Αυτή τη φορά οι φίλοι μας, οι εκκεντρικοί Βρετανοί, μέσα στη βροχή, αποκάλυψαν το άσχημο, εκτός κλίμακας ομολογουμένως και σαρκαστικό δάχτυλο του David Shrigley στη θέση της τέταρτης πλίνθου στην πλατεία Τραφάλγκαρ κάπως αμήχανα.

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και να μπείτε όλοι στο κλίμα, η πλατεία Τραφάλγκαρ είναι η πιο διάσημη πλατεία του Λονδίνου. Βρίσκεται μπροστά στην Εθνική Πινακοθήκη, είναι η αρχή του Pall Mall, του δρόμου που οδηγεί — ως συμβολικό κόκκινο χαλί — μέχρι τα σκαλοπάτια του παλατιού του Μπάκιγχαμ, αλλά και το σημείο συμβολής αυτού με τον Whitehall, τον δρόμο που φτάνει ως τη Βουλή, πάνω στον Τάμεση — περνώντας μπροστά από την πρωθυπουργική κατοικία, τον αριθμό 10 της Downing Street. Αυτά όμως μάλλον τα ξέρετε.

Ας πάμε στα λιγότερο γνωστά: η πλατεία έχει περιμετρικά τέσσερις πλίνθους. Οι πλίνθοι δεν έχουν καμία χρησιμότητα, μάλλον χαζεύουν από τη θέση τους τους περαστικούς και τους μεθυσμένους του Σαββατόβραδου. Οι δύο νότιες έχουν από έναν ανδριάντα επάνω και από τις βόρειες η μία «φιλοξενεί» έναν έφιππο βασιλέα Γεώργιο IV. H τέταρτη πλίνθος έπεσε θύμα της οικονομικής κρίσης το 1841. Χτίστηκε, αλλά έμεινε για πάντα χωρίς άγαλμα καθώς τα λεφτά υπήρχαν, αλλά φαγώθηκαν.

David Shrigley, Really Good

Η ερημιά της τέταρτης πλίνθου αποκαταστάθηκε όταν το 1998, η Royal Society of Arts συνέλαβε την ιδέα του λεγόμενου Fourth Plinth Project και αποφάσισε να παραγγείλει τρία έργα σύγχρονης τέχνης με σκοπό να κοσμήσουν διαδοχικά την περιφρονημένη Τέταρτη Πλίνθο. Η ειδική επιτροπή που είχε συσταθεί με σκοπό να αποφασίσει για την τύχη της Πλίνθου, γνωμοδότησε να συνεχιστεί εσαεί η διάθεσή της στη φιλοξενία εκ περιτροπής έργων σύγχρονης τέχνης. Έτσι λοιπόν και έκτοτε, ο βλοσυρός Νέλσον που στέκει στη μέση της πλατείας πάνω σε μια κολόνα κορινθιακού ρυθμού, σαν μινιατούρα και τα τέσσερα λιοντάρια που τον φυλάνε, καλούνται να συνομιλήσουν με ένα σωρό ακατανόητα σε αυτόν – και πολλές φορές στο κοινό – έργα, για τα οποία οι Λονδρέζοι με το γνωστό φλέγμα που τους διακρίνει έχουν τελικά αποφανθεί ότι μάλλον αποπατούν την πλατεία. Τα προηγούμενα έργα στην τέταρτη πλίνθο ήταν ο μπλε πετεινός της Katharina Fritsch και το άλογο σκελετός του Hans Haacke.

Katharina Fritsch, Hahn/Cock 2013

Katharina Fritsch, Hahn/Cock 2013

Σειρά έχει ο εικαστικός, εικονογράφος, γελοιογράφος και γλύπτης David Shrigley. Το έργο του «Really Good», ένας μπρούτζινος αντίχειρας με ύψος 32 πόδια κατέλαβε ήδη τη θέση της Τέταρτης Πλίνθου στην Τραφάλγκαρ και θα κοιτάζει υπερήφανα τον γκρίζο συνήθως ουρανό για 18 μήνες. Ο David Shrigley, γνωστός προβοκάτορας με χόμπι να μπερδεύει τους δημοσιογράφους που δεν καταλαβαίνουν αν μιλά σοβαρά ή αστεία είπε το 2015: «Έχω την ελπίδα ότι αυτό το κομμάτι θα κάνει την Trafalgar Square, το Λονδίνο, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον κόσμο ολόκληρο ένα καλύτερο μέρος». Και πρόσθεσε, μπερδεύοντας εντελώς τα πράγματα: «Δε μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι είναι πραγματικά μια μεγάλη ιδέα. Το πράγμα που έχω κάνει είναι κατά κάποιο τρόπο πραγματικά ηλίθιο».

O David Shrigley γεννήθηκε το 1968 στο Macclesfield. Ζει από παιδί στη Γλασκόβη και σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της πόλης. Μπορεί να μην ξέρει κάποιος το όνομά του, αλλά είναι σίγουρο ότι έχει δει έστω μια φορά τα σκίτσα του. Το φανατικό κοινό του έβρισκε τα σκίτσα του στην σαββατιάτικη έκδοση της Γκάρντιαν, σε κάρτες, ακόμα και σε στούντιο των tattoo-artists. Μπορείς να αγαπήσεις ή να μισήσεις τα σχέδιά του. Ή να τα βρεις ανησυχητικά. Η τεχνική με την οποία έχει επιλέξει να σχολιάσει το ασήμαντο, το ανώφελο και το παράξενο είναι περιορισμένη. Ένα χαρτί και ένα μολύβι. Αυτό το στιλ, το σχεδόν παιδικό με την κωμική επίδραση ή την πικρή διαπίστωση αποκλείεται να αγνοηθεί τελικά. όπως και η φράση που το συνοδεύει. Το σχέδιο του Shrigley είναι σκωπτικό, σκοτεινό, βαθύ. Είναι μια μορφή τέχνης με την πιο απλή μορφή και φόρμα. Απλώς αμίμητο.

David Shrigley

Ελάχιστοι καλλιτέχνες σήμερα, μπορούν να συνδυάσουν στο έργο τους τα στοιχεία του Shrigley. Την ορθογραφία και την ανορθογραφία του κόσμου, μια σύνθετη αλλά όχι επίπλαστη αφέλεια, το παιδί που συναντάει με την ευφυΐα του την ευφυΐα ενός ενήλικα, το σωστό και το λάθος. Δεν ακολουθεί κανένα πρότυπο σκιτσογράφου, κανέναν ήδη γνωστό κανόνα. Αντιθέτως: γδέρνει την επιφάνεια της πραγματικότητας και της ευταξίας με τον παχύ μαύρο μαρκαδόρο του. Και με το ίδιο του το σχέδιο, με την αμεσότητά του ακυρώνει την έπαρση του σύγχρονου εννοιολογικού καλλιτέχνη, το ύφος τύπου Ντάμιεν Χιρστ και Σάρα Λούκας καθώς αρνείται πεισματικά να μπει στην ίδια βιομηχανία«Το σχέδιο ήταν διασκεδαστικό όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο, εξακολουθεί να είναι και σήμερα που είμαι ενήλικας», λέει συχνά. Αυτή είναι η άποψή του και για τον κόσμο της τέχνης. Τον θεωρεί μια φούσκα.

Κάνοντας ένα ακόμη ειρωνικό σχόλιο για τη φύση της δικής του «ανείπωτης» γραμμής υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο ένα τσιγαρόχαρτο που χωρίζει την αποδεκτή από τη μη αποδεκτή συμπεριφορά. Ο ίδιος απλώς τεκμηριώνει την πραγματικότητα δίνοντας ένα προκλητικό χτύπημα, αλλά αυτό είναι το είδος του παράλογου που τον ενδιαφέρει. Σε έναν κόσμο κορεσμένο με εικόνες, τα έργα του έχουν καταφέρει να είναι άμεσα αναγνωρίσιμα. Μπορεί κάποιος να μην έχει πατήσει ποτέ σε γκαλερί και να έχει πάρει μια ευχετήρια κάρτα με ένα σχέδιο του Shrigley, να έχει δει τα βίντεο των Blur και των Bonnie ‘Prince’ Billy ή τα κινούμενα σχέδια για την μάρκα ρούχων Pringle. Η τέχνη για τον Shrigley, είναι ένα αισιόδοξο ελπιδοφόρο πράγμα. Η φιλοσοφία πίσω από τα ανθρωπάκια του, πασπαλίζει με άχνη ζάχαρη τις σκοτεινότερες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής με διαβρωτικό χιούμορ.


David ShrigleyΤο δάχτυλο που δείχνει τον ουρανό στην τέταρτη πλίνθο με την περίφημη αισιοδοξία του Shrigley, για το λαμπρό μέλλον της Βρετανίας και τις δηλώσεις του όταν αποφασίστηκε να είναι το έργο του αυτό που θα πάρει τη θέση της τέταρτης πλίνθου, μοιάζει παρελθόν. Το μαύρο χρώμα του μοιάζει επίσης συμβολικό, η υπονόμευση της αισιοδοξίας. Ο σουρεαλιστικά παραμορφωμένος αντίχειρας λένε οι κριτικοί δείχνει μια Βρετανία στη σκιά του Brexit. Το ψηλότερο γλυπτό που έχει μπει ποτέ στην τέταρτη πλίνθο μοιάζει στον κριτικό της Γκάρντιαν ως μια πονηρή παρωδία της κενότητας της δημόσιας τέχνης. Στα αποκαλυπτήρια δε γέλασε κανείς όπως τις προηγούμενες χρονιές. Το μαύρο μακρύ δάχτυλο ενάντια στον ουρανό, στη χώρα των μαύρων παραμυθιών και των φαντασμάτων μοιάζει πολύ δυσοίωνο.