Η 27η Μαρτίου έχει επισήμως αναγνωριστεί ως «Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου» και αυτή η επέτειος πάντα με συγκινεί και με κάνει να ελπίζω. Νομίζω πως η ελληνικότητα είναι άρρηκτα δεμένη με τη δραματουργία, αρχής γενομένης από την αρχαία ελληνική τραγωδία και φτάνοντας μέχρι το σήμερα, που συνεχώς «γεννά» νέους δημιουργούς, οι οποίοι με μεράκι, χαρακτηριστική αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια βυθίζονται σε αυτό τον «εξαίσιο ίλιγγο», όπως έγραψε και ο Γιάννης Ρίτσος στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», προειδοποιώντας μετά από μακρά παύση: «– πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,//εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα–ο εξαίσιος ίλιγγος.» Με αυτό θέλω να πω πως το θέατρο και η τέχνη του ηθοποιού που το «μετουσιώνει» δεν είναι εύκολα και γι’ αυτό νιώθω απύθμενο θαυμασμό για εκείνους που το υπηρέτησαν και το υπηρετούν πιστά και με αφοσίωση.

Αλέξης Μινωτής και Κατίνα Παξινού

Αλέξης Μινωτής και Κατίνα Παξινού

Σε ένα βιβλίο, που ανακάλυψα ψαχουλεύοντας στο πατάρι ενός παλαιοβιβλιοπωλείου στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο περιλαμβάνει άρθρα, ομιλίες και συνεντεύξεις του Αλέξη Μινωτή με τίτλο «πορεύεσθαι κατά τέχνην» (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1988) μπόρεσα να ανακαλύψω έναν αληθινά μεγάλο τέτοιον «υπηρέτη» της τέχνης του θεάτρου. Σε μια από τις σελίδες του, απαντώντας σε συνέντευξη στο Γ. Κ. Πηλιχό, λέει: «Εγώ πάντα περίμενα ότι θα πεθάνω πριν από την Κατίνα. (τη σύζυγό του Κατίνα Παξινού) Μιλάω τώρα, γιατί ήταν η πορεία μας μαζί, σαράντα πέντε χρόνια στο θέατρο, επί σκηνής δηλαδή. Εμείς ήμαστε στα σπίτια μας φιλοξενούμενοι από τις παραδουλεύτρες μας. Πηγαίναμε μόνο για ένα φαΐ και έναν ύπνο. Σπίτι μας ήταν όλα αυτά τα χρόνια το θέατρο. Εκεί ξημεροβραδιαζόμαστε, με τις πρόβες και τις παραστάσεις. Ακατάπαυστα. Κι αφού τέλειωσε αυτό κι η Κατίνα πέθανε πριν από μένα και χάθηκε για πάντα αυτή η εκπληκτική συντρόφισσά μου, πήρα μόνος μου το δρόμο».

Τι πίστη και τι σθένος! Πόσο μόνος είναι ο ηθοποιός επί σκηνής, μα και πόσο νοιάζεται για τα μάτια που τον παρακολουθούν περιμένοντας «κάτι» από αυτόν, που δεν είναι άλλο από την πνευματική τροφή που μοιράζει με κάθε του ατάκα. Πόσο «τρώνε τα σωθικά του» οι ρόλοι που ερμηνεύει. Ο Μινωτής, σε άλλη σελίδα του βιβλίου μνημονεύει ένα δίστιχο από τον –τυφλό πια- «Οιδίποδα επί Κολωνώ» με τον οποίον παραδέχεται ότι ταυτίστηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ρόλο τελικά (ο Λιγνάδης είχε υποστηρίξει ότι «Ο Μινωτής δεν παίζει˙ είναι ο Οιδίποδας.»):

«Τώρα που πια ούτε καν υπάρχω
Άνθρωπος είμαι και εγώ με αξία.»

Το σημειώνει αυτό το δίστιχο για να τονίσει πόσο ο άνθρωπος που μαθαίνει από τον πόνο του, που τον ταπεινώνει, εξανθρωπίζεται. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Η τραγωδία, στην υψηλότερη μορφή ερμηνείας του όρου, είναι η προσπάθεια του ατόμου να γνωρίσει τον εαυτό του. Στην τραγωδία δίνεται μια ιδιαίτερη έμφαση στην αξία του ατόμου. Ο τραγικός ήρωας έχει υψηλό ιδανικό, σταθερή βούληση και πίστη στις αξίες που θεωρεί υπέρτατες. Δεν υποκύπτει μπροστά σε καμιά ανώτερη εξουσία, γιατί αυτό θα κατέστρεφε τον αυτοσεβασμό του. Χαρακτηρίζεται από πάθος για τη ζωή, αλήθεια, δικαιοσύνη, εμπειρία και «γνώθι σαυτόν». (…) Ο ήρωας είναι τραγικός, γιατί εκούσια και εσκεμμένα ακολούθησε το δρόμο της αλήθειας κι έτσι παραδόθηκε στον πόνο.» Αυτά τα λόγια επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά ότι η τραγωδία είχε για τους αρχαίους Έλληνες ρόλο παιδευτικό.

Αλέκος Δεληγιάννης (Δούκας της Άλμπανης), Ελένη Ζαφειρίου (Γονερίλη), Αλέξης Μινωτής (Ληρ), Τζένη Καρέζη (Κορδέλια), Γιάννης Αποστολίδης (Κόντες του Κεντ), Λάμπρος Κωστόπουλος (Αυλικός). Θίασος.

Αλέκος Δεληγιάννης (Δούκας της Άλμπανης), Ελένη Ζαφειρίου (Γονερίλη), Αλέξης Μινωτής (Ληρ), Τζένη Καρέζη (Κορδέλια), Γιάννης Αποστολίδης (Κόντες του Κεντ), Λάμπρος Κωστόπουλος (Αυλικός). Θίασος.

Ο Αλέξης Μινωτής αφοσιώθηκε σε αυτό το είδος θεάτρου, ίσως γιατί πίστευε ότι «Οι αρχαίοι Έλληνες βάσισαν τον πολιτισμό τους πάνω σε ένα άμεσα εσκεμμένο και ενσυνείδητο σχέδιο πνευματικής αγωγής της ανθρώπινης φύσης». Συναινώντας ασφαλώς, συγκινούμαι βαθιά όταν σκέφτομαι ότι ο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου, του πρώτου τραγικού, αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως σύμβολο ελευθερίας.

«Η απαγγελία, ο στόμφος και η λεξικρατία είναι εχθρός της τραγωδίας και του καλού θεάτρου»

Ένας ήρωας δέσμιος, μα εσωτερικά ελεύθερος, γιατί ξέρει, όπως και η Αντιγόνη του Σοφοκλή, πως έπραξε «το ηθικόν» ευεργετώντας τους θνητούς και αμφισβητώντας τις βουλές του Δία. Σήμερα οι άνθρωποι, επομένως, έχουν ακόμη ανάγκη αυτό το λόγο, γιατί, όπως κι ο Γιώργος Σεφέρης υποστήριξε στον ευχαριστήριο λόγο του κατά την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας το 1963 στην Στοκχόλμη: «Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απάντηση του Οιδίποδα». Παρόμοια, ο Α. Μινωτής σε ομιλία του στην Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης στις 8/5/1987 τονίζει: «(…) Στην εποχή μας ή σε όποια άλλη εποχή η αρχαία ελληνική τραγωδία δεν πρέπει να εγκαταλείπεται από τους επαΐοντες(…) Δεν είναι εφημερίδα ρετρό. Το αρχαίο δράμα είναι ένα αιώνιο, αυτόνομο και ανεξάντλητο παρόν, μία καλλιτεχνική έκφραση του μεγαλύτερου πολιτισμού όλων των αιώνων ως τα σήμερα  και ίσως κι αυτών που θα έρθουν μετά». Και για το χρέος του ηθοποιού προσθέτει: «Μόνο όταν ο καλλιτέχνης από ψυχική ανάγκη κατανοήσει αυτήν την αλήθεια, μόνον όταν νιώθει τη λαχτάρα να εισδύσει στο αιώνιο βάθος, όπως αυτή που νιώθουν οι αληθινοί ποιητές, τότε μόνο, ακολουθώντας το δημιουργό βήμα-βήμα, μπορεί να ενσαρκώσει ένα χαρακτήρα». Όμως στην ίδια ομιλία υπογραμμίζει: «Η απαγγελία, ο στόμφος και η λεξικρατία είναι εχθρός της τραγωδίας και του καλού θεάτρου».

Πέννυ Σταυροπούλου (Άντα), Όλγα Τουρνάκη (Σάρρα), Νίκη Τουλουπάκη (Ταμάρ), Ελένη Τζώρτζη (Βοηθός), Αλέξης Μινωτής (Αβραάμ)

Πέννυ Σταυροπούλου (Άντα), Όλγα Τουρνάκη (Σάρρα), Νίκη Τουλουπάκη (Ταμάρ), Ελένη Τζώρτζη (Βοηθός), Αλέξης Μινωτής (Αβραάμ)

Κλείνοντας, δεν μπορώ να κρύψω άλλο πως τόση ώρα γράφοντας, σκέφτομαι με θλίψη πόσο λείπουν αυτοί οι άνθρωποι του θεάτρου, όχι μόνο από τον κόσμο του θεάτρου, αλλά από όλον τον κόσμο, που με τη βαθιά τους παιδεία θα μπορούσαν να εμπνεύσουν, να μορφώσουν και να εμψυχώσουν σε καιρούς δύσκολους, όπως οι σημερινοί. Αυτή τους η απουσία με κάνει κάποτε να χάνω την ελπίδα, σκεπτόμενη εκείνο που η ποιήτρια Κική Δημουλά έγραψε στο «Γας Ομφαλός» εμπνευσμένη από τη μοναχική βόλτα της στο χώρο των Δελφών και του αρχαίου θεάτρου:

Ταξιθέτριες πέτρες στο θέατρο.
Στη σειρά των επισήμων κάθονται θυμάρια.
Τζαμπατζήδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω
Κρέμονται σκαρφαλωμένοι στον απόηχο.
Στον κορυφαίο ρόλο της η τραγωδός αυλαία.

Και αναπόδραστα ξαναδιαβάζω στο βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου από το κεφάλαιο «Η τέχνη του ηθοποιού»: «Σκέφτομαι αυτό που λένε, πως ένας πίνακας του Γκρέκο μόλις αποτελείωσε πήρε φωτιά, από φταίξιμο ενός υπηρέτη και κάηκε ολότελα –δεν έμεινε παρά στάχτη. Η στάχτη του πίνακα που υπήρξε, που συντελέστηκε και αντιφέγγισε δειλινή ώρα, καθώς λαμπάδιασε, έτσι που τον φύσαγε το αγέρι από το ανοιχτό παράθυρο και τον ευώδιαζε το αγιόκλημα της αυλής. Δεν υπάρχει τώρα για να τον δούμε, μα υπήρξε τελειωμένος και ολοζώντανος. Υπήρξε έστω κι ένα δευτερόλεπτο, που είναι τίποτε για την αιωνιότητα.(…) Ο ηθοποιός κι αν δεν αφήνει έργο απτό, αν και χάνεται και ξεχνιέται απ’ τους κατοπινούς ζη, γιατί ενσωματώθηκε φορές και φορές, σε μύριες όσες ποικίλες μορφές που ζωντάνεψε στη σκηνή και του έγιναν βιώματα ψυχικά και γι’ αυτό αθάνατα. Και θεατές καθόλου να μην είχε, πάντα είχε μάρτυρα της κάθε ποιητικής του μεταμόρφωσης την ψυχή του. Όπως κι άλλοι πεθαμένοι ηθοποιοί, η Κατίνα Παξινού διαρκεί ζωντανή ψυχή πάντα, όπως ήταν κι εδώ σε μας, εμπιστευμένη να φωτίζει, να δίνει πνοή και υπόσταση στα εφήμερα πλάσματα της ποιητικής ανάγκης, τα γεμάτα από ουσία αιώνια».

Σχετικά άρθρα:

H Ιζαμπέλ Ιπέρ για την Παγκόσμια Ημέρα Θέατρου

Ο Γιώργος Σεφέρης του Στίβεν Κινγκ, από τον Χρήστο Γραμματίδη

Ο Σεφέρης και η Επανάσταση του 1821, από τον Χρήστο Γραμματίδη