Εκατόν είκοσι έξι χρόνια μάς χωρίζουν από την ημέρα που γεννήθηκε η Αγκάθα Κρίστι στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890, αλλά μέχρι σήμερα είναι ως «βασίλισσα του εγκλήματος» η πιο ζωντανή λογοτεχνική παρουσία στους εκατομμύρια θαυμαστές και αναγνώστες των βιβλίων της. Γιατί δεν υπάρχει φαν του νουάρ μυθιστορήματος που να μην έχει διαβάσει έστω ένα μυθιστόρημα της Αγκάθα.

Εκτός του ότι η Κρίστι έχει γράψει ένα μυθιστόρημα που η θεατρική του μεταφορά όπως φαίνεται θα διαρκέσει για πάντα, την Ποντικοπαγίδα, οι πωλήσεις των 80 βιβλίων της ξεπεράστηκαν μόνο από την Αγία Γραφή και τον Σαίξπηρ. Εκτιμάται ότι τα βιβλία της έχουν πουλήσει 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα στα αγγλικά και ένα ακόμη δισεκατομμύριο σε 103 άλλες γλώσσες παγκοσμίως.

Όταν η Ποντικοπαγίδα έκανε πρεμιέρα στο West End του Λονδίνου το 1952, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί την επιτυχία της παράστασης. Έχει ξεπεράσει τις 30.000 παραστάσεις και για να καταλάβουμε το μέγεθος του εγχειρήματος, ο εγγονός της στον οποίο έχει αφήσει τα δικαιώματα μόνο αυτού του έργου είναι εκατομμυριούχος.

Το έργο-για μια ομάδα ανθρώπων παγιδευμένων σε πανσιόν αποκλεισμένη απ’το χιόνι, με ένα δολοφόνο ανάμεσα τους-ήταν αρχικά ραδιοφωνικό σκετς, με τίτλο «Τρεις τυφλοπόντικες», που γράφτηκε με αίτημα της Βασίλισσας Μαίρης το 1947. Η Αγκάθα Κρίστι το έγραψε στο Ντέβον της Αγγλίας, στο σπίτι και καταφύγιό της Γκρίνγουεϊ Χάουζ, στο οποίο έμενε από το 1938 έως το 1959. Σήμερα, το μέρος που αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλο στον κόσμο είναι επισκέψιμο στο κοινό.

Η Αγκάθα Κρίστι ξεκίνησε να γράφει μυθιστορήματα επειδή απλώς η αδερφή της, της είπε ότι δεν μπορεί να το κάνει. Έγραφε στην μπανιέρα, συνήθεια που σταμάτησε όταν άρχισαν να μη της αρέσουν οι μπανιέρες που σχεδίαζαν εκείνη την εποχή. Επί σειρά ετών εξέδιδε τρία βιβλία το χρόνο. Η εξαφάνισή της για 11 ημέρες, το 1926, παρέμεινε για πάντα ένα μεγάλο μυστήριο. Κανείς δεν μπόρεσε να δώσει λύση στη μυθιστορηματική της εξαφάνιση. Πάντως η ίδια βρέθηκε σώα και αβλαβής σε ένα ξενοδοχείο στο Harrogate. Το δωμάτιο το είχε κλείσει στο όνομα της ερωμένης του συζύγου της. Ο Άρτσι και η Άγκαθα Κρίστι ήταν από τους πρώτους Βρετανούς σέρφερς. Ο δεύτερος σύζυγος της Κρίστι ήταν ο αρχαιολόγος Μαξ Μάλουαν. Με το απαράμιλλο χιούμορ της είχε δηλώσει ότι μόνο ένας αρχαιολόγος μπορεί να εκτιμήσει μια γυναίκα που γερνάει.

Ο ήρωάς της Ηρακλής Πουαρό πεθαίνει το 1975 στο μυθιστόρημα Η κουρτίνα. Η αντίδραση των θαυμαστών του ήταν τόσο μεγάλη ώστε ο Πουαρό νεκρολογήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1976 στο πρωτοσέλιδο των The New York Times. Λίγους μήνες αργότερα έφυγε από τη ζωή και η γυναίκα που τον δημιούργησε, στις 12 Ιανουαρίου 1976.

Στην εκατοστή εικοστή πέμπτη επέτειο από τη γέννησή της το BBC, έκανε μια μεγάλη δημοσκόπηση για το πιο δημοφιλές και αγαπημένο βιβλίο της συγγραφέως. Το μυθιστόρημα μυστηρίου Και Μετά Δεν Υπήρχε Κανείς (γνωστό επίσης ως “Δέκα Μικροί Ινδιάνοι” και “Δέκα Μικροί Νέγροι”) ψηφίστηκε πρώτο. Ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα και της ίδιας της Αγκάθα Κρίστι, ενώ  στο βιβλίο δεν πρωταγωνιστεί κανένας από τους διάσημους ήρωές της, ούτε ο Ηρακλής Πουαρό ούτε η Μις Μαρπλ. Κυκλοφόρησε το 1939 και μέρος της δημοφιλίας του οφείλεται στις κινηματογραφικές και θεατρικές του μεταφορές και έχει πουλήσει περισσότερα από 100 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, γεγονός που το κατατάσσει στις πιο δημοφιλείς νουβέλες όλων των εποχών.

Στη ζωή της Αγκάθα Κρίστι υπάρχουν πολλά αξιομνημόνευτα περιστατικά που κυκλοφορούν ως μύθοι ανάμεσα στους θαυμαστές της, όπως η αντιπάθεια που έτρεφε στο πρόσωπό της η γυναίκα του αρχαιολόγου και συναδέλφου του συζύγου της Μαξ Μάλουαν, Σερ Λέοναρντ Γούλεϊ, η οποία της απαγόρευσε να μένει σε ανασκαφική κατασκήνωση της Μεσοποταμίας με το σύζυγό της. Η Αγκάθα Κρίστι την τιμώρησε κάνοντάς την «ηρωίδα» στο βιβλίο της Φόνος στη Μεσοποταμία. Στην υπόθεση, η σύζυγος ενός διευθυντή αρχαιολογικών ανασκαφών δολοφονήθηκε με ένα αρχαίο σκήπτρο. Η Κρίστι αφιέρωσε το βιβλίο στους Γούλεϊ, που δεν τους ξαναμίλησαν ποτέ.

Ξεκινώντας το 1930 και συνεχίζοντας ως το 1956, έγραψε τρία ρομαντικά μυθιστορήματα με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μαίρη Γουεστμάκοτ. Το ψευδώνυμο ήταν σύνθεση του μεσαίου ονόματός της, Μαίρη, ενώ το Γουεστμάκοτ ήταν επίθετο των συγγενών της.

Παρόλο που έλυνε τα μυστήρια, δεν μπόρεσε ποτέ να λύσει το μυστήριο με κάποια χαμένα πολύτιμα κοσμήματά της. Στην αυτοβιογραφία της τα αναφέρει ως χαμένα κοσμήματα, όμως το 2014, ο οίκος Μπόναμ ανακοίνωσε την ανακάλυψη και δημοπράτηση μιας διαμαντένιας πόρπης και ενός διαμαντένιου δαχτυλιδιού. Τα δυο αντικείμενα βρέθηκαν στα χέρια ενός θαυμαστή της όταν αυτός πήρε μέρος στην εκποίηση των αντικειμένων του Greenway Εstate που διαχειρίζεται το σπίτι και την περιουσία της. Πλήρωσε 100 λίρες για ένα παλιό ταξιδιωτικό μπαούλο που ανήκε στην μητέρα της Κρίστι και ανακάλυψε ότι μέσα υπήρχαν κρυμμένα τα παλιά οικογενειακά κοσμήματα. Το δαχτυλίδι πωλήθηκε για 21.875 λίρες και η πόρπη για 27.500 λίρες.