Λίγοι άνθρωποι, μετρημένοι στα δάχτυλα σφράγισαν την εικόνα του ελληνικού θεάτρου όσο ο Γιώργος Πάτσας. Όχι μόνο για την ιδέα της σκηνογραφίας και της ενδυματολογίας που υπηρέτησε ως τέχνη με πάθος και προσήλωση αλλά και για τον χαρακτήρα του.

Γιώργος Πάτσας | (c) Αργυρώ Μποζώνη

Γιώργος Πάτσας | (c) Αργυρώ Μποζώνη

Καθώς οι επιδόσεις πέραν της τέχνης λίγο ενδιαφέρουν το κοινό, η περίπτωση της παρουσίας του Γιώργου Πάτσα στη «ζωή» του ελληνικού θεάτρου θα μείνει αλησμόνητη. Η είδηση του θανάτου του σε ηλικία 74 ετών, βάζει τη λέξη τέλος σε ολόκληρο το οικοδόμημα μιας γενιάς που μεταμόρφωσε τις θεατρικές σκηνές, η απουσία του είναι μια απώλεια όχι μόνο για το θέατρο αλλά και τη σύγχρονη τέχνη.

Ο Γιώργος Πάτσας ήταν ένας άνθρωπος πνευματικός που για πενήντα ολόκληρα χρόνια με το σημαντικό και καθοριστικό του έργο, μια αισθητική προσωπική και σπάνια και μια γνώση που ξεπερνούσε το ρόλο του, σκηνογράφησε εκατοντάδες παραστάσεις κινηματογράφου και θεάτρου στην Ελλάδα και το εξωτερικό και υπηρέτησε διαφορετικά είδη, όπερα, αρχαίο δράμα, πρόζα, μιούζικαλ, κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο με νεωτερικές και πρωτοπόρες ιδέες. «Το μόνο που ήθελα ήταν να γίνω σκηνογράφος και τίποτε άλλο. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που συνεχίζω να αγαπώ με το ίδιο πάθος αυτό που κάνω» έλεγε συχνά.

Η τελευταία του δουλειά ήταν στο Εθνικό Θέατρο, στην παράσταση «Ψηλά από τη γέφυρα» που σκηνοθετεί η σύζυγός του Νικαίτη Κοντούρη.

Ψηλά από τη γέφυρα

Ο Γιώργος Πάτσας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944. Σπούδασε στη Σχολή Βακαλό, δίπλα στους Γιώργο Βακαλό, Παναγιώτη Τέτση και Παύλο Μοσχίδη, αποφοιτώντας το 1965. Το 1968 ξεκίνησε την επαγγελματική σταδιοδρομία του, σκηνογραφώντας το έργο «Ταρτούφος» του Μολιέρου στο ΚΘΒΕ.

Συνεργάστηκε με τα περισσότερα θέατρα της Αθήνας, καθώς και με σκηνές και φεστιβάλ του εξωτερικού όπως το Volkstheater της Βιέννης, το Schauspielhaus της Ζυρίχης, το Stadtheater της Λουκέρνης, το Θέατρο Mc Carter Princeton στις ΗΠΑ, το Landestheater στο Τίμπινγκεν της Γερμανίας, το Φεστιβάλ της Μέριντα στην Ισπανία, το Θέατρο Ταγκάνκα της Μόσχας, το Θέατρο Ολύμπικο στη Βιντσέντζα της Ιταλίας, το Schauspielhaus του Ντίσελντορφ και το Αλεξαντρίσκυ της Αγίας Πετρούπολης. Ασχολήθηκε συστηματικά με την αρχαία ελληνική τραγωδία, σκηνογραφώντας στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Είχε διατελέσει πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου και συνεργαζόταν με την Εθνική Λυρική Σκηνή από το 1971. Κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς πορείας συνεργάστηκε με πολλούς Έλληνες σκηνοθέτες: Μινωτή, Θεοδοσιάδη, Βολανάκη, Ευαγγελάτο, Παπαγεωργίου, Κοντούρη, Τερζόπουλο, Βογιατζή, Αντύπα, κ.α.

Θέατρο Άττις, Αισχύλου, Πέρσες

Μεταξύ των βραβείων που του έχουν απονεμηθεί είναι: δύο φορές το Ασημένιο Μετάλλιο της Διεθνούς Έκθεσης Σκηνογραφίας Κουαντρενιάλ της Πράγας (1995 και 2003), το Μεγάλο Βραβείο της Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής για τα σκηνικά της παράστασης «Η νύχτα της κουκουβάγιας» του Γιώργου Διαλεγμένου (1998), σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, και το κρατικό βραβείο για τα κοστούμια της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998).

Μια αιωνιότητα και μια μέρα του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Τον αποχαιρετούμε με σεβασμό για όσα μάθαμε, με αγάπη για την εντιμότητα, τη σοβαρότητα και το πάθος που είδαμε να ακτινοβολεί στις μοναδικές εργασίες του. Με την απώλειά του η οικογένειά του και η οικογένεια του θεάτρου στερείται μιας μοναδικής προσωπικότητας.