Είναι φορές που ο κατάλληλος άνθρωπος αφηγείται την κατάλληλη ιστορία, την κατάλληλη στιγμή. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το Hamilton, το μιούζικαλ που γράφει ιστορία τα τελευταία τρία χρόνια και συνεχίζει με αλλεπάλληλες βραβεύσεις και μια πρωτόγνωρη απήχηση στο νεανικό κοινό αλλά και με το Downstate, το νέο έργο του βραβευμένου Bruce Norris, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα πριν λίγες μέρες σε σκηνοθεσία της, επίσης βραβευμένης, Pam McKinnon στο ιστορικό θέατρο Steppenwolf στο Σικάγο, μια συμπαραγωγή με το Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου.

Παρακολουθώντας το Hamilton βρίσκεσαι μπροστά σε ένα αναπάντεχο φαινόμενο: το κορυφαίο χιτ του Μπρόντγουεϊ έχει αμιγώς πολιτικό θέμα, καθώς μιλά για την οικονομική, πολιτική και φυλετική ιστορία της Αμερικής. Είναι ένα έργο-μανιφέστο της πολυσυλλεκτικότητας και της ενσωμάτωσης –δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπαράκ Ομπάμα υποστήριξε το εγχείρημα αυτό από τις απαρχές του και ότι το πρώτο τραγούδι του μιούζικαλ παρουσιάστηκε στον Λευκό Οίκο το 2009–, και ταυτόχρονα μια κραυγή ενάντια σε φοβικές πολιτικές διακρίσεων και απομόνωσης.

Η ιστορία του Hamilton είναι η ιστορία ενός «νέου, μαχητικού και πεινασμένου» («I am just like my country/young, scrappy and hungry») μετανάστη από τις Δ.Ινδίες που έμελλε να συνδεθεί με την Αμερικάνικη Επανάσταση του 18ου αιώνα και την ίδρυση της χώρας. To μιούζικαλ βασίζεται στη ζωή του Αλεξάντερ Χάμιλτον, του «προσώπου στο χαρτονόμισμα των 10 δολαρίων», του μετανάστη που άρπαξε την ευκαιρία –«Ι will not throw away my shot»-, και κατάφερε να γίνει το δεξί χέρι του Τζορτζ Ουάσινγκτον και ο αρχιτέκτονας του οικονομικού συστήματος της Αμερικής.

Η ζωή του Αλεξάντερ Χάμιλτον ενέπνευσε τον αφηγητή της, τον σπουδαίο συνθέτη και περφόρμερ Lin-Manuel Miranda, επίσης μετανάστη, Πορτορικανικής καταγωγής, που έχει γράψει το λιμπρέτο, τη μουσική και έπαιζε και τον ίδιο τον Χάμιλτον στην πρώτη παράσταση στο Μπρόντγουεϊ. Με δυο λόγια: ένας μετανάστης αφηγείται την ιστορία ενός άλλου μετανάστη, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της χώρας. Η ιδιοφυία του Miranda –και νομίζω ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησε στο «φαινόμενο Hamilton»– είναι ότι επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία μέσα από τη μουσική γλώσσα του χιπ-χοπ, μια γλώσσα «ανυπακοής».

Η παράσταση είναι το soundtrack της εναντίωσης στη φτώχεια, στον ρατσισμό, στις ανισότητες, στον κυνισμό, σε κάθε μορφή ανελευθερίας. Στίχοι που κόβουν και από τις δυο πλευρές. Που χάρισαν στους νέους τη δύναμη να τραγουδήσουν την κυνική τους εποχή. Nα ακονίσουν την πολιτική τους ευαισθησία. Να βρουν τα συνθήματά τους. Nα υπερασπιστούν ίσως έναν χαμένο ρομαντισμό. Χαρακτηριστική είναι η πρώτη συνομιλία του Χάμιλτον με αυτόν που θα εξελιχθεί σε πολιτικό του αντίπαλο, τον Άαρον Μπερ:

–  Άαρον Μπερ: While we’re talking let me offer you some free advice/Talk less / Smile more/ Don’t let them know what you ΄re against and what you ‘re for. (Και τώρα που τα λέμε, μου επιτρέπεις να σου δώσω μια συμβουλή/ Μίλα λιγότερο, χαμογέλα περισσότερο! Μην τους αφήνεις να καταλάβουν σε τι εναντιώνεσαι και σε τι θα έδινες και τη ζωή σου).

– Χάμιλτον: You can’t be serious./[…] If you stand for nothing, what will you fall for? (δεν σοβαρολογείς… εάν δεν πιστεύεις σε τίποτα, για ποιο σκοπό θα πέθαινες;]

Η κεντρική επιλογή να συμπεριλαμβάνει η διανομή και μαύρους ηθοποιούς, η χορογραφία που, χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς, βοηθάει στην εστίαση στο λόγο (20,520 στίχους έχει το Hamilton!), η εθιστική μουσική με τις πολλαπλές αναφορές και η ενθουσιώδης πρόσληψη από γνωστούς καλλιτέχνες και πολιτικούς, πολλαπλασίασαν τη δυναμική της παράστασης. Μετά το Hamilton, το μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ δεν θα είναι ποτέ το ίδιο. Γιατί έχει ήδη διαφορετική φωνή, εικόνα και ορμή.

Ένα ακόμη παράδειγμα δεινής αφηγηματικής ικανότητας αποτελεί το Downstate του Bruce Norris, του συγγραφέα που βραβεύτηκε με Pulitzer το 2011 για το έργο του Clybourn Park. Πριν κατευθυνθώ στο γοητευτικότατο Steppenwolf στο Λινκολν Παρκ -στα μάτια μου η αμερικάνικη εκδοχή του Royal Court-, είχα δεύτερες σκέψεις:

Θέλω αλήθεια να παρακολουθήσω μια παράσταση για τη συνάντηση ενός νέου που επισκέπτεται μετά από χρόνια τον άνθρωπο που τον είχε κακοποιήσει σεξουαλικά ως παιδί; Θέλω αλήθεια να δω μια παράσταση για τη ζωή ενός παιδόφιλου μετά την καταδίκη και μετά την έκτιση της ποινής του; Το θέμα ακραία απωθητικό. Η πίστη μου, ωστόσο, στο σημαντικότατο Norris οδήγησε τα βήματά μου στο θέατρο. Ευτυχώς. Γιατί αυτό που παρακολούθησα ήταν μια προκλητική στη σύλληψη, συγκλονιστική στην εκτέλεση, παράσταση ενός πολύ σημαντικού σύγχρονου κειμένου, που στοιχηματίζω ότι θα τιμηθεί με Pulitzer. Εάν θεωρούμε ότι κάθε κοινωνία κρίνεται από το πώς συμπεριφέρεται στους πιο αδύναμους, στους ανθρώπους του περιθωρίου, στους ασθενείς, τότε το Downstate μας αφορά.

Πώς ξεκίνησε να γράφει γι’ αυτό το θέμα όμως ο Norris;

«Σκεφτόμουν ότι, έχοντας έναν κοινό εχθρό – αυτόν που αναγνωρίζεται από όλους μας ως το πιο σιχαμερό είδος εγκληματία (τον παιδόφιλο)– αισθανόμαστε όλοι πιο ενάρετοι. Και επειδή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πυροδοτούν τις μαζικές αντιδράσεις, μπορούμε όλοι ανώνυμα να ζητήσουμε να καούν στην πυρά τέτοιοι εγκληματίες ή να υποστηρίξουμε κάποια μορφή σαδιστικής τιμωρίας, συχνά πολύ πιο άγριας από το αρχικό έγκλημα. Ζούμε σε μια εποχή εκδικητικής μανίας», σημειώνει.

Το έργο εστιάζει στην ανθρώπινη υπόσταση θυμάτων και θυτών. Αναρωτιέται για τη δυνατότητα συγχώρεσης. Και, με βιτριολικό χιούμορ, ψυχογραφική μαεστρία και μια πλοκή που σου κόβει την ανάσα, κατορθώνει να αφήσει τον θεατή άναυδο μπροστά στη βία που μπορεί να προκαλέσει το μίσος. Η σκηνοθεσία διαλέγει ηθοποιούς με ιδιότυπα σώματα και τους καθοδηγεί σε ερμηνείες αξέχαστες. Από τις πιο ανεπαίσθητες μικρο-κινήσεις μέχρι τις στιγμές έκρηξης και πυρετού, το ανσάμπλ δείχνει τι σημαίνει εσωτερικός κραδασμός, δουλειά συνόλου αλλά και χτίσιμο διακριτών σπαραχτικών ερμηνειών.

Το Downstate όπως και το Hamilton είναι η απόδειξη –παρά τη σοβαρή κρίση που περνάει η σύγχρονη δραματουργία παγκοσμίως σε αυτήν τη …μετα-εποχή– ότι υπάρχουν σπουδαίοι σύγχρονοί μας story-tellers, ικανοί να ανανεώσουν τη ματιά και την αγάπη μας για το θέατρο.