Απλή μετάβαση: ένα πρωτότυπο ελληνικό μιούζικαλ αξιώσεων. Με κέντρο τη γενιά των …«millennials» -όσων, δηλαδή, είναι σήμερα εκεί κάπου στα τριάντα και κάτι. Φτιαγμένο από δημιουργούς που ανήκουν σε αυτήν τη γενιά. Τη γενιά της μεγάλης πτώσης. Της μεγάλης αλλαγής. Από έναν παλιό κόσμο ασφάλειας. Ευμάρειας. Ανεμελιάς. Σε έναν νέο αχαρτογράφητο.

Οκτώ πρόσωπα στην αίθουσα αναμονής του Ελ. Βενιζέλος, λίγο πριν πετάξουν για Λονδίνο. Οκτώ βαλίτσες που χωρούν ολόκληρες ζωές. Οκτώ διαφορετικές ιστορίες ανθρώπων. Που τους ενώνει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Από την παλιά στη νέα ζωή: «Φτου και βγαίνω, κι ούτε ξέρω που πηγαίνω» τραγουδούν μετέωροι. «Tην παλιά ζωή ποια νέα θα φορέσει;» αναρωτιούνται. Για να ορμήσουν με φόρα στην πρόκληση: «Ήρθε η ώρα / μπροστά έχει μόνο / παίρνω φόρα / και δεν μετανιώνω». Η καθυστέρηση της πτήσης γίνεται η δραματουργική αφορμή για να αναθεωρήσουν αποφάσεις, να αναστοχαστούν πάνω σε προσωπικές επιλογές, να οδηγηθούν σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας.

Η Απλή μετάβαση στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Μίνωα Θεοχάρη, κείμενο-στίχους Γεράσιμου Ευαγγελάτου και μουσική Θέμη Καραμουρατίδη είναι ένα έξοχο μουσικό θέαμα, που, με χιούμορ, τρέλα, πολύ ποπ διάθεση και χωρίς ίχνος μιζέριας αγγίζει ένα καυτό σύγχρονο φαινόμενο, τη μετανάστευση των νέων ανθρώπων της χώρας μας στο εξωτερικό, εστιάζοντας ευφυέστατα, σε επίπεδο δραματουργίας, στην επίδραση που έχει η αλλαγή τόπου στο μυαλό και την ψυχή των κεντρικών προσώπων του νέου αυτού έργου. Για την ακρίβεια, η μετανάστευση γίνεται εδώ το σπίρτο για να ανάψει η φλόγα των αντιφάσεων που γεννά μέσα μας κάθε μορφή μετάβασης από έναν τόπο άγονης ασφάλειας σε έναν χώρο άγνωστο, ξένο, ανοίκειο.

Έτσι, και μέσα από την ανάταση του μιούζικαλ, ξεπηδούν σκέψεις και αγωνίες «διπολικές», που όλοι, λίγο-πολύ, έχουμε αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια: η μετανάστευση ως πληγή, ως αυτοεξορία από τη γενέτειρα, αλλά και η μετανάστευση που μας κάνει πολίτες του κόσμου. Η μετανάστευση ως απογαλακτισμός από τη σκλαβιά του γονικού βλέμματος, αλλά και ως απελευθέρωση του (Έλληνα) γονέα που αναγκάζεται να διαχειριστεί την …ελευθερία του. Η μετανάστευση ως δυνατότητα επανεγγραφής της ζωής, αλλά και ως διαρκής νοσταλγία της χαμένης πατρίδας.

Η αλλαγή τόπου ως καταλύτης για το θερμόμετρο μιας ερωτικής σχέσης. Ο έρωτας ως υπέρτατη αλλαγή τόπου του εαυτού. Η γλώσσα, εκεί στην ξενιτιά, που διαρκώς σου υπενθυμίζει ότι είσαι ξένος, ότι μιλάς με λέξεις «που δεν ξέρεις τι αισθάνονται». Και η ίδια αυτή η γλώσσα, η ξένη, που θα γίνει η μητρική του παιδιού σου. Όσο κι αν το αρνιέσαι. Του παιδιού που θα αισθάνεται τι λένε οι ξένες, σε σένα, λέξεις. Και που θα δυσκολεύεται με αυτές που εσύ ριγείς.

Στην παράσταση όλα δένουν αρμονικά. Συνομιλούν. Αλληλοσυμπληρώνονται. Είναι φανερό: έχει πολύ ταλέντο ο θίασος που δημιούργησε αυτή τη δουλειά. Από τους συντελεστές που τον πλαισιώνουν μέχρι την υπέροχη μεικτή ομάδα ηθοποιών και τραγουδιστών –Μαρίζα Ρίζου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Χαρά Κεφαλά, Νίκος Λεκάκης, Φοίβος Ριμένας, Νάνσυ Σιδέρη– που παίρνει στα χέρια της την παράσταση και την απογειώνει. Η σκηνοθεσία, σε ρόλο μαέστρου, δίνει αβίαστα χώρο στους συνεργάτες να συμβάλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, στο τελικό αποτέλεσμα.

«Tην παλιά ζωή ποια νέα θα φορέσει;»

Οι στίχοι του Ευαγγελάτου, κοφτεροί, κωμικοί, ευθύβολοι εγγράφονται στο μυαλό και σε συνδέουν άμεσα και φυσικά με αυτό που ακούς και βλέπεις. Η κίνηση της Αμάλια Μπένετ ενσωματώνει την αιώρηση, το πέταγμα και την παραλίγο πτώση, την ορμή, το χιούμορ, την τσαχπινιά της ζωής. Η μουσική, αν και παραπάνω γλυκερή σε σημεία, ξορκίζει, με τη λύτρωση που μόνο το τραγούδι μπορεί να προσφέρει, τις δίκοπες αλήθειες μιας, όπως αποδεικνύεται, καθόλου …απλής μετάβασης. Σε ποπ διαδρομές μιλά τη γλώσσα, με την οποία εκφράζονται οι περισσότεροι νέοι και νέες αυτής της γενιάς, κουβαλώντας κάτι από τη χρυσόσκονή της. Κορυφαία στιγμή, το τραγούδι του διχασμένου Γιώργου, ο οποίος με τα πόδια σε δύο διαφορετικές βαλίτσες-πατρίδες επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο τόπους: «μια ζωή διπλή / αλλού ψυχή / αλλού μυαλό». Εάν η μουσική είχε περισσότερες τέτοιες στιγμές-«γωνίες», τότε η παράσταση θα βουτούσε ακόμη πιο βαθιά στο υπαρξιακό αδιέξοδο της διπλής ταυτότητας. Χαμένη ευκαιρία μουσικά η διασκευή του Εθνικού ύμνου, ένα …«γαμώτο» που μένει αχνό και ανεκμετάλλευτο.

Ο σκηνικός χώρος (σκηνικά-κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη), μια κυκλική περιστροφική πλατφόρμα, με ένα κυκλικό σιδερένιο στεφάνι-σύμπαν που στέκεται από πάνω της, μοιάζει με τη γη, την οικουμενική γη που μας χωρά όλους, αλλά και την προσωπική γη του καθενός. Ράμπες, δέντρα με ρόδες, κάδρα-είδωλα και φυσικά βαλίτσες, πολλές βαλίτσες υποδηλώνουν τη μετάβαση. Όσο για τα κοστούμια, δείχνουν το πώς το καθημερινό, φαινομενικά απλό κοστούμι (που έχει αλώσει τις σκηνές μας) μπορεί να υποδηλώνει ιδιότητες του χαρακτήρα ενός σύγχρονου προσώπου, αλλά και να εμποτίζεται από θεατρικότητα.

Η Απλή μετάβαση είναι συνολικά ένα θριαμβευτικά κερδισμένο στοίχημα. Ένα εγχείρημα με τέτοια εντιμότητα, που ξερνάει κάθε comme il faut προσδοκία και επιτηδευμένη σοβαροφάνεια. Μια δουλειά-σπορά, που δικαιώνει το ρίσκο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού. Και ρίχνει τη σκόνη του σε κάθε εισαγόμενη και παρωχημένη αντίληψη του μιούζικαλ που παρελαύνει από τις αθηναϊκές σκηνές.

Info παράστασης:

Απλή μετάβαση | 15 Φεβρουαρίου – 14 Απριλίου 2019 | Εθνικό Θέατρο – Κτίριο Τσίλλερ – Σκηνή Νίκος Κούρκουλος