Χρήστος Γραμματίδης

Η πιο δυνατή ανάμνηση που έχω από το 2016 θα μπορούσε να είναι το Brexit ή η εκλογή του Τραμπ. Αλλά δε θα ‘θελα να είναι αυτή. Θα ‘θελα μετά από χρόνια να θυμάμαι, όπως και τώρα, το πώς ένιωσα όταν είδα το The Encounter, την πιο πρόσφατη παράσταση της θρυλικής ομάδας Complicite, ένα σόλο ρεσιτάλ του Σάιμον Μακ Μπέρνυ. Η βραδιά εκείνη στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, μια από τις πιο πλούσιες και αναζωογονητικές εμπειρίες που είχα στη ζωή μου, ήταν για μένα μια αποκάλυψη: άλλαξε για πάντα τον ορισμό του θεάτρου μέσα στο μυαλό μου. Σ’ αυτήν την απαράμιλλη παράσταση, ο Μακ Μπέρνυ χρησιμοποίησε μια σειρά από τεχνικά μέσα για να απαντήσει στο πανάρχαιο καλλιτεχνικό ερώτημα: πώς μπορεί ένας αφηγητής να μπει μέσα στο μυαλό κάποιου; Αυτό που μοιάζει να τον απασχολεί κυρίως είναι η μνήμη και η λειτουργία της. Στην εποχή μας, την εποχή των ψηφιακών συσκευών με την απεριόριστη μνήμη, έχουμε συνηθίσει να καταγράφουμε τα πάντα. Αλλά παρόλο που έχουμε περισσότερα τεκμήρια από οποτεδήποτε άλλοτε στην ιστορία, οι αναμνήσεις μας δεν φαίνονται να είναι πιο έντονες από όσες κατέγραψε ο Ηρόδοτος ή ο Αυγουστίνος ή ο Προυστ. Η παράσταση στοχάστηκε πάνω στο θέμα του χρόνου, της αλήθειας, της μνήμης και της αναπαράστασης. Σπουδαίο θέατρο. Θέατρο του 21ου αιώνα.

Η Συνάντηση. Complicite / Simon McBurney

Η Συνάντηση. Complicite / Simon McBurney

Τώνια Καράογλου / drama queen

Αν στεκόμουν στην επίγευση του θεατρικού 2016, αυτή θα ήταν μάλλον πικρή. Αν παραδεχτούμε πως το θέατρο δεν εξαντλεί το ρόλο του ενώπιον των εκάστοτε θεατών του, αλλά, το κυριότερο, στην αλληλεπίδρασή του με την κοινωνία που βρίσκεται έξω από τις κλειστές αίθουσες, το 2016 στιγματίστηκε από δύο πραγματικά ντροπιαστικές στιγμές. Αναφέρομαι, φυσικά, στο κατέβασμα της παράστασης στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού και στις αντιδράσεις για το διορισμό του Γιαν Φαμπρ ως Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών. Τα γεγονότα σχολιάστηκαν θορυβωδώς, τα αυτοαναφορικά όρια του θεατρικού γίγνεσθαι ανοίχτηκαν έξω στην κοινωνία, αλλά σε τελείως στρεβλή βάση.

Ισορροπία του Nash

Ισορροπία του Nash

Ας σταθώ καλύτερα στις αναμνήσεις μερικών μικρών, πολύτιμων, στιγμών. Όπως στην ενοχική φιγούρα της Αμαλίας Μουτούση να τρώει κρυφά, σαν παιδί, τις καραμέλες που δεν πρέπει, στο «Κουκλόσπιτο» του Γιώργου Σκεύα ή σε αυτή του Τάκη Σπυριδάκη να τραγουδάει τον «Απόκληρο» στον «Άγριο Σπόρο» της Ελένης Σκότη. Στην οργιαστική σκηνή που παρακολούθησα από τον εξώστη του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, θαυμάζοντας μερικούς δεκάδες κομπάρσους στον «Φάουστ» της Κατερίνας Ευαγγελάτου, αλλά και σε μια άλλη ομαδική σκηνή, κι αυτή από κομπάρσους, σε μια από τις αποθήκες του Φεστιβάλ -πόσο ωραία διαμορφωμένη ώστε να εκμεταλλευτεί τις κλίμακες των καθισμάτων-, στη «Σφαγή των Παρισίων» του Χρήστου Θεοδωρίδη. Ακόμη, στη συγκινητική σκηνή της συμφιλίωσης γυναικών και γερόντων, έναν «ύμνο» στην ανθρώπινη φύση και τη φθορά της, στην κατά Μαρμαρινό «Λυσιστράτη».

οld boy

Εκείνη την ημέρα όλα τα ραδιόφωνα έπαιζαν Λέοναρντ Κοέν. Επειδή πέθανε. Οδηγώ και τον ακούω. Ένα κομμάτι της ζωής μου το έχω περάσει οδηγώντας και ακούγοντας Λέοναρντ Κοέν. Επειδή έζησε. Κι επειδή ακούγοντάς τον ζούσα κι εγώ. Και μερικές μέρες πριν έχει ανακοινωθεί το νόμπελ στον Ντίλαν. Και μερικοί τσινάνε. Μα είναι αυτό λογοτεχνία; Ας τσινάνε. Ας σηκώνουν το φρύδι τους. Εμάς να μας σηκώσουν δεν μπόρεσαν ποτέ με τις στεγνές από μουσική λέξεις τους. Οι υπόλοιποι στο άκουσμα της είδησης ξαφνιαζόμαστε, χαμογελάμε, χαιρόμαστε σαν παιδιά. Και σιγοτραγουδάμε. Ντίλαν. Και μερικές μέρες μετά Κοέν. Και οδηγούμε ξανά ακούγοντας τον. Αnd we want to travel with him / and we want to travel blind / and we know that we will trust him / for he’s touched our perfect body with his mind. Μπορεί να μην καταφέρουμε ποτέ στη ζωή μας να γεννήσουμε ομορφιά και αλήθεια. Αλλά κάθε μεγάλος σκηνοθέτης, κάθε μεγάλος συγγραφέας, κάθε μεγάλος μουσικός, κάθε μεγάλος ζωγράφος, κάθε μεγάλος τραγουδοποιός – λογοτέχνης που έχουμε αληθινά και βαθιά αγαπήσει, μας επιτρέπει να ζήσουμε εντός του καλλιτεχνικού δέους, έστω και ως φιλοξενούμενοί του. Δεν είναι καθόλου λίγο. Γιατί από ένα σημείο οικειότητας και τριβής και πέρα, είναι σαν την ταινία να τη γυρίσαμε εμείς, είναι σαν το τραγούδι που τώρα τραγουδάμε στο αυτοκίνητο να το γράψαμε εμείς. Ναι, αυτή η ομορφιά και αυτή η αλήθεια είναι δική μας, στίχο το στίχο, νότα τη νότα. Δεν υπάρχει καμία παραφωνία. Γιατί τραγουδάμε από μέσα μας. Μαζί του. Και για πάντα.

Δανάη Κωτσάκη

Τρομοκρατικές επιθέσεις, προσφυγικό, πολίτες που δοκιμάζονται από την οικονομική κρίση είναι οι πρώτες σκέψεις που μου ήρθαν στο μυαλό κάνοντας την ανασκόπηση του 2016. Ορισμένα από τα κομμάτια που συνθέτουν το παζλ της σημερινής πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας στην οποία ο καθένας μας δημιουργεί το δικό του μικρόκοσμο. Το 2017 έρχεται και σιγά σιγά θέτουμε τους προσωπικούς μας στόχους για τη νέα χρονιά. Στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είδα το «Ξα μου», της Κλειώς Φανουράκη. Μία ταινία τοποθετημένη στην Ελλάδα του σήμερα όπου ένας Διευθυντής ξενοδοχείου μένει άνεργος. Πάνω στη μονοτονία και την απελπισία του μπλέκει με το τζόγο, έρχεται όμως η ζωή να του θυμίσει πτυχές της που μέσα στο άγχος της δουλειάς και στο κυνήγι του πλούτου είχε ξεχάσει. Από το ακριβό γραφείο του βρίσκεται στους αμπελώνες της Κρήτης να φτιάχνει μούστο, ενώ έρχεται κοντά με ανθρώπους γνήσιους που χαίρονται τις μικρές καθημερινές χαρές και γεύονται κάθε στιγμή όπως το παλιό καλό κρασί. Αυτό είναι που μας λείπει. Να ξαναβρούμε αισιοδοξία και ευχαρίστηση σε πιο απλά πράγματα που μέχρι τώρα ο καθένας μας για τους δικούς του λόγους δεν είχε αφιερώσει χρόνο στο να τα δοκιμάσει. Να επαναπροσδιορίσουμε τους εαυτούς μας και να καλωσορίσουμε τη νέα χρονιά.

«Ξα μου», της Κλειώς Φανουράκη

«Ξα μου», της Κλειώς Φανουράκη

Αργυρώ Μποζώνη

Και έτσι, έφτασε το 2016 και έπεσε ανάμεσά μας στο τραπέζι, σαν μολύβι ο φόβος για τα ταξίδια. Πολλές φορές αυτό που μας συμβαίνει στο παρόν, δεν έχει κατάταξη, ο χρόνος πρέπει να κυλήσει, να παγώσει, να γίνει ιστορικός και μετά να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί. Ο φόβος για τα ταξίδια είναι αυτή τη χρονιά σχεδόν αυτόματος, σαρωτικός. Σε μια χρονιά που κλείνουν τα σύνορα της Ευρώπης για τους πρόσφυγες, κλείνουν και τα δικά μας σύνορα αυτά της περιπέτειας. Όποιος έχει δει σωρούς από λουλούδια στην St. Catherine στις Βρυξέλλες, στο εβραϊκό μπακάλικο του Παρισιού, στη λαϊκή του Βερολίνου, τολμάει όλο και λιγότερο να αποδράσει. Το πνεύμα το ελεύθερο και η ταξιδιάρα ψυχή ζορίζονται. Το 2016 είναι η χρονιά που σε έναν κόσμο που ζει μέσα στο φόβο της τυφλής βίας, σκέφτηκα και διπλοσκέφτηκα το που θα ταξιδέψω, εγώ, που πιστεύω στο μοιραίο και στο τυχαίο και στο «όσα σου γράφει…». Αλλά σκέφτηκα πιο πολύ τη χαμένη ανεμελιά των επόμενων, το βλέμμα τους στα άδεια μετρό, στις πολυσύχναστες πλατείες. Αν πέτυχε κάτι η τρομοκρατία είναι αυτό. Στο βάθος, υπάρχει ένα σκουπιδάκι λύπης, σκέψης, φόβου. Μικρό, αδιόρατο, αλλά αξέχαστο. Που με το χρόνο μεγαλώνει και επιδεινώνεται σαν πληγή που δεν κλείνει. Θρηνώ για τη χαμένη ζωή του ανέμελου διαβάτη σε ένα δρόμο της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και για τη χαμένη ανεμελιά του ταξιδιώτη.

Κατερίνα Παρρή

Αφήνοντας κατά νου το ‘16 και πηγαίνοντας στο ‘17, τα πιο έντονα κατάλοιπα που έρχονται με λέξεις είναι: αριστερά, δημοψήφισμα, Φαμπρ και διοικητικά συμβούλια. Πολλά. Ανακοινώσεις από διοικητικά συμβούλια, επιστολές πήγαινε-έλα, παραστάσεις που κατεβαίνουν εν μια νυκτί, παραιτήσεις και αναθέσεις ειδικών συμβούλων. Ένα καταπονημένο Φεστιβάλ Αθηνών με έναν showman εκ Βρυξελλών. Η ελληνική δημιουργία από την έλευση του «ξένου» προγραμματισμού ένιωσε να απειλείται και πριν ακόμα υλοποιηθεί εκτοπίστηκε με τον έντονο «ελληνικό» τρόπο. Η ξένη απειλή έφυγε οικειοθελώς αφήνοντας μήνυμα: «Ανοίξτε τα αυτιά σας και τα μάτια σας». Το ΕΜΣΤ και το Νιάρχος  άνοιξαν και ίσως αυτά έπρεπε να γραφτούν γιατί είναι τα χαρμόσυνα νέα του ‘16 αλλά μάλλον οι εντάσεις και οι απώλειες κερδίζουν τις εντυπώσεις. Ευτυχώς μπορούμε να θυμόμαστε ότι υπάρχουν κι άλλοι «Δίαυλοι» επικοινωνίας, πιο ανοιχτοί, σαν εκείνους του Ερρίκου Μπελιέ που έφυγε το ’16 λέγοντας:

«οι άνθρωποι είναι σκληροί και οι θεοί αδύναμοι
κι εμείς άδειοι από κάθε τι εκτός από λυγμούς».

Prometheus—Landscape II, Jan Fabre

Prometheus—Landscape II, Jan Fabre

Άννα Ρούτση

Νομίζω ότι το 2016 ήταν ένας πραγματικός «κόφτης» για καλλιτέχνες, κυρίως μουσικούς, με τους οποίους συνδέσαμε τη μουσική και τη ζωή μας την ίδια. Μετρήσαμε πολλές απώλειες. Αλλά αυτό που μου έμεινε στην εκπνοή του 2016 ήταν ορισμένες σκηνές από την ταινία «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» του Κεν Λόουτς. Η πείνα και η εξαθλίωση, το πώς ένα απρόσωπο σύστημα μπορεί να σε πετάξει έξω, να σε εξοντώσει με τον πιο τυπικό και «νόμιμο» τρόπο, με καθαρά χέρια και χωρίς καμία λογοδοσία. Ο εκμηδενισμός της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας, ο λαβύρινθος της γραφειοκρατίας, αριστοτεχνικά φτιαγμένος έτσι που να μη βγάζεις άκρη μέχρι να τα παρατήσεις κι όλα αυτά στο όνομα του εκσυγχρονισμού και της εκλογίκευσης υπηρεσιών και δαπανών. Βγαίνοντας με δάκρυα απ’ το θυμό και την αδικία, τα οποία προσπαθούσα να κρύψω απ’ τα έκπληκτα μάτια των επόμενων θεατών, ο αγαπημένος Γιάννης, η ψυχή του Ιντεάλ, μου φώναζε: «Μπράβο, να κλαις, να κλαις και να θυμώνεις, γιατί πρέπει επιτέλους να θυμώνουμε!».

Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ

Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ

Βαρβάρα Σαββίδη

Η χρονιά όπου ξυπνούσες το πρωί και μια νέα δυσάρεστη είδηση σε περίμενε. Από τη λίστα των ηρώων μας, διαγράφονταν ένας ένας: David Bowie, Sir George Martin, Prince, Glenn Frey, Pete Burns, Leonard Cohen, George Michael από τη μουσική, Abbas Kiarostami, Guy Hamilton, Michael Cimino, Alan Rickman, Gene Wilder, Zsa Zsa Gabor στο θέατρο και τον κινηματογράφο, Harper Lee, Umberto Eco, Elie Wiesel, Edward Albee στη λογοτεχνία. Κι όσο χάνονταν οι ήρωές μας, τόσο, ειδικά αυτή τη χρονιά, θριάμβευσαν οι δαίμονες που προσπαθούσαμε να εντάξουμε στη σφαίρα του φανταστικού. Δε θα ξεχάσω ποτέ να ξυπνώ νωρίς το πρωί και να παρακολουθώ αργά και βασανιστικά το χάρτη της Αμερικής να κοκκινίζει, με κάθε πολιτεία που κατακτούσε ο Τραμπ, αδυνατώντας να πιστέψω τι κρυβόταν κάτω από το χαλί. Σε όλο αυτό το εφιαλτικό σκηνικό, καταφύγιο είναι πάντα οι ήρωες, αυτοί που έφυγαν, αλλά κι αυτοί που μένουν, όπως οι Radiohead, που κυκλοφόρησαν νέο – εξαιρετικό – δίσκο μέσα στο 2016 κι ένα εκπληκτικό live τους που είχα την τύχη να δω την άνοιξη στη Βαρκελώνη, με το ανατριχιαστικό (και τόσο εύστοχο) «Burn the witch» να ανοίγει το live: Abandon all reason / Avoid all eye contact / Do not react / Shoot the messengers.

Ευχές για μια Καλή Χρονιά !