«Ένα βράδυ, αργά, στο μέλλον» Έτσι ξεκινά ο θρυλικός μονόλογος του Σάμιουελ Μπέκετ κι ένα από τα πιο προσωπικά του έργα, «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ», γραμμένο το 1958. Ο μεγάλος δραματουργός εμπνεύστηκε το έργο όταν άκουσε τον Ιρλανδό ηθοποιό Patrick Magee, να ηχογραφεί κάποια αποσπάσματα από ένα μυθιστόρημά του στο Τρίτο Πρόγραμμα του BBC το Δεκέμβριο του 1957 και έτσι συνέλαβε και την ιδέα της μαγνητοταινίας. Εντυπωσιάστηκε τόσο από τη φωνή του Magee, που δύο μήνες μετά ξεκίνησε να γράφει ένα έργο για έναν ήρωα τον οποίο περιέγραφε αρχικά ως έναν «αποκαμωμένο γέρο με τραχιά φωνή και κάποια χαρακτηριστική προφορά». Αρχικά ο Μπέκετ αναφερόταν στο έργο ως «ο μονόλογος του Magee», μέχρι που κατέληξε να δώσει το όνομα Κραπ στον ήρωα, που στα αγγλικά παραπέμπει σε μια αίσθηση παρακμής.  

Αυτή την περίοδο το έργο ανεβαίνει από έναν νεαρό ερμηνευτή, τον Αντώνη Αντωνόπουλο,  μέλος της ομάδας Vasistas, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία του έργου, που παρουσιάζεται στο θέατρο Θησείον για λίγες παραστάσεις.

Ποια θέματα πραγματεύεται το έργο και τι σας συγκίνησε σε αυτό;
Στην «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» παρακολουθούμε έναν άνθρωπο απέναντι στον εαυτό του. Ο Κραπ στέκεται απέναντι στο παρελθόν του. Είναι ένα μικρής έκτασης έργο και με μια πολύ απλή και καθαρή δομή, αλλά μέσα απ’ αυτό ο Μπέκετ μιλάει με έναν πολύ συγκινητικό τρόπο για κάτι πολύ ανθρώπινο. Με απασχολεί πολύ η έννοια της μνήμης, η καθημερινή μας αναμέτρηση με το παρελθόν. Το καταφύγιο που μπορεί να μας προσφέρει. Και η σκέψη ότι οι σπουδαίες και γενναίες αποφάσεις που κάποτε πήραμε, δυστυχώς δεν πρόκειται να μας μεταμορφώσουν. Ίσως μόνο να μας μετακινήσουν.

© G.Κalampaka

Ο ήρωας του Μπέκετ (Κραπ) αναπολεί τη ζωή του μέσα από τις ηχογραφημένες μαγνητοταινίες του. Πού τον οδηγεί αυτή η αναπόληση;
Ο Κραπ κάθε χρόνο την ημέρα των γενεθλίων του έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν. Ηχογραφεί μια μαγνητοταινία με τα πιο σημαντικά γεγονότα της περασμένης χρονιάς, ενώ προηγουμένως έχει ακούσει τον εαυτό του να κάνει το ίδιο πολλά χρόνια πριν. Ακούγοντας τον εαυτό του, είναι σαν να συνδιαλέγεται με έναν ξένο. Δεν τον αναγνωρίζει. Κοροϊδεύει τον εαυτό του για τις αποφάσεις που πήρε ή για το τι θεωρούσε ότι αξίζει και τι όχι. Αυτή η αναπόληση νομίζω περισσότερο τον απογοητεύει, παρά τον ανακουφίζει. Συνειδητοποιεί ότι η ζωή του πέρασε και σπαταλήθηκε και είναι πλέον αργά για να κάνει κάτι. Είναι 69 ετών, μόνος και αποτυχημένος. Οι περισσότεροι από εμάς όταν σκεφτόμαστε το παρελθόν και τις αποφάσεις που πήραμε – χωρίς να αφήνουμε τη νοσταλγία να μας μπερδέψει – καμιά φορά ερχόμαστε αντιμέτωποι με δυσάρεστες ή άβολες αναμνήσεις.

Ποια φράση του έργου θα λέγατε ότι συνοψίζει την ουσία της ψυχοσύνθεσης του ήρωα και γιατί;
Ο εξηνταεννιάχρονος Κραπ παίρνει απόσταση από τον τριάντα χρόνια νεότερο εαυτό του, ο οποίος με τη σειρά του αποστασιοποιείται από τον ακόμα νεότερο εαυτό του. Κάθε φορά απορεί, κάθε φορά απαξιεί ή βρίζει το παρελθόν του. Και πιστεύει πως τώρα πια είναι καλύτερος και σοφότερος. Ξεκινάει την τελευταία του ηχογράφηση λέγοντας:

«Μόλις άκουσα τον προ τριακονταετίας πανίβλακα εαυτό μου, κι ακόμα να πιστέψω το εύρος της βλακείας του. Δόξα τω Θεώ που επιτέλους τελείωσαν όλα αυτά.»

Πώς προσεγγίσατε, τόσο σκηνοθετικά, όσο και υποκριτικά, το δύσκολο εγχείρημα του μονολόγου;
Ήξερα από την αρχή ότι ήθελα να προσεγγίσω την ιδέα της μνήμης και του παρελθόντος μέσω του πατέρα μου. Ο Κραπ ακούει τον εαυτό του και προσπαθεί να τον αναγνωρίσει, εγώ παρατηρώ την εικόνα του πατέρα μου και προσπαθώ να αναμετρηθώ με το παρελθόν μου και να φανταστώ ένα πιθανό μέλλον μου. Οι πρόβες ήταν περίπλοκες και καμιά φορά δύσκαμπτες. Προτείνουμε μια μετατοπισμένη δραματουργία από εκείνη του κειμένου και υπήρχε μια συνεχής αγωνία για το αν αυτή μπορεί να ισχύει. Επίσης το γεγονός ότι έπρεπε να αυτοπαρατηρούμαι, να δοκιμάζω κάτι και ταυτόχρονα να προσπαθώ να φανταστώ πώς φαίνεται και αν λειτουργεί ήταν μια διαδικασία που πολλές φορές οδηγούσε στην απόγνωση. Αλλά ποτέ δεν ήμουν μόνος μου. Η παράσταση είναι αποτέλεσμα συνεργασίας πολλών ανθρώπων. Οφείλω πολλά σε όλους τους συνεργάτες της παράστασης, αλλά κύριως στον Δημήτρη Καμαρωτό, στην Γκέλυ Καλαμπάκα, στην Σταυρούλα Σιάμου και στην Ευδοξία Ανδρουλιδάκη. Αν δεν ήταν αυτοί δεν θα τα κατάφερνα μόνος μου.

kra

Μοιραστείτε μαζί μας ένα αγαπημένο σας απόσπασμα από το κείμενο.

(Ο Κραπ κλείνει το κουμπί, τρέχει την ταινία πίσω, ξανανοίγει το κουμπί.)

– στη λίμνη, με τη βάρκα, βουτήξαμε κοντά στην όχθη, ύστερα ξανοιχτήκαμε κι αφεθήκαμε στο ρεύμα. Έμεινε ξαπλωμένη στη βάρκα με τα χέρια κάτω απ’ το κεφάλι και τα μάτια κλειστά. Ο ήλιος έκαιγε, είχε ένα ελαφρύ αεράκι, και το νερό ήταν ήρεμο. Πρόσεξα μια γρατζουνιά στον μηρό της και την ρώτησα πώς έγινε. Μάζευα φραγκοστάφυλα, μου είπε. Της είπα για ακόμα μια φορά πως δεν έχουμε μέλλον μαζί, πως δεν έχει νόημα να συνεχίζουμε και αυτή συμφώνησε, χωρίς να ανοίξει τα μάτια. (Παύση.) Της ζήτησα να με κοιτάξει και μετά από λίγο – (Παύση) – μετά από λίγο με κοίταξε, αλλά τα μάτια της ίσα που άνοιγαν απ’ την αντηλιά. Έσκυψα πάνω της για να της κάνω σκιά και τα μάτια της άνοιξαν. (Παύση. Αργά.) Και με δέχτηκαν. (Παύση.) Το ρεύμα μας τράβηξε κι η βάρκα σταμάτησε μες στις καλαμιές. Λύγιζαν μπροστά στην πλώρη στενάζοντας. (Παύση.) Μείναμε ξαπλωμένοι, το πρόσωπό μου στο στήθος της και το χέρι μου πάνω της. Μείναμε έτσι, ακίνητοι. Αλλά από κάτω όλα κινούνταν, και κινούσαν κι εμάς, απαλά, πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά. (Παύση.)

Info: Η Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ | Θέατρο Θησείον | Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, έως τις 8 Νοεμβρίου 2016