Τολμώ να ξεκινήσω το κείμενο με αυτό που προκύπτει ως τελική μου διαπίστωση: ο Γιώργος Σκεύας σκηνοθετώντας το «Κουκλόσπιτο» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων ανέβασε τον Ίψεν όπως του αξίζει.

Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το αν ο Ίψεν είναι παρωχημένος ή όχι, όμως τα συνεχή ανεβάσματά του ανά τον κόσμο μάλλον δείχνουν πως αντέχει για τα καλά. Από τις πιο κλασικότροπες παραστάσεις που εκμεταλλεύονται τη δραματουργική επάρκεια των έργων και τη σκιαγράφηση «αβανταδόρικων» πρωταγωνιστών/πρωταγωνιστριών μέχρι τις πιο ριζοσπαστικές που τον χρησιμοποιούν ως βήμα για την αναδιατύπωση των κοινωνικών του μηνυμάτων, ο καθένας βρίσκει κάποιο λόγο για να ανεβάσει Ίψεν.

Τα τελευταία δυο-τρία χρόνια ένα ελληνικό δίδυμο, ο Χάρης Πεχλιβανίδης και η Κορίνα Βασιλειάδου, με υποτροφία από το ίδιο το Ινστιτούτο Ίψεν της Νορβηγίας, δουλεύουν πάνω στο συγγραφέα και, ενώνοντας τη φωνή του με άλλα κείμενα ή/και ντοκουμέντα, καταθέτουν το πολιτικό τους σχόλιο για τη σύγχρονη Ελλάδα (μετά το «Ορυχείο Ίψεν», ένα σχόλιο με αφορμή τον «Εχθρό του λαού» για το θέμα των ορυχείων χρυσού στις Σκουριές της Χαλκιδικής, ετοιμάζουν τώρα, με βάση πέντε έργα του συγγραφέα, μια πολιτική αναδρομή στις ελληνικές εκλογές από το 1981 ως σήμερα). Ο Τόμας Οστερμάιερ, πάλι, είναι μια από τις ιδιαίτερες εκείνες περιπτώσεις σκηνοθετών που ενώ συγκαταλέγει σταθερά τον Ίψεν στις προτιμήσεις του, άρα βρίσκει σημεία επαφής μαζί του, ουσιαστικά αρνείται τη δραματουργική του επάρκεια, αφού στις παραστάσεις του (τις περισσότερες είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο Φεστιβάλ Αθηνών) παρεμβαίνει τόσο δραστικά στην ιψενική δραματουργία, ώστε καταλήγει να τη σαμποτάρει. Και μια ο λόγος για το «Κουκλόσπιτο», είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του δικού του ανεβάσματος (2006) που ήθελε τη Νόρα εντέλει να σκοτώνει το σύζυγό της, μετατοπίζοντας έτσι άρδην το όλο πλαίσιο θεώρησης του έργου και, κυρίως, της ηρωίδας.

Προσωπικά, αγαπώ πολύ τον Ίψεν και δεν μπόρεσα ποτέ να μπω στη λογική της συζήτησης αν είναι ξεπερασμένος ή όχι, ίσως επειδή είχα την τύχη να τον διδαχτώ από τον Νικηφόρο Παπανδρέου. Mε ενδιαφέρουν τα θέματά του και απολαμβάνω τους, με λεπτομέρεια, σκιαγραφημένους ήρωες -και ηρωίδες- του, όπως και τις σχέσεις μεταξύ τους. Από την άλλη, στις δεκάδες ιψενικές παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει, δε νομίζω πως -στις καλές περιπτώσεις- είχε καταφέρει κάποια να πάει πολύ πάνω από το επίπεδο μιας στρωτής ανάγνωσης με καλές ερμηνείες. (Μια από τις σημαντικότερες -και ευτυχέστερες κατά γενική ομολογία- σύγχρονες παραστάσεις Ίψεν που παίχτηκαν στην Ελλάδα, του «Κουκλόσπιτου» μάλιστα, των Φλαμανδών TgSAN, δεν είχα την τύχη να τη δω).

Και να που η έκπληξη ήρθε από ένα, κατά κάποιον τρόπο, outsider. Outsider, γιατί ο κινηματογραφιστής Γιώργος Σκεύας, αν και επί χρόνια συνεργάτης του Λευτέρη Βογιατζή και με εμπειρία στην κινηματογράφηση για το θέατρο, δεν έχει -αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος- ιδιαίτερο σκηνοθετικό παρελθόν στο θεατρικό σανίδι.

Με την παράστασή του ο Γιώργος Σκεύας στόχευσε κατευθείαν στην ουσία του έργου

Με την παράστασή του, όμως, στόχευσε κατευθείαν στην ουσία του έργου, όπως φάνηκε ουσιαστικά από τον τρόπο που διάβασε τους δύο κεντρικούς ήρωες και τη μεταξύ τους σχέση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί πως το «Κουκλόσπιτο» δεν έχει να κάνει με μια γυναίκα που αφήνει το σπίτι της (σύζυγο και παιδιά), ούτε με το αν αυτό το ζήτημα (συνεχίζει να) είναι άξιο σκηνικού λόγου. Δεν έχει καν να κάνει με την διάψευση της αγάπης της Νόρας, απέναντι σε έναν απρόθυμο να την υπερασπιστεί Τόρβαλτ, όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Έχει να κάνει με την απογύμνωση της αλήθειας· με τη Νόρα που συνειδητοποιεί πως όλη της τη ζωή υποδυόταν έναν ρόλο, αυτόν της «κουκλίτσας» -υπάκουης, επιθυμητής και πρόσχαρης-, πρώτα για χάρη του πατέρα της και έπειτα για του άνδρα της· με τη συνειδητοποίηση πως ο Τόρβαλτ την αγαπάει στο βαθμό που η ίδια υποδύεται πειστικά αυτόν τον ρόλο. Εγκαταλείποντας το «κουκλόσπιτό» της, ένα χρυσό κλουβί στην πραγματικότητα -και μάλιστα παρόλο που η καταστροφή αποτρέπεται την τελευταία στιγμή και τα πράγματα μπορούν να συνεχίσουν όπως παλιά, και χωρίς το βραχνά του χρέους- η Νόρα ουσιαστικά εγκαταλείπει την εικόνα του εαυτού της όπως τον γνώριζε. Μπορεί να μην ξέρει ακόμη ποια είναι, αλλά ξέρει πλέον ποια δεν θέλει να είναι. Κι αυτή η δύναμη της Νόρας να απαρνηθεί το ψέμα μόλις το συνειδητοποιήσει και να κάνει ένα μεγάλο, μοναχικό βήμα προς την αυτογνωσία δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε συνηθισμένη, ούτε παρωχημένη.

b_4853_dscf6252

Στην παράσταση τώρα, ο τρόπος που υποδύθηκαν η Αμαλία Μουτούση και ο Άρης Λεμπεσόπουλος τους δύο κεντρικούς ρόλους ήταν αποκαλυπτικός – όπως και η μεταξύ τους χημεία (ειδικά ο τρόπος που συνομίλησαν σώμα με σώμα στην τελευταία τους σκηνή πριν τον αποχαιρετισμό είναι αληθινά αξιομνημόνευτος). H Μουτούση έφερε στο σώμα και στο λόγο της την επιτήδευση του ανθρώπου που έχει κάνει δεύτερη φύση του μια συγκεκριμένη συμπεριφορά – σε σημείο, ενδεχομένως, που αυτή η επιτήδευση να ενοχλεί -αν και εμένα με κέρδισε-, η οποία, πάντως, δικαιολογείται δραματουργικά.

Ο τρόπος που υποδύθηκαν η Αμαλία Μουτούση και ο Άρης Λεμπεσόπουλος τους δύο κεντρικούς ρόλους ήταν αποκαλυπτικός

Είναι, επίσης, αξιοσημείωτος ο τρόπος που σωματοποίησε το υπόγειο άγχος της ηρωίδας μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, όπως, π.χ., στη νευρικότητα που έκρυβε η επιλογή να μασουλάει στα κρυφά καραμέλες, κατά παράβαση της οδηγίας του Τόρβαλτ. Μπορεί η Νόρα να διανύει ολόκληρο το έργο μέχρι να δει ότι υποδύεται έναν ρόλο, όμως στη Νόρα που έπλασε η Αμαλία Μουτούση εμείς οι θεατές βλέπαμε εξαρχής το οικοδόμημα της «κούκλας» και μαζί και τις ρωγμές του. Η ερμηνεία του Άρη Λεμπεσόπουλου από την πλευρά της συναγωνίστηκε -αν δεν ξεπέρασε- σε ευστοχία αυτή της συμπρωταγωνίστριάς του· αυτό που, κυρίως, πέτυχε ήταν η ανάδειξη, αλλά σε δεύτερο πλάνο -και γι’ αυτό σημαντική-, της χειριστικής πλευράς του· πίσω από την αδυναμία και τη φροντίδα που τρέφει για τη Νόρα, ο Τόρβαλτ του Λεμπεσόπουλου δε μας ήταν συμπαθής, ίσως ακόμη και να φαινόταν αδιόρατα επικίνδυνος. Η έκρηξη του, δε, κατά της Νόρας, όταν μαθαίνει το μυστικό της, χαμηλόφωνη, απαξιωτική, σχεδόν ψυχρή, ήταν υπόδειγμα σύγχρονου θεάτρου.

Οι υπόλοιποι ρόλοι πλαισίωσαν άξια, αλλά μπαίνοντας σε δεύτερη μοίρα, τους δύο πρωταγωνιστές, τα σκηνικά μάς έκλειναν το μάτι με την ελαφρώς μικρότερη, σαν σε κουκλόσπιτο, κλίμακά τους, ενώ η συνολική ατμόσφαιρα (κοστούμια, όψη, φωτισμοί) ανέδειξε και αισθητικά την παράσταση.

* Με αφορμή αυτόν τον τίτλο

Info παράστασης: «Το Κουκλόσπιτο» του Χένρικ Ίμπσεν σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα | 6 Φεβρουαρίου – 24 Απριλίου 2016 | Τετάρτη στις 20.00, Πέμπτη & Παρασκευή στις 20:30, Σάββατο στις 21:15, Κυριακή στις 19:00 | Είσοδος 10 – 16€ | Θέατρο της οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής