Η φυλή του Γoυάγιου στη Βόρεια Κολομβία. Ο τρόπος της. Ιστορικά γεγονότα που εμπλουτίζονται αναπόφευκτα με στοιχεία μύθου, διασώζονται και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά προφορικά, τραγουδιστά, μέσω τραγουδιών. Τα συστατικά της διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης. Να τηρείς τις συμφωνίες σου και να είσαι σωστός. Αλλά ταυτόχρονα η οικογένεια πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα. Η σχέση με τους νεκρούς. Τα έθιμα της ταφής και της εκταφής. Τα φαντάσματα. Τα ζώα που εμφανίζονται σαν στοιχειά. Τα όνειρα. Τα φυλακτά. Οι μαντατοφόροι. Η περίοδος απομόνωσης μιας κοπέλας μέχρι να γίνει γυναίκα έτοιμη για νύφη. Οι χοροί της ενηλικίωσης, οι χοροί της πρόσκλησης γαμπρών.

Με προεξάρχοντα το «Νονό», οι γκανγκστερικές ταινίες και σειρές μιλούν πολύ συχνά για το πώς η διεστραμμένη αντίληψη της προστασίας της οικογένειας οδηγεί στην καταστροφή της. Αν δεν θες να κινδυνεύει η οικογένειά σου, περισσότερη προστασία, από πάνοπλους μπράβους στο προσκεφάλι της, θα παρείχε η μη θέση της εκ των πραγμάτων σε κίνδυνο, η μη θέση της εκ των πραγμάτων υπό απειλή άλλων όπλων που θα ήθελαν να τη σκοτώσουν.

Ο Ραπαγιέτ γοητεύεται από τη νεαρή κοπέλα που ενηλικιώνεται. Χορεύει μαζί της. Θέλει να την κάνει γυναίκα του. Ζητά επισήμως το χέρι της, με όλες τις παραδόσεις της φυλής, μέσω συγγενή του, προξενητή. Του αρνούνται γιατί δεν είναι από αρκετά καλή οικογένεια, είναι κατωτέρου οικονομικοκοινωνικού στάτους. Ο προξενητής συγγενής επιμένει ότι πρόκειται για ένα παλικάρι που του έτυχαν από παιδί πάρα πολλές δυσκολίες στη ζωή, αλλά ανταπεξήλθε γιατί είναι μαχητής και κουβαλητής. Τότε του θέτουν ως προίκα έναν αριθμό από αγελάδες, κατσίκες και κολιέ, που είναι αντικειμενικά αδύνατο να προσφέρει, θεωρώντας κατά πάσα πιθανότητα ότι έτσι θα τον ξεφορτωθούν.

Εκείνος όμως είναι αποφασισμένος, εκείνος έχει μάθε από μικρός στα δύσκολα, κι αφού του σφηνώνεται αυτό στο μυαλό, αφού έχει τη θέληση, το μόνο που απομένει να βρει είναι τον τρόπο. Που ΟΚ, αυτά τα πράγματα δεν λειτουργούν πάντα έτσι ημιμεταφυσικά, θα πρέπει να παρουσιάζεται και η ευκαιρία στο δρόμο, ειδάλλως η θέληση δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να μετατραπεί από μόνη της και σε τρόπο. Μια ομάδα νεαρών Αμερικανών στο δρόμο του. Κάνουν κρα για μαριχουάνα. Τέλη δεκαετίας εξήντα, ο χιπισμός σε άνθηση, η μαριχουάνα τους κάνει ευτυχισμένους. Ο Ραπαγιέτ πείθει γνωστούς τους να αλλάξουν τις καλλιέργειές τους και να το ρίξουν στη μαριχουάνα. Οι Αμερικάνοι ενδιαφέρονται για μεγάλες ποσότητες, φέρνουν και τα μικρά τους αεροπλάνα, η επιχείρηση δεν αργεί πολύ να στηθεί.

Τώρα ο Ραπαγιέτ έχει όχι μόνο την προίκα, έχει στα χέρια του σιγά σιγά ένα ολόκληρο δίκτυο στο οποίο είναι επικεφαλής. Από την πορεία του θα καταλάβουμε ότι αν είχε γοητευθεί από άλλη γυναίκα ή αν του είχε ζητηθεί πιο λογική προίκα, δεν θα έμπαινε ποτέ σε αυτόν τον κόσμο. Όχι ότι δεν αρχίζει να ζει πολυτελώς, όχι ότι δεν χτίζουν στη μέση της ερήμου ένα παράταιρο μικρό φρούριο. Αλλά αν εξαρτώταν μόνο απ’ αυτόν, θα είχε τη δουλειά του να ανθίζει για δεκαετίες, χωρίς να ψάχνει ούτε για περισσότερα ούτε για μπελάδες. Ωστόσο προφανώς και τα προβλήματα θα γεννηθούν, από άτομα του περίγυρου και συνεργάτες του. Η απληστία. Τα παιχνίδια με τα όπλα, η εξουσία που σου δίνει ένα όπλο στα χέρια σου, η εξουσία ζωής και θανάτου. Επίσης ένας από τους μεγαλύτερους κανόνες της ζωής είναι πως όταν μεγαλώνεις δύσκολα και ζόρικα, γίνεσαι ένας άνθρωπος που θα παλέψει στη ζωή του. Ενώ όταν μεγαλώνεις στην πολυτέλεια και με το να σου γίνονται όλα τα χατίρια, είναι πολύ πιθανό να βγεις σκάρτος.

Στα πέντε κεφάλαια – τραγούδια της ταινίας που διατρέχουν την ιστορία των «Αποδημητικών Πουλιών» από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ως τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, ο Ραπαγιέτ θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει δυο τέτοιες περιπτώσεις που απειλούν να τινάξουν ή τινάζουν τα πάντα στον αέρα. Ταυτόχρονα θα έχει συνεχώς στο αυτί του την Ούρσουλα, τη μητέρα και μητριαρχική φιγούρα της φυλής, να του λέει το τι και το πως, τι είναι σωστό να κάνει βάσει των κωδίκων και των εθίμων και τι λάθος. Αν τα «Αποδημητικά Πουλιά» είναι μια ιστορία διάβρωσης και καταστροφής μέσω του εμπορίου ναρκωτικών, δεν είναι πάντως σε καμία περίπτωση μια ιστορία αθώων παρθένων πολιτισμών που τους διαφθείρει με το ζόρι κάποιο άλλο σύστημα αξιών ή κάποιοι απέξω. Γιατί ναι, απ’ έξω έρχεται ο πειρασμός, αλλά είναι ένας πειρασμός στον οποίο οι Γουάγιου βουτάνε σαν να είναι το φυσικό τους περιβάλλον.

Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με μια εξιδανικευτική προσέγγιση, έχουμε όμως να κάνουμε με μια γκανγκστερική εν τέλει ταινία που βουτάει εντελώς μέσα στον τρόπο και τη νοοτροπία μιας φυλής, που δεν την αφορά ούτε να κρίνει ηθικά τους ήρωές της, ούτε να παραδώσει κάποιο άλλο «κατηγορώ». Κι αν βγαίνει τελικά ένα «κατηγορώ», είναι διαπιστωτικό, είναι ότι το αποτέλεσμα όλης αυτής της ενασχόλησης με το εμπόριο ναρκωτικών είναι αυτό που είναι, οι αλληλοσφαγές και η εξόντωση. Μετά το υποβλητικό εικαστικά «Στην Αγκαλιά του Φιδιού», με το οποίο η Κολομβία πήρε την πρώτη της υποψηφιότητα για όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, ο Σίρο Γκέρα αφήνει την καταπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία για χάρη του χρώματος, με τα μυστικιστικά στοιχεία να δίνουν κι εδώ το παρόν, αλλά όχι και κυριαρχικά τον τόνο, καθώς η ταινία είναι θα μπορούσαμε να πούμε εθνογραφικά γκανγκστερική. Δεν πρόκειται καν για ισορροπία ανάμεσα στα δύο στοιχεία, αφού η ιστορία των ναρκωτικών και του πολέμου ξεδιπλώνεται πολύ οργανικά μέσα από την εθνογραφική ματιά. Από την άλλη, αυτό το μείγμα έχει μεν ως αποτέλεσμα μια πολύ αξιόλογη ταινία, μια ταινία που πατά μεν με σταθερό βήμα, αλλά που ίσως το ταβάνι της είναι να την μνημονεύουμε δίπλα σε άλλες γκαγκστερικές ταινίες και σειρές, ως τη διαφορετική ματιά, ως τη διαφορετική προσέγγιση στο είδος.

Και ίσως όσο διαφορετικούς πολιτισμούς κι αν χτίζουν οι άνθρωποι, όσο διαφορετικούς κώδικες συμπεριφορών και αντιλήψεων κι αν έχουν, να είναι εν τέλει εξίσου ευάλωτοι και πρόθυμοι να κάνουν αυτό που τους εξασφαλίζει υλικά αγαθά και δύναμη, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Κι όπως επίσης δείχνει η ταινία, τα λεφτά και η εξουσία έχουν ένα όριο που μπορούν να νοηματοδοτήσουν τη ζωή σου. Υπάρχουν πάντα και τα πιο προσωπικά ζητήματα για τα οποία είσαι έτοιμος να καταστρέψεις και να καταστραφείς, εμπορικές συναλλαγές μπορούν να γίνουν και να αγοραστεί η οργή, αλλά μέχρι ένα όριο.

Και τέλος, σε κάποια στιγμή της ταινίας ένα μέλος της φυλής λέει ότι στην πορεία έχασαν τις αρχές τους και αυτά που πίστευαν για ιερά. Δεν ξέρω πόσο προκύπτει αυτό όντως, αλλά πάντως γενικότερα μιλώντας η απώλεια της αίσθησης του ιερού, η συνειδητοποίηση ότι έχεις περάσει ένα σημείο πέρα από το οποίο δε σεβάστηκες ό,τι πίστευες ως ιερό, είναι μια στιγμή που σε επανακαθορίζει υπαρξιακά: αλλιώς ζεις έχοντας στο κεφάλι σου και στην καρδιά σου χώρους που πιστεύεις ότι δεν θα παραβιάσεις ποτέ κι αλλιώς ζεις με την επίγνωση ότι δεν στάθηκε τίποτα ικανό να σε σταματήσει, με την επίγνωση πως ό,τι σου παρέδωσαν τα τραγούδια της δικής σου φυλής ως ιερό εσύ το ξεπέρασες, αποφασίζοντας να τραγουδήσεις στο δικό σου τόνο, αποφασίζοντας να σταθείς σε ένα σημείο που τα τραγούδια της δικής σου φυλής -και άρα τραγούδια που πάντα έπαιζαν στο κεφάλι σου και στην ψυχή σου- θεωρούσαν βλάσφημο, ταμπού, ανίερο. Μετά το ιερό στέκεσαι πια μόνος.