη μία. Το μελό στοιχείο είναι κυρίως για να μη λιγωθείς. Φεύγεις έχοντας γεμίσει όση γλύκα έπρεπε. Δεν είναι καν συνταγή. Είναι κάτι πιο πρωτογενές. Είναι μέλι.

Φεύγοντας από τα γεμάτα στάδια συναυλιών, τις φωτογραφίσεις για εξώφυλλα περιοδικών και τα βραβεία γκράμι, μεταφερόμαστε στην Τεχεράνη και στην εξαιρετική «Περίπτωση Συνείδησης» του Βαχίντ Zαλιλβάντ. Μεταφερόμαστε στη μοιραία σύγκρουση της ζωής ενός ευσυνείδητου μεσήλικου ιατροδικαστή με τη ζωή μιας οικογένειας φτωχοδιαβόλων. Που το μόνο που δεν τους επεφύλασσε η ζωή  ήταν αστρόσκονη.

Ο ιατροδικαστής οδηγεί το βραδάκι. Είναι στην αριστερή λωρίδα, ένας πίσω του, του ανάβει τα φώτα με μανία. Αναγκάζεται να αλλάξει λωρίδα αγχωμένος, ο βιαστικός οδηγός τον βρίσκει λίγο στον καθρέφτη όπως περνά στο πλάι του ανυπόμονα, το αυτοκίνητο του ιατροδικαστή βρίσκει με τη σειρά του και ρίχνει κάτω ένα μηχανάκι. Πάνω στο μικρό και παλιό μηχανάκι επέβαινε άντρας, γυναίκα, οκτάχρονο αγοράκι και ένα μωρό. Σταματάει να δει αν είναι όλοι καλά. Δεν θέλει να φωνάξουν αστυνομία, αργότερα θα μάθουμε ότι του έχει λήξει η ασφάλεια. Αλλά δεν θέλει και να ξεφύγει από τις ευθύνες του απέναντί τους. Πρώτα τους εξετάζει, ύστερα τους δίνει χρήματα για αποζημίωση και προσφέρεται να τους πάει στο νοσοκομείο. Δεν μοιάζουν να έχουν κάτι σοβαρό. Το αγόρι παραπονιέται ότι πονάει το κεφάλι του, αλλά η πρώτη επί τόπου εξέταση που του κάνει δεν δείχνει ανησυχητικά συμπτώματα. Ο πατέρας αφού πάρει τα χρήματα, του λέει ότι θα τους πάει ο ίδιος στο νοσοκομείο. Ενώ τους ακολουθεί για να βεβαιωθεί ότι θα πάνε, βλέπει ότι στρίβουν αλλού.

Το άλλο πρωί στη δουλειά του, ανακαλύπτει το όνομα του παιδιού στη λίστα με τους νεκρούς που έχουν έρθει στην υπηρεσία. Σοκάρεται. Κρύβεται να μην τον δουν οι γονείς που έχουν έρθει, μην μπορώντας βέβαια να φανταστούν ότι θα είναι εκεί. Περιμένει τα αποτελέσματα της νεκροψίας. Κι όμως  φαίνεται ότι δεν τον σκότωσε αυτός. Κι όμως φαίνεται ότι το ατύχημα ήταν άσχετο. Κι όμως τα αποτελέσματα της νεκροψίας υποδεικνύουν ως αιτία θανάτου τροφική δηλητηρίαση. Ο πατέρας που δεν έχει στον ήλιο μοίρα είχε ταΐσει το παιδί του φτηνό κρέας που αγόρασε από έναν επιτήδειο. Νόμιζε ότι ήταν φτηνό μεν, αλλά κατάλληλο. Αλλά δεν ήταν.

Από τι όμως πέθανε το παιδί; Δυο βαρύτατες ενοχές που τρέχουν παράλληλα. Δυο άντρες νιώθουν τις ευθύνες και τις ενοχές να τους σκεπάζουν. Ο πατέρας νιώθει όσο πιο ανάξιος γίνεται, γιατί η ακραία φτώχεια τον οδήγησε να ταΐσει εν αγνοία του το παιδί του ψοφίμια που κάνουν μόνο για σκυλιά. Ο ιατροδικαστής νιώθει ενοχή για το ότι δεν εξαντλήθηκε η έρευνα. Πρέπει να ξέρει. Toν τρώει να μάθει. Αντί να προσπαθεί να καλύψει τα ίχνη του, προσπαθεί να αποκαλύψει τι συνέβη στα αλήθεια. Ποια αλήθεια όμως; Το είδος της τροφικής δηλητηρίασης (αλλαντίαση) που ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του παιδιού έχει προσδόκιμο ζωής δέκα μέρες. Και είχε είδε ζήσει τις επτά. Ακόμη κι αν «πρόλαβε» να τον σκοτώσει με το τροχαίο θα πέθαινε τρεις μέρες αργότερα. Αλλά ο ιατροδικαστής επιμένει: τίποτα δεν είναι σίγουρο. Δεν ξέρουμε. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν θα πέθαινε όντως. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι επίσης αν το ατύχημα αντί να αφαιρέσει τη ζωή, θα μπορούσε να την είχε σώσει: αν όντως ο πατέρας τους είχε πάει στο νοσοκομείο και τον είχε εξετάσει, μήπως θα μπορούσε να σώσει και το θέμα της δηλητηρίασης; Ποιος είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στα γεγονότα; Τι φέρνει τι; Τι προκαλεί τι; Αντέδρασε όπως έπρεπε ως οδηγός; Αντέδρασε όπως έπρεπε ως οδηγός που ενεπλάκη σε ατύχημα; Αντέδρασε όπως έπρεπε ως γιατρός που εξέτασε το ζωντανό παιδί; Αντέδρασε όπως έπρεπε ως ιατροδικαστής; Κι όταν εν πάση περιπτώσει έχει κινηθεί μια ολόκληρη αλυσίδα τραγικών συνεπειών, μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του και την καριέρα του σαν να μην τρέχει τίποτα; Τι σημαίνει φταίω; Τι σημαίνει ενοχή; Τι σημαίνει ένοχος; Ποια η διαφορά του είμαι ένοχος από το νιώθω ένοχος;

Σε πολλές ταινίες του σύγχρονου ιρανικού κινηματογράφου και προεχόντως στις ταινίες του Φαραντί τα διλήμματα και οι συγκρούσεις καθρεφτίζουν έναν λαό με μεγάλο ηθικό έρμα. Έναν λαό από τον οποίο απουσιάζει σχεδόν πλήρως ο κυνισμός. Η λογοκρισία μπορεί να σε εμποδίζει να μιλήσεις ευθέως για θέματα όπως η πολιτική καταπίεση ή οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών, αλλά νομίζω ότι θα ήταν πολύ τραβηγμένη εικασία να πούμε ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιου είδους εξιδανίκευση, αφού άλλωστε κατά τα άλλα οι καταστάσεις που περιγράφονται στις ταινίες αυτές κάθε άλλο παρά εξωραϊσμένες είναι. Μοιάζει να υπάρχει σε επίπεδο προσωπικής ηθικής κάτι που λείπει από το σύγχρονο δυτικό κόσμο. Οι άνθρωποι δεν προσπαθούν να φάνε ο ένας τον άλλον, ο ατομισμός και το προσωπικό συμφέρον δεν είναι το άλφα και το ωμέγα, υπάρχει εντονότατο το αίσθημα της τιμής και του να είσαι σωστός, η φτώχεια και οι ταξικές διακρίσεις πιέζουν πάρα πολύ τον κόσμο και γίνονται αιτίες συγκρούσεων, ωστόσο αυτός ο ηθικός πυρήνας που μοιάζει αδιαπραγμάτευτος είναι μια εντελώς ευπρόσδεκτη ανάσα.