Κοπεγχάγη, δεκαετία του ’70, ένας αρχιτέκτονας καθηγητής πανεπιστημίου και η παρουσιάστρια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της δανέζικης τηλεόρασης είναι παντρεμένοι κι έχουν μια δεκατετράχρονη κόρη. Ο πατέρας κληρονομεί το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε. Είναι τεράστιο, η συντήρησή του απαιτεί ένα σωρό έξοδα, δε θέλει να μετακομίσουν εδώ, όπως λέει άλλωστε, το νόημα των σπιτιών είναι να μπορεί να βλέπει, να ακούει και να ακουμπάει ο ένας τον άλλο. Στη γυναίκα του, αρέσει πολύ όμως, όπως και στην κόρη του. Τότε η γυναίκα του έχει μια ιδέα. Γιατί να μην καλέσουν φίλους να ζήσουν μαζί τους, γιατί να μην μετατρέψουν το σπίτι σε κοινόβιο; Έχεις την ανάγκη να μιλάς συνέχεια, του εξηγεί και λες όλα αυτά τα συναρπαστικά πράγματα, αλλά να: νιώθω ότι τα έχω ακούσει και ξανακούσει. Χρειάζεται να μας συμβεί κάτι καινούριο. Βαριέμαι. Χρειάζομαι να ακούω κι άλλους ανθρώπους να μιλούν. Γιατί να μην γεμίσουμε αυτό το μεγάλο, υπέροχο σπίτι με υπέροχους ανθρώπους; Και το γεμίζουν. Φίλοι, φίλοι φίλων. Οι περισσότεροι μόνοι τους, αλλά υπάρχει και μια ακόμη οικογένεια, με ένα αγοράκι. Οι αποφάσεις για τα θέματα που αφορούν το σπίτι παίρνονται συλλογικά και με ψηφοφορίες. Μια νέα, διευρυμένη μορφή οικογένειας δημιουργείται; Είναι βαριά η λέξη; Ίσως. Αλλά δεν είναι και σκέτα συγκάτοικοι, ούτε από την άλλη σκέτα μια συλλογικότητα που αυτοοργανώθηκε. Τρώνε και πίνουν όλοι μαζί γύρω από το ίδιο τραπέζι. Γιορτάζουν μαζί. Ανησυχούν μαζί όταν κάποιος από αυτούς αρρωσταίνει. Η κοινή στέγη, το κοινό τραπέζι, οι κοινές αποφάσεις για τα κοινά ζητήματα τους δημιουργούν μια νέα συνείδηση για το τι είναι όλοι τους μαζί και τους μετατρέπουν σε κάτι ιδιότυπο. Ας μην του δώσουμε απαραίτητα όνομα.

 «Το Κοινόβιο» του Τόμας Βίντεμπεργκ

Αν ο ένας βασικός πυλώνας πάνω στον οποίο χτίζονται οι κοινωνίες μας, είναι το σπίτι, το σπίτι «μου», ο χώρος «μου», ένα κοινόβιο μπορεί πράγματι να τον αμφισβητήσει αυτόν τον πυλώνα. Τι γίνεται όμως με τον πυλώνα των ζευγαριών; Τι γίνεται όταν ο άντρας «μου», παύει να θέλει να είναι δικός μου; Γιατί πάνω που όλα πάνε καλά και λειτουργούν, ο καθηγητής μπαίνει σε ταινία του Γούντι Άλεν ή σε μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ. Και κάνει σχέση με μια φοιτήτρια του μερικές δεκαετίες μικρότερη. Και σιγά σιγά περνάει από τον μυστικό παράλληλο δεσμό στη φανερή αποχώρηση. Φεύγει από το κοινόβιο και ζει μαζί της. Η γυναίκα του έχει όλες αυτές τις ανοικτές αντιλήψεις. Αλήθεια τις έχει. Πληγώνεται βέβαια, αλλά παραμένει κουλ. Τόσο κουλ που του προτείνει να την φέρει και να ζει κι αυτή μαζί τους στο κοινόβιο. Ο άντρας άλλο που δεν θέλει. Τι καλύτερο από το να τα έχεις όλα; Η γυναίκα του είναι που θα πρέπει τώρα να τεστάρει τις συνέπειες των ιδεών της. Η γυναίκα του είναι που θα πρέπει να αντέξει στην πράξη αυτό που στη θεωρία πιστεύει. Αυτός βασιλιάς. Αυτός άντρας. Αυτός σε έναν κόσμο που φτιάχτηκε για άντρες. Ακόμη και σε μορφές ελευθεριακές, ακόμη και σε κοινόβια. Όλες οι εκδοχές του κόσμου είναι φτιαγμένες για άντρες. Που όσο δεν το συνειδητοποιούν τόσο θεμελιωδέστερα φτιαγμένες για αυτούς είναι.

 «Το Κοινόβιο» του Τόμας Βίντεμπεργκ

Και το πρόβλημα της γυναίκας δεν είναι ότι τώρα θα πρέπει να τον μοιράζεται. Ενδεχομένως και να μπορούσε να τον μοιράζεται. Το πρόβλημα είναι ότι αυτός φεύγει από τη δική της αποκλειστικότητα και πηγαίνει στην αποκλειστικότητα της άλλης. Κι αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Δεν είναι ότι δεν του φτάνει αυτή και θέλει και μια άλλη. Θέλει πια μόνο την άλλη και καθόλου αυτή. Νιώθει εγκαταλελειμμένη. Νιώθει αθέλητη. Νιώθει μεγάλη.  Ιδεολογικά ναι, αυτές είναι οι ανάγκες του και τα θέλω του, αυτά να ακολουθήσει. Αλλά ψυχικά καταρρακώνεται. Βλέπει το πολύ νεότερο αντίτυπό της δίπλα στον άντρα της. Που ας είναι μεγαλύτερος κι από την ίδια. Οι άντρες μεγαλώνουν αλλιώς. Ο κόσμος ήταν εξαρχής φτιαγμένος για αυτούς.

Πολύ δύσκολα θα πει κανείς ότι «Το Κοινόβιο» είναι μια σημαντική ταινία. Ναι, ο Βίντεμπεργκ μάς μεταφέρει τον αέρα μιας άλλης εποχής, μιας εποχής προοδευτικότητας και ανοικτομυαλιάς και πειραματισμών και αισιοδοξίας, αλλά αποφεύγει να μπει στην πραγματικότητα σε πρακτικά προβλήματα καθημερινότητας. Αντ’ αυτών μας παρουσιάζει λίγο πολύ όλη τη λειτουργία αυτού καθαυτού του σπιτιού με μάλλον ειδυλλιακό τρόπο. Από πλευράς ιστορίας, όλη η επικέντρωση πάει στο ζευγάρι και τον τρίτο άνθρωπο που μπαίνει ανάμεσά τους και το καταλύει, με τα υπόλοιπα μέλη του κοινοβίου να λειτουργούν τελικά περισσότερο ως ντεκόρ ή έστω ως βοηθητικοί ρόλοι, παρά να εμπλέκονται ενεργά. Ωστόσο όλοι αυτοί οι άνθρωποι που γεμίζουν το κοινόβιο και την οθόνη, ακόμη και αν δεν θα εμπλακούν ποτέ εντελώς στην ιστορία, δίνουν στην ταινία την εικόνα της, τη σφραγίδα της, τη μορφή της. «Το Κοινόβιο» είναι μια ταινία πολύχρωμη. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι της δίνουν χρώμα, από τα ρούχα που φοράνε ως την αύρα της παρουσίας τους. Και μέσα σε αυτό το χρώμα μπορεί να ξεδιπλωθεί η σύγκρουση των δυο θαυμάσιων πρωταγωνιστών, της Tρίντε Ντίρλχομ και του Ούρλιχ Τόμσεν. Και παρόλες τις συγκρούσεις και τα δράματα, ο Βίντεμπεργκ αγαπάει όλους τους ήρωές του και αναπαριστά με τρυφερότητα την εποχή, με αποτέλεσμα το «Κοινόβιο» τελειώνοντας, να σε έχει κάνει να νιώθεις καλά.

«Εξομολογήσεις» του Ρομπέρτο Αντό

Σύνοδος Υπουργών Οικονομικών των G8 σε γερμανικό θέρετρο. Ο Διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι εκεί και είναι -τι άλλο;- Γάλλος. Στην παρέα των Υπουργών και του Διευθυντή, βρίσκονται τρεις ακόμη καλεσμένοι. Ένας μεσήλικας ποπ σταρ, σαν τον Μπομπ Γκέλντολφ ας πούμε, μια απόλυτα πετυχημένη συγγραφέας παιδικών μυθιστορημάτων, σαν την Τζ. Κ. Ρόουλινγκ ας πούμε κι ένας Ιταλός μοναχός. Κι αν ο ποπ σταρ και η συγγραφέας έχουν ενεργή ακτιβιστική δράση για το χρέος των κρατών του τρίτου κόσμου και άρα ένα συμβολικό λόγο ύπαρξης, η παρουσία του μοναχού είναι πιο μυστηριώδης. Μέχρι που το επόμενο πρωί όλα αρχίζουν να φωτίζονται από ένα διαφορετικό φως. Ο Διευθυντής βρίσκεται με μια σακούλα στο κεφάλι. Δολοφονήθηκε; Αυτοκτόνησε;

Ο μοναχός είχε κληθεί το προηγούμενο βράδυ στο δωμάτιό του. Για να τον εξομολογήσει. Και ξαφνικά η παγκόσμια οικονομία κρέμεται από τα χείλη του. Δεν ήταν μια Σύνοδος σαν τις άλλες. Βρίσκονταν ενώπιον δραστικών αποφάσεων, ενός συνολικού σχεδίου για την παγκόσμια οικονομία. Ενός σχεδίου σκληρού, διόλου δημοφιλούς, αλλά, φευ, αναγκαίου. ‘Ετσι λένε τουλάχιστον. Οπότε τώρα από το τι του είπε ο Διευθυντής εξαρτάται όλο το σχέδιο. Είχε την τελευταία στιγμή ενοχές και αποφάσισε να το σαμποτάρει; Του εξομολογήθηκε μυστικά που αν βγουν παραέξω θα κινδυνεύσει η ιδιαίτερα εύθραστη ισορροπία του συστήματος; O μοναχός πιέζεται να μιλήσει, αλλά δεν φαίνεται ιδιαίτερα πρόθυμος. Μεγάλη αγωνία επικρατεί ανάμεσα στους Υπουργούς. Βρισκόμαστε άραγε ενώπιον μαύρου κύκνου, που μπορεί να έχει ανεξερεύνητες συνέπειες;

«Εξομολογήσεις» του Ρομπέρτο Αντό

Σκέφτομαι ότι έχουμε ίσως να κάνουμε με την πρώτη ταινία που ο κακός Γερμανός δεν είναι ναζί, αλλά ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών με το γκρίζο του κουστούμι, τη διαρκή αγριάδα στο ύφος του και την κυριαρχία του επί των συναδέλφων του. Γερμανοί Υπουργοί Οικονομικών, Γάλλοι Επικεφαλής του ΔΝΤ, αβάσταχτες πιέσεις προς τους λιγότερο πρόθυμους αλλά και περισσότερο αδύναμους, απρόθυμες υποταγές αλλά τι άλλο να κάνουμε, εντάξει δεν είναι Eurogroup ή Σύνοδος Κορυφής, είναι G8, αλλά και πάλι η ταινία είναι ταμάμ για την Ελλάδα. Που θα αναφερθεί και ονομαστικά δυο φορές. «Πόσες μέρες διορία έχουμε δώσει στην Ελλάδα για να μεταφέρει τα περιουσιακά της στοιχεία;». «Μια εβδομάδα». «Όχι, τρεις μέρες», θα συζητήσουν χαριτωμένα μεταξύ τους οι ισχυροί από τους G8. Ενώ όταν κάποιος μας αποκαλέσει αποτυχημένο κράτος, ο Ιταλός ο μοναχός θα τον αποστομώσει λέγοντάς του ότι υπάρχουν μεγαλύτερες αποτυχίες από τις οικονομικές. Και μετά θα μιλήσουν για ένα μεγάλο Έλληνα ποιητή, που συσχέτισε την ελευθερία με τη σιωπή. Δεν ανέφεραν το όνομά του, είναι όμως ο Γιάννης Ρίτσος.

«Εξομολογήσεις» του Ρομπέρτο Αντό

Το θέμα είναι αν όλο αυτό το γιουρογκρουπικό περιβάλλον των G8 δημιουργεί μια καλή ταινία ή μια καρικατούρα. Και η απάντηση είναι δυστυχώς ξεκάθαρη: δημιουργεί το δεύτερο. Ενίοτε δε ξεφεύγει ακόμη και από την καρικατούρα και καταλήγει σε ένα ό,τι να΄ναι και σε ένα wtf. Βαβέλ. Είναι μια ταινία που θα μπορούσε να είχε γυρίσει ίσως ο Λάκης Λαζόπουλος ή να πρωταγωνιστούσε σε αυτήν ως μοναχός αν η ταινία ήταν του Γιάννη Σμαραγδή. Ο Τόνι Σερβίλο, παρά ταύτα, μπορεί να διασωθεί σε οποιαδήποτε ταινία κι αν παίξει (κάτι που ας πούμε δεν καταφέρνει εν προκειμένω κοτζάμ Ντανιέλ Οτέιγ), του πάνε πολύ τα λευκά του μοναχού, ενώ η Μαρί Ζοζέ – Κροζέ παραμένει διαχρονικός έρωτας και μεγαλώνει όμορφα και μπράβο της.