«Δεν είμαστε ευτυχισμένοι. Η ευτυχία δεν υπάρχει. Το μόνο που μπορούμε είναι να την επιθυμούμε».

Αποτύπωσε τη φθορά της καθημερινότητας όσο κανένας άλλος. Επέδρασε στη θεατρική λογοτεχνία του 20ού αιώνα, και θεωρήθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Γεννημένος στις 29 Ιανουαρίου (17/1 με το παλαιό ημερολόγιο) του 1860, ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογενείας του με παππού δουλοπάροικο που εξαγόρασε την ελευθερία του. Ο πατέρας του δούλευε σαν λογιστής και διατηρούσε παράλληλα τυροκομείο, ήταν τυραννικός, αλκοολικός, θρησκόληπτος και ήταν αδύνατον να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του. Με την πτώχευση της οικογένειας τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια του Τσέχωφ έφυγαν αντιδρώντας στο αυταρχικό περιβάλλον του πατέρα τους ενώ ο Αντόν δεν ακολούθησε την οικογένεια που εγκαταστάθηκε στη Μόσχα για να αποφύγουν τη δικαστική δίωξη των δανειστών. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην προπαρασκευαστική τάξη του ενοριακού ελληνικού σχολείου του Ταγκανρόγκ της θάλασσας του Αζόφ και στη συνέχεια φοίτησε στο κλασικό γυμνάσιο της πόλης. Από την 6η τάξη του γυμνασίου αναγκάστηκε μόνος του να βγάζει το ψωμί του παραδίδοντας μαθήματα κατ’ οίκον.

Η γέννηση αυτού του ανεπανάληπτου συγγραφέα συντελέστηκε όταν σαν φοιτητής στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Μόσχας, από όπου αποφοίτησε το 1884, άρχισε να γράφει σαν χιουμορίστας ευθυμογραφήματα για τα περιοδικά προκειμένου να συμπληρώνει το εισόδημά του.  Το χιούμορ έγινε αργότερα πικρό και σε κάποια διηγήματά του καταγγελτικό της αγριότητας του καθεστώτος του τσάρου Αλέξανδρου Γ’, ο οποίος διαδέχθηκε τον πατέρα του Αλέξανδρο Β’ που δολοφονήθηκε από τους ναρόντνικους το 1881. Ακόμα και στα πρώτα του έργα διακρίνουμε τη μοναδικότητα της ζωής σε κάθε της έκφανση, όχι μόνον σε ό,τι αφορά τα μεγάλα γεγονότα αλλά και τα απλά, τα καθημερινά, τα «άνευ σημασίας». Η ειρωνεία, η λοξή ματιά, ακόμη και η τεχνική του σε γενικές γραμμές μοιάζει να έχει οριστεί εξαρχής. Η ποιητικότητα των κειμένων του Τσέχωφ υφίσταται χωρίς ποιητικές αναφορές ενώ όλα καταλήγουν σε ένα χαμόγελο-μορφασμό για τις αμφιβολίες που σφραγίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και ενώ στα έργα τους έχει κάποιος την αίσθηση ότι συμβαίνουν ελάχιστα συνοψίζεται αυτό που θεωρούσε σκοπό της λογοτεχνίας. «Σκοπός της λογοτεχνίας είναι η απόλυτη, η τίμια αλήθεια», έλεγε ο Τσέχωφ και με αυτή την πεποίθηση κατάφερε να συμπεριλάβει την ανθρώπινη ψυχή.

Το πρώτο ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ήταν «Αντόσια Τσεχοντέ». Το 1884 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο διηγημάτων, Τα παραμύθια της Μελπομένης και το 1885 τις Φανταχτερές Ιστορίες. Παράλληλα με το επάγγελμα του ιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο Κύκνειο άσμα. Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του Ιβάνοφ, το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μη δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο το Δαίμονας του δάσους (πρώτη μορφή του έργου Θείος Βάνιας). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφτεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό.

Anton Chekhov and Olga Knipper, 1901

Αντόν Τσέχωφ και Όλγα Κνίπερ, 1901

Στις 21 Οκτωβρίου 1895 ο Τσέχωφ ανακοίνωνε με χαρά στον στενό του φίλο και εκδότη Αλεξέι Σουβόριν – τουλάχιστον 300 επιστολές αντάλλαξαν συνολικά μεταξύ τους:

«Σκεφθείτε, γράφω ένα θεατρικό έργο! Δεν θα το έχω ίσως τελειώσει πριν από το τέλος Νοεμβρίου. Γράφω με ευχαρίστηση, παρ’ όλο που παραβαίνω ασύστολα τις σκηνικές συμβάσεις. Είναι κωμωδία και έχει τρεις γυναικείους ρόλους, έξι αντρικούς, τέσσερις πράξεις, ένα τοπίο (θέα σε μια λίμνη), πολλές λογοτεχνικές συζητήσεις, λίγη δράση και πέντε καντάρια έρωτα».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, όπως γράφει ο Ανρί Τρουαγιά στη βιογραφία του Τσέχωφ, έδινε στο έργο τον τίτλο «Ο Γλάρος». «Το τελείωσα… Δεν είναι τίποτε ιδιαίτερο. Θα έλεγα τελικά πως είμαι μέτριος δραματουργός», έγραφε στη συγγραφέα Έλενα Σαβρόβα. Το πρώτο ανέβασμα, το 1896, στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι, ήταν μια τραγική αποτυχία.

Δύο χρόνια μετά ο Στανισλάφσκι σκηνοθετεί τον «Γλάρο» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Στον ρόλο της Αρκάντινα η Όλγα Κνίπερ. Η παράσταση θριαμβεύει και από τότε έως σήμερα «Ο Γλάρος» αποτελεί σταθερή επιλογή των θεάτρων όλου του κόσμου. Το 1899 παρουσιάζεται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, Ο θείος Βάνιας. Η συνεργασία του Τσέχωφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Στανισλάφσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας του. Το 1900, ο Τσέχωφ γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται την ηθοποιό Όλγα Κνίπερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα Οι τρεις αδελφές, πάλι από το Θέατρο Τέχνης.

O Αντόν Τσέχωφ με τον Μαξίμ Γκόρκι - 1900

O Αντόν Τσέχωφ με τον Μαξίμ Γκόρκι – 1900

Όταν παρουσιάστηκαν τα πρώτα σημάδια της φυματίωσης, είχε ήδη αρχίσει να δημοσιεύει τα πρώτα του διηγήματα στο περιοδικό «Νέοι Καιροί». Το εξάμηνο στη νήσο Σαχαλίνη (Μάιος – Δεκέμβριος 1890) και η έντονη δραστηριότητά του σε εκείνο το «κολαστήριο», όπως το χαρακτήρισε, επηρέασαν την κυβέρνηση, η οποία και αναγκάστηκε να λάβει μέτρα για τις εκεί συνθήκες διαβίωσης. Το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Ακολούθησαν ταξίδια στην Ευρώπη, η γνωριμία του με τον Τολστόι, μια έντονη κρίση στην υγεία του και η γνωριμία του με την Όλγα Κνίπερ, τη μελλοντική σύζυγό του (ο γάμος τους έγινε το 1901, ενώ μια αποβολή της συζύγου του, λίγο πριν από τον θάνατό του, του προκάλεσε μεγάλη θλίψη) και πρωταγωνίστρια όλων των θεατρικών του. Στη Γιάλτα γνώρισε και ανέπτυξε στενή φιλία με τον Μαξίμ Γκόρκι. Τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του έγινε μέλος της Ακαδημίας των Τεχνών, από όπου παραιτήθηκε όταν ακύρωσαν την εκλογή του Γκόρκι.

Στις 17 Ιανουαρίου 1904 ο Στανισλάφσκι ανέβασε τον «Βυσσινόκηπο» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Η Όλγα Κνίπερ ερμήνευσε τον ρόλο της Λιούμπα και ο ίδιος ο σκηνοθέτης τον Γκάγεφ. Όπως ο Τσέχωφ ομολογεί, αυτό το έργο τον δυσκόλεψε πολύ. Η υγεία του είχε ήδη κλονισθεί και ο ίδιος το έπιανε και το άφηνε για καιρό. Ωστόσο τον Ιούλιο του 1903 αποφάσισε να πιέσει τον εαυτό του και να το τελειώσει ώστε να είναι έτοιμο για την καινούργια θεατρική σεζόν. «Το έργο δεν είναι έτοιμο, προοδεύει με κόπο, πράγμα που οφείλεται στην τεμπελιά μου, στο κρύο και στη δυσκολία του θέματος», έγραφε στον Στανισλάφκσι. Η αλήθεια ήταν όμως πιο σκληρή. Η κατάσταση της υγείας του είχε επηρεάσει τη δημιουργική του ικανότητα. Τον Σεπτέμβριο του 1903 το ολοκλήρωσε και το έστειλε στη Μόσχα με τη σύζυγό του: «Δεν είναι δράμα αλλά κωμωδία και μάλιστα σε ορισμένα μέρη φάρσα». Αν και μεσολάβησαν πολλές περιπέτειες, η πρεμιέρα δόθηκε και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

Ξημερώματα 2ας Ιουλίου 1904, σε ηλικία 44 χρόνων, ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ άφηνε την τελευταία του πνοή στη λουτρόπολη Μπάντεβαϊλερ. Στο πλάι του βρισκόταν η σύζυγός του, η ηθοποιός Ολγα Κνίπερ. Το χιούμορ με το οποίο αντιμετώπιζε τη ζωή θα τον συνοδέψει και στο θάνατό του. Η σορός του μεταφέρεται σ’ ένα βαγόνι με στρείδια. Από λάθος οι παριστάμενοι ακολουθούν έναν άλλο νεκρό στρατιωτικό με τη συνοδεία μπάντας. Θάφτηκε στο κοιμητήριο Νοβοντέβιτσι και πάνω από τον τάφο του γέρνουν τα κλαριά μιας κερασιάς (ο πραγματικός τίτλος του “Βυσσινόκηπου” είναι “Ο Κήπος Με Τις Κερασιές“).

Ο Τσέχωφ ήξερε να συμπάσχει με τον αδύναμο και να σαρκάζει τον επηρμένο και τον κακό. Ανθρώπινος και ελεύθερος, είχε μάθει, επηρεασμένος από την Ιατρική, να παρατηρεί. «Αν θες να καταλάβεις τη ζωή, πάψε να πιστεύεις αυτά που λένε και αυτά που γράφουν. Μόνο βλέπε, παρατήρα εσύ ο ίδιος και συλλογίσου» έγραφε στα Τετράδιά του.

Αντικειμενικός, καίριος, λιτός, αποτύπωσε με απλό και περιεκτικό τρόπο όλα όσα βίωνε ο ίδιος, μετατρέποντας τελικά το προσωπικό σε παγκόσμιο. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι η Ιατρική είναι η σύζυγός του και η λογοτεχνία, το γράψιμο, η ερωμένη του, γι’ αυτό και μεταπηδούσε από τη μία στην άλλη. Πίστευε ότι δεν είχε ταλέντο και καλούσε τους καλλιτέχνες «να παραδεχθούν ότι τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν βγάζει νόημα», όπως έγραφε στον Σουβόριν το 1888.

«Αν καταφέρεις να πείσεις έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη να ξεπεράσει τους δισταγμούς του και να δηλώσει ότι, ναι, υπάρχουν και πράγματα που δεν καταλαβαίνει, αυτό από μόνο του θα αποτελέσει ένα τεράστιο βήμα προόδου στην ανθρωπότητα».