Ο Άλεξ Γκάρλαντ (συγγραφέας της «Παραλίας» που σκηνοθέτησε ο Ντάνι Μπόιλ, σεναριογράφος μιας σειράς ταινιών και δημιουργός του εξαιρετικού “Εx Machina“) γύρισε το “Annihilation” για να προβληθεί στα σινεμά. Στα στούντιο όμως η ταινία φάνηκε πολύ επίφοβη για αποτυχία στα ταμεία. Έγινε μάλιστα προσπάθεια αλλαγής του τέλους της, προκειμένου να γίνει πιο φιλική στο κοινό, αλλά ευτυχώς ο παραγωγός Σκοτ Ρούντιν που είχε το final cut πήρε το μέρος του Γκάρλαντ. Το “Annihilation” πουλήθηκε από την Paramount στο Νetflix και μετά από μια πολύ περιορισμένη διανομή σε αίθουσες των ΗΠΑ, βγήκε απευθείας στο Netflix. Ακόμη και σε αυτήν την περιορισμένη κινηματογραφική διανομή του, πήγε μάλλον χάλια. Οπότε εκτός από αυτή καθαυτή την ταινία, αξίζει να ασχοληθούμε και με το γενικότερο ζήτημα που βάζει η περίπτωσή της, καθώς δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, αλλά εξετάζεται το ενδεχόμενο να συμβεί κάτι αντίστοιχο ακόμη και με μεγέθη όπως το “The Ιrishman” του Σκορσέζε.

Πειράζει άραγε που το “Αnnihilation” δεν θα προβληθεί στα σινεμά και μπορεί κανείς να το δει μόνο στο σπίτι του; Μήπως είναι εκτός φάσης αυτή η ενόχληση σε μια εποχή που το κατέβασμα πάει σύννεφο και πολλοί επιλέγουν (ενίοτε κι επιλέγουμε) να παρακολουθούν ταινίες στο λάπτοπ τους αντί για τους κινηματογράφους; Η απάντηση κατ’ εμέ είναι πως όχι απλά πειράζει, αλλά υπονομεύει την ταινία. Προσωπικά το μέγεθος της οθόνης, η ποιότητα της εικόνας και του ήχου κλπ, με απασχολούν λιγότερο ως πολύ λιγότερο. Με απασχολεί όμως πολύ περισσότερο η συνθήκη παρακολούθησης μιας ταινίας, η εμπειρία παρακολούθησής της σε έναν κινηματογράφο. Ας βγάλουμε έξω από την εξίσωση ακόμη και ότι το να πηγαίνεις στον κινηματογράφο είναι από μόνο του ένα γεγονός, που σε έχει προδιαθέσει ότι αυτό το απόγευμα ή αυτό το βράδυ κάνεις αυτό το πράγμα που έχει μια αυτοτελή σημασία: έχεις πάει να δεις μια ταινία. Ας πάρουμε το ενδεχόμενο ότι βρέθηκες στην κινηματογραφική αίθουσα χωρίς πολλή σκέψη, ότι έτυχε και είσαι εκεί. Από τη στιγμή όμως που θα κλείσουν τα φώτα και θα τελειώσουν τα τρέιλερ και οι διαφημίσεις, η συνθήκη είναι ότι θα αφοσιωθείς στην ταινία και μόνο στην ταινία. Ότι για αυτές τις δυο ώρες η ταινία είναι ο κόσμος σου όλος. Ότι θα την παρακολουθήσεις με μάτι ενεργό, με πλήρως ενεργοποιημένη προσοχή, ανοικτός στα συναισθήματα και στις σκέψεις που σου προκαλεί. Ότι προσδοκάς από αυτήν τα πάντα. Ότι είσαι εκεί, παρών, έτοιμος να παρασυρθείς, αν η ταινία μπορεί να σε παρασύρει. Μερικές από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες δεν τις έχω δει σε κινηματογραφική αίθουσα. Δεν λέω ότι δεν γίνεται να βυθιστείς σε μια ταινία, βλέποντάς την στην τηλεόραση, σε βιντεοκασέτα, σε dvd, στο λάπτοπ, οπουδήποτε. Γίνεται και παραγίνεται. Αλλά οι πιθανότητες να σου συμβεί αυτό στον κινηματογράφο είναι δραματικά μεγαλύτερες.

Ένα δεύτερο ζήτημα προκύπτει από το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για εσφαλμένη εκτίμηση των στούντιο. Η ταινία και στις δοκιμαστικές προβολές φαινόταν ότι θα αποτύχει εμπορικά στις αίθουσες και όντως απέτυχε εμπορικά στις αίθουσες. Η κότα που έκανε το αυγό και το αυγό που έκανε την κότα. Το κινηματογραφικό κοινό που εκπαιδεύεται στην άκρα τυποποίηση και ομοιογένεια, με αποτέλεσμα να ξενίζεται από οτιδήποτε αποκλίνει έστω και λίγο και να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Αν δια της προβλέψεως της εμπορικής τους αποτυχίας οι διαφορετικές προτάσεις αποκλείονται από τις αίθουσες, τότε το ίδιο θα δίνει τη θέση του στο ίδιο και αυτό πάλι στο ακόμη πιο ίδιο, μέχρι της οριστικής εξαλείψεως και της παραμικρής διαφοροποίησης. Και τα ολόιδια έργα θα διπλασιάζονται και θα αναπαράγονται σαν καρκινικά κύτταρα. Κι όταν μιλάμε για διαφορετικό, δεν μιλάμε για το “Stalker” του Ταρκόφσκι. Μιλάμε αντίθετα για μια ταινία που πατώντας και στο “Stalker”, είναι προσβάσιμη και φιλική ακόμη και για τον χρήστη των μπλοκμπάστερ, χωρίς να εγείρει καμία αυξημένη σινεφιλική απαίτηση από τον θεατή σε πρώτο επίπεδο. Το ότι σε δεύτερο επίπεδο μπορεί να σε αποζημιώνει πολλαπλώς είναι κάτι άλλο, κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε να αποθαρρύνει τον λιγότερο ψαγμένο θεατή. Αλλά όταν το μάτι συνηθίζει να καταναλώνει ένα συγκεκριμένο ποσοστό εκρήξεων, ηρωισμού κλπ, όλα τα άλλα μάλλον φαντάζουν πολύπλοκα, βαριά κι ασήκωτα.

H Nάταλι Πόρτμαν είναι βιολόγος. Ο Όσκαρ Άιζακ, ο άντρας της, επίλεκτο μέλος τoυ στρατού που ειδικεύεται σε μυστικές αποστολές. Από την τελευταία του αποστολή έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος χωρίς να δώσει σημάδια ζωής. Έχει σκοτωθεί; Έχει φυλακιστεί; Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά στην αγαπημένη του γυναίκα που τον περίμενε αυτόν τον χρόνο καρτερικά, αρνούμενη να αποδεχτεί το μοιραίο. Ξαναεμφανίζεται μεν, αλλά τα σημάδια ζωής που δίνει δεν είναι τόσο ζωτικά. Δεν μοιάζει καθόλου καλά. Και δεν είναι. Ήρθε επιτέλους η ώρα η Πόρτμαν να μάθει τη φύση της αποστολής του. Ήρθε επίσης η ώρα να μάθει ότι διακυβεύεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη ζωή του. Η ζωή όλων διακυβεύεται. Η ζωή με τη μορφή που την ξέραμε. Κάποιο συμβάν έχει πέσει πάνω στον πλανήτη μας. Είναι θρησκευτικό συμβάν; Είναι εξωγήινο συμβάν; Είναι κάποια ανώτερη διάσταση; Οι ειδικοί δεν έχουν απάντηση. Οι ειδικοί δεν έχουν καν πολλά γεγονότα στη διάθεσή τους. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι μια ηλεκτρομαγνητική ζώνη την οποία αποκαλούν «Shimmer» (λαμπύρισμα – σπινθήρισμα) έχει εγκατασταθεί σε μια περιοχή της γης, περιοχή που ολοένα και επεκτείνεται, περιοχή που αδυνατούν να μελετήσουν τόσο από μακριά καθώς κανένα σήμα δεν μεταδίδεται από εκεί, όσο και από κοντά, καθώς όσες φορές έχουν στείλει άντρες, ζώα ή μηχανές, τίποτα και κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω. Εκτός από τον άντρα της Πόρτμαν βέβαια.

Αυτή τη φορά θα στείλουν γυναίκες. Πέντε γυναίκες οπλισμένες και ντυμένες σαν κομάντο, μολονότι οι τέσσερις από αυτές είναι επιστήμονες και η πέμπτη διασώστης, μολονότι μόνο η Πόρτμαν έχει διατελέσει στο παρελθόν στρατιώτης. Τρεις λευκές, μια μαύρη, μια λατίνα, μια τουλάχιστον εξ αυτών γκέι ή μπάι πάντως όχι στρέιτ, η εκπροσώπηση είναι όπως πρέπει να είναι, αν και μάλλον όχι, αν και πρωταγωνίστριες είναι οι δυο λευκές και ο Γκάρλαντ δέχτηκε επικρίσεις γιατί άλλαξε τη φυλή τους σε σχέση με το πρωτότυπο μυθιστόρημα, καθώς η μια ήταν Ασιάτισσα και η άλλη μισή Ινδιάνα. Ποτέ δεν θα είναι η εκπροσώπηση όπως πρέπει.

Το ερώτημα είναι βέβαια γιατί να πηγαίνει κανείς εθελοντικά μέσα στο «Shimmer», όταν όλες οι άλλες αποστολές έχουν οδηγήσει σε εξαφάνιση των μελών τους; Είναι μια αποστολή αυτοκτονίας; H Πόρτμαν το συζητά με την ψυχολόγο κι επικεφαλής της αποστολής. Εκείνη της λέει ότι απειροελάχιστοι άνθρωποι όντως αυτοκτονούν κι ότι ταυτόχρονα απειροελάχιστοι άνθρωποι δεν ρέπουν προς την αυτοκαταστροφή. Το να κάνεις αυτό που σου κάνει κακό. Η τάση να δώσεις τέλος στη ζωή σου είναι ακραία και οριακή. Η τάση όμως να χαλάς λίγη λίγη τη ζωή σου, η τάση να μην δρας με γνώμονα αυτό που σου κάνει καλό, αυτό που σε κάνει χαρούμενο κι ευτυχισμένο, η τάση να υπονομεύεις και σαμποτάρεις τη ζωή σου είναι απείρως πιο διαδεδομένη. Ποιος ξέρει γιατί; Ίσως γιατί είναι επίπονο να διερωτάσαι διαρκώς τι είναι καλύτερο για σένα. Ίσως γιατί το καλύτερο για σένα απαιτεί θυσίες και τιμήματα. Ίσως είμαστε πολύ τεμπέληδες. Ίσως είμαστε πολύ δειλοί. Ίσως είμαστε πολύ φυγόπονοι. Ίσως πάλι σε μια ζωή πεπερασμένη, σε μια τράπουλα σημαδεμένη εξαρχής με τις κατάρες της γήρανσης και της θνητότητας, να υπάρχει κάτι δομικά σχιζοφρενές και μη αντιμετωπίσιμο σε ένα διαρκές ταξίδι προς το φως. Ίσως βλέπουμε τη ζωή μας ως θητεία, στην οποία δεν έχει και τόσο νόημα να πηγαίνουμε τα πράγματα στα άκρα. Ίσως οι γενετικές μας πληροφορίες έχουν μέσα μας ταυτόχρονα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με ένα μικρό -τόσο όσο- ένστικτο αυτοκαταστροφής.

Αλλά όλα αυτά αφορούν «εμάς». Που αν μη τι άλλο έξω από το «Shimmer» ξέρουμε ποιοι είμαστε. Όταν κανείς μπει μέσα του όμως, θα συναντήσει ένα διαφορετικό είδος απειλής. Την απειλή τα σύνορα του εαυτού του να πάψουν να είναι αυτά που ήταν. Τα σύνορα της συνείδησής του να πάψουν να είναι αυτά που ήταν. Τα σύνορα του σώματός του να πάψουν να είναι αυτά που ήταν. Τα σύνορα της μοναδικότητάς του να πάψουν να είναι αυτά που ήταν. Υπό τη δική μας οπτική γωνία αφανισμός του κόσμου, υπό μια άλλη οπτική γωνία ανασύνθεσή του. Ίσως και τα δύο μαζί. Ανασυνθετικός αφανισμός κι αφανιστική ανασύνθεση. Ένας κόσμος όπως τον ξέραμε με φυτά, ζώα, ανθρώπους, ένας κόσμος κατασκευασμένος με έναν βιολογικό τρόπο κι ένας κόσμος κυτταρικής μετάλλαξης, ένας κόσμος αβέβαιων ορίων, ένας κόσμος που ξαναρίχνει τη βιολογική τράπουλα.

Όσο και να εκτίμησα, όσο και να μου άρεσε το “Αnnihilation”, είμαι βέβαιος ότι στο σινεμά θα είχα αποκτήσει μια άλλου τύπου σύνδεση μαζί του. Για την ακρίβεια θα είχα τη δυνατότητα να αποκτήσω μια άλλου τύπου σύνδεση μαζί του. Είμαι βέβαιος ότι δεν το είδα όπως θα έπρεπε. Οι κινηματογραφικές αίθουσες περισσότερο από τις οθόνες τους και τα ηχοσυστήματά τους είναι η συνθήκη τους. Οι ταινίες δικαιούνται να πρωτοπροβάλλονται και να επαναπροβάλλονται στον φυσικό τους χώρο. Τα υπόλοιπα είναι η άνευ όρου παράδοση στην ηλιθιότητα των δοκιμαστικών προβολών και η μετατροπή του κινηματογράφου σε ναρκωτήριο του εγκεφάλου. Προκειμένου να μην παρθεί το ρίσκο απώλειας χρημάτων, παίρνεται το ρίσκο δημιουργίας κατασκευής θεατών που θα αποξενωθούν τελείως από τη διαθεσιμότητα στο ξάφνιασμα, στην έκπληξη, στον αναστοχασμό, στη συγκίνηση. Αν δεν επιτραπεί στον κινηματογράφο να ανασυντίθεται, θα τον οδηγήσουν στον αφανισμό του. Εντάξει, υπερβολικό το τελευταίο. Αλλά λέμε τώρα.