Αποτέλεσμα μιας βιωματικής και δημιουργικής διαδικασίας με ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται με τον HIV, η εικαστική εγκατάσταση “To Whom It May Concern” μας προ(σ)καλεί να δούμε τον HIV αλλιώς: όχι ως απειλή, αλλά ως μια ανθρώπινη εμπειρία, την οποία όλοι μπορούμε να κατανοήσουμε και με την οποία όλοι μπορούμε να συνδεθούμε. Χωρίς φόβο. Χωρίς προκατάληψη. Να κοιτάξουμε τον HIV όπως πραγματικά είναι: κάτι που μας αφορά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Συραγώ Τσιάρα, Διευθύντρια του ΚΣΤΘ, που φιλοξενεί την εγκατάσταση, «το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης έχει ως πρωτογενή σκοπό την υποστήριξη, τεκμηρίωση και προβολή των εικαστικών τεχνών, αλλά ο ρόλος του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το πλαίσιο. Με τα εργαστήρια, τις δημόσιες συζητήσεις, τους κύκλους μαθημάτων και τις διαθεματικές δράσεις επιδιώκει να καταδείξει τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, την εποχή και τα ζητήματα που απασχολούν διαφορετικές κατηγορίες πολιτών, αλλά και να ενισχύσει την ορατότητα και το δημόσιο διάλογο για θέματα που δύσκολα προσεγγίζουμε. Ως εκ τούτου, μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα συλλογικά εγχειρήματα που προτείνουν εναλλακτικούς τρόπους για να κατανοούμε τον κόσμο και να συμβιώνουμε μέσα στις καθημερινές δυσκολίες και αντιφάσεις μας.»

«Ο φόβος είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ενημέρωση και στην προστασία μας από τον HIV»

Από την πλευρά τους, οι Μουσειοπαιδαγωγοί – Υπεύθυνες συντονισμού από πλευράς Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Εύη Παπαβέργου και Κατερίνα Παρασκευά, αναφέρουν ότι «το καλλιτεχνικό project “To Whom It May Concern” είναι ένα project φτιαγμένο από ανθρώπους που η ζωή τους προσανατολίζεται γύρω από τον HIV, αλλά το περιεχόμενο των εικόνων και τον λόγων τους μας αγγίζει και σε μια υπαρξιακή διάσταση με έντονο τρόπο. Με βάση τη λογική ότι η τέχνη δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να σκέφτονται διαφορετικά και με το δεδομένο ότι η ελληνική κοινωνία είναι πίσω από τις ιατρικές εξελίξεις και την πραγματικότητα, στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης με ιδιαίτερη χαρά φιλοξενούμε την εικαστική εγκατάσταση του project, με την ελπίδα ότι ο λόγος που αρθρώνεται θα ενδυναμώνεται συνεχώς και πολύ σύντομα οι σκοταδιστικές κοινωνικές αντιλήψεις (όπως το σκάνδαλο με τις οροθετικές) θα ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν.»

Με αφορμή την εγκατάσταση που ολοκληρώνει σε λίγες μέρες την παρουσίασή της, μιλήσαμε με τον Αλέξανδρο Μιχαήλ, ο οποίος υπογράφει τη σύλληψη και την επιμέλεια του πρότζεκτ, και τις Ελισάβετ Αντωνιάδου, εκπρόσωπος του Κέντρου Ζωής Θεσσαλονίκης και Αμαλία Μανωλοπούλου, εκπρόσωπος της «Θετικής Φωνής» Θεσσαλονίκης.

Αλέξανδρος Μιχαήλ

Αλέξανδρος Μιχαήλ

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τον τίτλο της εγκατάστασης: Πόσους πιστεύετε ότι αφορά σήμερα το ζήτημα του HIV και πώς το αντιμετωπίζουμε αρκετές δεκαετίες μετά την εμφάνισή του;
Αλέξανδρος Μιχαήλ: Ο HIV είναι ένα θέμα που στην πράξη αφορά τον καθένα από εμάς. Ο φόβος, η προκατάληψη και η έλλειψη της δικής μας ενημέρωσης, μας κάνουν να νομίζουμε ότι αφορά μόνο συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες με συγκεκριμένους τρόπους ζωής. Μας κάνουν να πιστεύουμε ότι εμείς για κάποιον απροσδιόριστο λόγο είμαστε στο απυρόβλητο. Γι’ αυτό τον αντιμετωπίζουμε με επιπολαιότητα. Δεν αντιλαμβανόμαστε τη δική μας ευθύνη και τον προβάλλουμε σαν ένα «κακό» πάνω σε κάποιους αόριστους «άλλους». Με την αντιρετροϊκή αγωγή ένα οροθετικό άτομο μπορεί σήμερα να ζει μια ζωή όπως κάθε οροαρνητικός. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούμε να βλέπουμε στον HIV το βλέμμα της Μέδουσας, το προσωπείο του θανάτου. Ο τίτλος έχει μια ελαφρά ειρωνεία και μια πρόκληση.

Με την εγκατάσταση αυτή τι θέλετε να δείξετε;
Αλέξανδρος Μιχαήλ: 
Το ανθρώπινο πρόσωπο του HIV. Την οροθετικότητα ως ανθρώπινη εμπειρία που μπορούμε να διαχειριστούμε. Με την οποία μπορούμε να συνδεθούμε. Ότι τα οροθετικά άτομα δεν είναι «οι άλλοι», κάποια μυστήρια και ακατανόητα πλάσματα. Στα εγκαίνια της εγκατάστασης στο ΚΣΤΘ κάποιος αναρωτήθηκε κοιτώντας το πλήθος «μα οι ίδιοι οι δημιουργοί των έργων δε θα έρθουν στα εγκαίνια;». Και απάντησα «και πού ξέρεις ότι δεν είναι ήδη εδώ;». Η προσδοκία ότι η οροθετικότητα θα ξεχώριζε μέσα στο πλήθος. Θα είχε μια άλλη όψη. Ένα μικρό ανέκδοτο ενδεικτικό της προκατάληψής μας για τον HIV. Είναι τόσο βαθιά χαραγμένη μέσα μας που χρειάζεται να σκάψουμε πολύ για να μπορέσουμε να την αντιληφθούμε σε όλες της τις διαστάσεις.

Βρίσκετε ότι τα τελευταία χρόνια έχει υποχωρήσει η συζήτηση για τον HIV παρόλο που τα στατιστικά νούμερα θα μπορούσα να πω είναι απογοητευτικά και σε τι κατά τη γνώμη σας οφείλεται αυτό;
Ελισάβετ Αντωνιάδου:
Δε θεωρούμε ότι έχει υποχωρήσει. Στην πραγματικότητα, η μοναδική εποχή που το AIDS και όχι η λοίμωξη HIV βρισκόταν στο δημόσιο λόγο, ήταν η εποχή όπου επικρατούσε ο φόβος και η άγνοια. Στη συνέχεια, όταν ξεκίνησε η αλματώδης πρόοδος προς την αντιμετώπιση του HIV/AIDS, ξεκίνησε η σιωπή. Η συζήτηση για τον HIV δεν ξεκίνησε ποτέ, με αποτέλεσμα να παραμένουν σταθερές στην κοινή γνώμη οι απαρχαιωμένες αντιλήψεις που οδηγούν στη διατήρηση του στίγματος. Έχουμε μία κοινωνική ομάδα ανθρώπων δημιουργικών, παραγωγικών, ακίνδυνων που το στίγμα και η προκατάληψη τους εμποδίζει να ζήσουν φυσιολογικά. Η επαγγελματική πορεία, η συντροφική σχέση, ακόμη και οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια και με τους φίλους κλυδωνίζονται. Σαν, η συγκεκριμένη λοίμωξη  να μην αφορά μία κατάσταση υγείας όπως τόσες άλλες, αλλά κάτι διαφορετικό.

Αμαλία Μανωλοπούλου: Σε επίπεδο διεκδίκησης δικαιωμάτων των ανθρώπων που ζουν με HIV, η συζήτηση δεν έχει πάψει να αναδεικνύεται από τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που έχουν τον HIV ως βασική προτεραιότητα στην ατζέντα τους. Η «Θετική Φωνή», ως σύλλογος οροθετικών, κλιμακώνει τις ενέργειες εκείνες που θα λειτουργήσουν ως μοχλός πίεσης προς την πολιτεία για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση των ατόμων που ζουν με τον ιό και την ποιοτική διαβίωση τους.

Με ποιους ανθρώπους δουλέψατε για αυτή την εγκατάσταση και με ποια ματιά βλέπετε το ζήτημα που σας απασχολεί σε αυτό το έργο;
Αλέξανδρος Μιχαήλ: 
Δούλεψα με ανθρώπους που ζουν με HIV στη Θεσσαλονίκη. Οροθετικές και οροθετικούς, με μέλη της οικογένειας και συντρόφους τους και με ανθρώπους που εργάζονται στις υποστηρικτικές δομές. Το ζητούμενο δεν ήταν να παραχθούν καλλιτεχνικά έργα. Αλλά να δοθεί στο κάθε μέλος της ομάδας μια ευκαιρία να εκφράσει το προσωπικό του βίωμα με τον HIV. Να το κάνει εικόνες, σύμβολα, να το βάλει σε λέξεις. Και με αφορμή τις εικόνες που οι ίδιες και οι ίδιοι δημιουργούσαν να ανοίξει μια ομαδική συζήτηση. Ας μην ξεχνάμε ότι τα ίδια τα οροθετικά άτομα δεν έχουν συχνά την ευκαιρία – ή και την επιθυμία – να μιλήσουν για αυτό, πόσο μάλλον να βρουν μια συλλογική φωνή. Αυτούσια απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα αυτών των διαλόγων έγιναν μέρος της εγκατάστασης. Και η όλη εμπειρία επιδιώκει να προσφέρει στο ευρύτερο κοινό μια ευκαιρία να συμμετέχει σε αυτό το διάλογο μέσα από ένα εκφρασμένο προσωπικό βίωμα. Να κοιτάξει τον HIV αλλιώς.

Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το εμπόδιο ώστε να αντιμετωπίσουμε τον ιό ως μια «κανονική» ασθένεια; Η προκατάληψη απέναντι στη μόλυνση ή η ομοφοβία;
Ελισάβετ Αντωνιάδου: Και τα δύο θα μπορούσαμε να πούμε. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς. Τα εμπόδια όμως δυστυχώς είναι πολλά περισσότερα από αυτά τα δύο που αναφέρετε και δυστυχώς δεν υπάρχει συνοπτικός τρόπος να μιλήσουμε γι’ αυτά.  Ο φόβος της μόλυνσης και η ομοφοβία αναδεικνύουν τόσο την ελλειμματική πληροφόρησή μας σχετικά με τον HIV και την άκριτη αναζήτηση πληροφορίας μέσω του διαδικτύου, όσο και τη δύναμη του ανθρώπινου φόβου που, όταν έχει βαθιές ρίζες, ξεπερνά τη λογική. Συναντάμε συχνά ανθρώπους που γνωρίζουν ότι ένας άνθρωπος θετικός στον HIV δεν μπορεί να μεταδώσει τον ιό με την καθημερινή συναναστροφή και παρόλα αυτά θα αποφύγουν την προσωπική επαφή. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει ακόμη και από τους ίδιους τους ανθρώπους που ζουν με τον HIV, οι οποίοι γνωρίζουν καλά όλες τις βασικές πληροφορίες για την λοίμωξη αυτή αλλά νιώθουν την ανάγκη να απομονώνονται για να αποφύγουν την συναναστροφή με άλλους ανθρώπους με πρόθεση να τους προστατεύσουν. Όσο κυριαρχεί ο παράλογος φόβος και η προκατάληψη τόσο θα καθυστερεί η απομυθοποίηση μίας χρόνιας λοίμωξης που πλέον η επιστήμη γνωρίζει πολύ καλά, ώστε να μπορεί να προσφέρει έγκαιρες πληροφορίες πρόληψης και αντιμετώπισης αυτής.

Αμαλία Μανωλοπούλου: Είναι συνδυασμός και των δύο. Προκατάληψη απέναντι στη νόσο κυρίως, γιατί είναι κατά βάση σεξουαλικά μεταδιδόμενη και η παιδεία που έχουμε γύρω από τα ΣΜΝ, στη χώρα μας τουλάχιστον, είναι περιορισμένη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η συζήτηση γύρω από τη σεξουαλική υγεία να εγείρει ακόμη και σήμερα ταμπού σε μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας. Η ομοφοβία από την άλλη, δεδομένου ότι βάσει στατιστικών ερευνών ο ιός έχει υψηλότερο επιπολασμό στην γκέι κοινότητα (άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες), αποτελεί επίσης ακανθώδες ζήτημα. Σε γενικές γραμμές, ακόμη και αυτό το στοιχείο έχει άμεση συνάφεια με την περιορισμένη γνώση στα ζητήματα που άπτονται του σεξουαλικού προσανατολισμού. Επομένως, υπάρχει αρκετός δρόμος ακόμη που πρέπει να διανυθεί ώστε να μιλάμε για «κανονικότητα» του νοσήματος. Σε αυτή την κατεύθυνση, η «Θετική Φωνή» ζητά αρωγό την ίδια την πολιτεία, μέσα από τη διεκδίκηση της ένταξης του μαθήματος της Σεξουαλικής Αγωγής στα ελληνικά σχολεία.

Ποια είναι η δική σας προσωπική εμπειρία που αποκομίσατε μέσα από την επαφή σας με ανθρώπους που συνεργαστήκατε και τι είναι αυτό που θεωρείτε το πλέον κρίσιμο ώστε να το προβάλετε περισσότερο μέσα από το έργο σας; Αυτό με το οποίο θα μπορέσετε να επικοινωνήσετε με περισσότερο κόσμο;
Αλέξανδρος Μιχαήλ: 
Μπήκα σε αυτό το project με σχετική αφέλεια. «Αφού ο HIV είναι κάτι με το οποίο μπορούμε να ζούμε μια ζωή χωρίς επιπλοκές όπως κάθε άλλος, γιατί πρέπει να μας απασχολεί τόσο; Ας τελειώνουμε μια και καλή με το στίγμα». Αλλά μέσα από τη διαδικασία συνειδητοποίησα ότι η οροθετικότητα – ακόμα και ανεξάρτητα από το στίγμα που τη βαραίνει και την κάνει μια ακόμα πιο πολύπλοκη εμπειρία – είναι ένα σύνθετο φαινόμενο. Μοιράζεσαι το σώμα σου με έναν ιό που έχει, θεωρητικά, τη δύναμη να σε σκοτώσει. Κάθε μέρα το χάπι που παίρνεις σου το υπενθυμίζει. Εξαρτάσαι από την αγωγή. Εξαρτάσαι από την εύρυθμη λειτουργία του εθνικού συστήματος υγείας. Επισκέπτεσαι ένα νοσοκομείο κάθε μήνα για να προμηθευτείς την αγωγή. Εκτίθεσαι αναγκαστικά σε βλέμματα άλλων. Και όλα αυτά σε ένα κράτος σαν την Ελλάδα όπου υπάρχει και σχετική ενημέρωση και κέντρα διάγνωσης και δωρεάν αγωγή. Στην δεκαετία του ‘80 το AIDS βιώθηκε από την ανθρωπότητα ως μια θανατηφόρα πανδημία. Η προ εικοσαετίας επιστημονική κατάκτηση της αντιρετροϊκής αγωγής που καθιστά τον HIV μια χρόνια λοίμωξη με την οποία μπορούμε να ζούμε είναι πολύ πρόσφατη. Χρειαζόμαστε πολύ χρόνο ακόμα να αντιληφθούμε αυτή τη νέα οροθετική ταυτότητα.  Είναι θέμα ενημέρωσης και η ενημέρωση είναι προσωπική μας ευθύνη. Ο HIV δε χωράει καμία ηθική. Είναι ζήτημα δημόσιας υγείας.

Πόσο πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί να συμβάλει στην ενημέρωση αλλά και την ευαισθητοποίηση που αφορά μεγάλα ζητήματα όπως αυτό;
Αλέξανδρος Μιχαήλ: 
Η συγκεκριμένη εγκατάσταση δεν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα. Αλλά αυτό είναι το διακύβευμα στο “To Whom It May Concern”: Να χρησιμοποιήσει την τέχνη (με την ευρεία έννοια) ως μέσο έκφρασης, αλλά και ως λειτουργικό και συμβολικό χώρο (το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης), προκειμένου να προσφέρει μια – σπάνια – ευκαιρία στο κοινό να συνδεθεί με την ανθρώπινη διάσταση του HIV. Θα επανέλθω στον μύθο της Μέδουσας, αυτό το αποτρόπαιο πλάσμα με τα φιδίσια μαλλιά που το βλέμμα της πέτρωνε όποιον το αντίκρυζε, σύμβολο που αναδείχθηκε μέσα από την ίδια την ομάδα. Η θεά Αθηνά έδωσε στον Περσέα την ασπίδα της για να τη χρησιμοποιήσει σαν κάτοπτρο προκειμένου να βρει τη θέση του κεφαλιού της Μέδουσας και να την αποκεφαλίσει χωρίς να ανταμώσει το βλέμμα της. Ο φόβος είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ενημέρωση και στην προστασία μας από τον HIV. Το Whom It May Concern προσφέρει έναν καθρέφτη για να κοιτάξουμε τον δικό μας φόβο μέσα στα μάτια χωρίς να μας πετρώσει. Καθρέφτης δεν είναι, άλλωστε, πάντοτε η τέχνη;

Info έκθεσης:

To Whom It May Concern | 30 Μαρτίου – 15 Απριλίου 2018 | Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης