2045, o αληθινός ο κόσμος έχει πάει κατά διαόλoυ, η πραγματική πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ελκυστική είναι, οπότε το ΟΑSIS, ένας ολόκληρος δεύτερος παράλληλος κόσμος εικονικής πραγματικότητας μέσα στον οποίο μπορείς να είσαι όποιος θέλεις, δεν είναι απλά η φυγή για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, είναι ο χώρος και ο τρόπος που περνά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Κι όταν έχεις παράξει ένα προϊόν σαν το ΟΑSIS που χρησιμοποιούν τόσοι πολλοί και τόσο καταλυτικά, ο πλούτος σου είναι προφανώς αμύθητος, η ισχύς σου πάνω στον πληθυσμό είναι προφανώς τεράστια. Αλλά ευτυχώς για όλους μας ο δημιουργός του OASIS ήταν από την αρχή ως το τέλος ένας ονειροπόλος, μια geek (ή nerd;) ιδιοφυία που του άρεσε να κατασκευάζει κόσμους και παιχνίδια. Και έβλεπε τόσο τα πάντα ως παιχνίδι, που φροντίζει ώστε μετά το θάνατο του να αφήσει τις μετοχές και την τύχη της εταιρίας του σε όποιον ή όποια κατορθώσει να κερδίσει το παιχνίδι μέσα στο παιχνίδι του.

Φυτεύει λοιπόν μέσα στο OASIS τρία κλειδιά, όπου το πρώτο οδηγεί στο επόμενο κι όπου όποιος κατακτήσει τελικά το τρίτο θα γίνει ο κληρονόμος του. Αλλά η εύρεση των κλειδιών γίνεται μέσω της ανακάλυψης αντιστοίχων “easter eggs“, μέσω δηλαδή αυτοαναφορικών μηνυμάτων που έχουν ενσωματωθεί στο OASIS και τα οποία μπορεί να τα αποκωδικοποιήσει κανείς μόνο αν γνωρίζει σε μεγάλο βάθος τόσο την ευρύτερη ποπ κουλτούρα των βίντεο γκέιμς, των κόμικς, των ταινιών επιστημονικής φαντασίας των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, όσο και την προσωπική πορεία του ίδιου του μακαρίτη και τι καθόρισε τον χαρακτήρα και τις αποφάσεις του.

Πρέπει να δούμε το “Ready Player One” σαν το παιχνίδι ενός αγοριού

Και στην αναζήτηση των κλειδιών έχουν επιδοθεί δυο βασικές κατηγορίες παικτών. Από τη μια οι πιο προχωρημένοι χρήστες του OASIS, οι άνθρωποι που ξέρουν απ’ έξω και ανακατωτά κάθε ανθυπολεπτομέρεια της ποπ κουλτούρας και από την άλλη μια τεράστια πολυεθνική εταιρία, η οποία κι αυτή ειδικεύεται στην εικονική πραγματικότητα, παρέχει τον τεχνολογικό εξοπλισμό για τη σύνδεση στο OASIS, και η οποία αντιπροσωπεύει το κακό πρόσωπο του καπιταλισμού. Επικεφαλής της δεν έχει έναν ιδεολόγο, αλλά έναν στυγνό επιχειρηματία που ενδιαφέρεται μόνο για το χρήμα και την εξουσία. Και που για να βρει τα κλειδιά και για να περάσει στα χέρια του το OASIS έχει επιστρατεύσει στρατιές ολόκληρες από σπασίκλες της ποπ κουλτούρας να τον συμβουλεύουν. Ταυτόχρονα έχει κυριολεκτικά υποδουλώσει στρατιές παικτών που ρίχνει μέσα στο παιχνίδι για να τα βρουν, καθώς ένα σωρό άνθρωποι που αδυνατούν να πληρώσουν τα χρέη τους προς την εταιρία του υποχρεώνονται να μετατρέπονται στο δωρεάν εργατικό δυναμικό του.

Και κάπως έτσι για κοντά δυόμιση ώρες ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, μεταφέροντας στον κινηματογράφο το μυθιστόρημα του Έρνεστ Κλάιν, υπόσχεται και παραδίδει δύο ώρες και είκοσι λεπτά μιας περιπέτειας από εκείνες που ξέρει να φτιάχνει όπως ίσως κανείς άλλος. Θα μπούμε με το καλημέρα στον εντυπωσιακά παρηκμασμένο πραγματικό κόσμο, αλλά μόνο και μόνο για να δούμε από ποιον κόσμο θα δραπετεύσουμε μαζί με τους ήρωές του. Θα ψάξουμε μαζί τους τα τρία κλειδιά μέσα στο ΟΑSIS, δεν θα μας φάει κι ακριβώς η αγωνία για το αν θα επικρατήσουν αυτοί ή η κακιά εταιρία, αλλά προφανώς και δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Όπως προφανώς και ο Σπίλμπεργκ δεν ενδιαφέρεται τόσο να μας πάει σε δυστοπικά ή σε υπαρξιακά μονοπάτια, δεν ενδιαφέρεται δηλαδή να μιλήσει τόσο για τη σύγχυση των ορίων ανάμεσα στον πραγματικό και τον ψηφιακό κόσμο. Τέλος ακόμη κι αν τον ενδιέφερε να φτιάξει ενδιαφέροντες βασικούς ήρωες με την πορεία των οποίων θα ταυτιστούμε ή εν πάση περιπτώσει θα νιώσουμε κάποια ιδιαίτερη ζέση, κάτι τέτοιο επίσης δεν θα συμβεί, καθώς εξαιρώντας ίσως το ονειροπόλο χαρακτήρα του Μαρκ Ράιλανς ο οποίος κάτι καταφέρνει να μεταδώσει, τόσο οι νεαροί παίκτες του παιχνιδιού όσο και κατ΄εξοχήν ο κακός του Μπεν Μέντελσον παραμένουν σχηματικοί. Ειδικά ο Μπεν Μέντελσον είναι τόσο χάρτινος που είναι σχεδόν σίγουρο ότι τον έκανε επίτηδες έτσι ο Σπίλμπερκ, ως έναν ακόμη ίσως φόρο τιμής.

Αλλά όλα αυτά είναι δευτερεύοντα. Με το “Ready Player One” ο Σπίλμπεργκ θέλησε και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε να φτιάξει ένα χορταστικό, νοσταλγικό, ψυχαγωγικό ταξίδι στην κουλτούρα των ανθρώπων που μεγάλωσαν όχι με τα πιο ψαγμένα διαβάσματα, ακούσματα και θεάματα, αλλά που βυθίστηκαν στους κόσμους της φυγής που προσέφεραν τα βιντεοπαιχνίδια και το σινεμά του φανταστικού, με μια εμμονή, μια προσήλωση, μια γνώση, μια έλλειψη ενοχικότητας και μια λατρεία, ώστε φτιάχτηκε ένα ολόκληρο σύμπαν αναφορών κι αλληλεπιδράσεων. Το σύμπαν αυτό που αποτύπωσε στο μυθιστόρημά του ο Κλάιν, δίνει την ευκαιρία στον Σπίλμπεργκ να το εικονοποιήσει παίζοντας με εφηβικό ενθουσιασμό, σε μια ταινία εντελώς μα εντελώς εφηβική. Κι αν αυτή η εφηβικότητα της κάνει κακό σε ένα επίπεδο βάθους, προέχει και επικρατεί το καλό που της κάνει σε επίπεδο χαράς, παιχνιδιού, θεάματος.

Ο κορυφαίος λαϊκός κινηματογραφιστής βρήκε την ευκαιρία να παίξει με ένα σωρό αγαπημένα του παιχνίδια, παιχνίδια που έφτιαξαν άλλοι και που έχοντας αποκτήσει τα πνευματικά δικαιώματα χρήσης τους μπορούσε τώρα να τα συνδυάσει όλα μαζί. Πρέπει να δούμε το “Ready Player One” σαν το παιχνίδι ενός αγοριού. Δεν έχει σημασία η ηλικία του αγοριού. Μερικοί άνθρωποι παραμένουν πάντα αγόρια. Όσο κι αν τα καταφέρνουν συχνά εξίσου καλά σε βαριές και σκοτεινές και βαρυσήμαντες ταινίες, η πλευρά του αγοριού δεν θα ξεριζωθεί ποτέ από μέσα τους. Με το “Ready Player One” ο Σπίλμπεργκ υπογράφει μια ταινία για τις ταινίες, ένα παιχνίδι για τα παιχνίδια, ένα έργο ποπ κουλτούρας για την ποπ κουλτούρα, ένα έργο ψυχαγωγικής φυγής για την ψυχαγωγική φυγή, ένα έργο κατασκευής μιας παράλληλης πραγματικότητας για την κατασκευή παράλληλων πραγματικοτήτων.

Αλλά και όλα τα υπόλοιπα να πήγαιναν λάθος σε αυτή την ταινία, αρκούν τα λίγα λεπτά που μας βάζει μέσα στο ξενοδοχείο “Οverlook”, αρκούν τα λίγα λεπτά που μας βάζει μαζί με τους ήρωές του στη «Λάμψη» του Κιούμπρικ, για να τιναχτούμε, για να ανατριχιάσουμε, για να συγκινηθούμε, για να μην πιστεύουμε στα μάτια μας, για να σκεφτούμε ότι εδώ ίσως ήρθε επιτέλους η ώρα να ανοίξει μια μεγάλη πόρτα. Ότι εδώ ίσως ήρθε η ώρα ο κινηματογράφος να αρχίσει να συνομιλεί με το παρελθόν του όχι μόνο σε επίπεδο επιδράσεων και μικρών σινεφίλ αναφορών, ότι εδώ ίσως ήρθε η ώρα να ξαναμπούμε στις ταινίες που λατρέψαμε, ότι εδώ ίσως ήρθε η ώρα νέοι σκηνοθέτες να ξαναμιλήσουν απευθείας με ταινίες, όχι ως ριμέικ, όχι ως σίκουελ, αλλά πιο διακειμενικά, πιο ανοικτά, αφού το σινεμά είναι συνεχές, αφού οι ταινίες δεν τελειώνουν όταν γυρίζονται, πρέπει να μπορείς επιτέλους να μπεις απευθείας στον κόσμο τους και να τον πας λίγο πιο πέρα. Δεν είναι μνημεία οι ταινίες, είναι ζωντανά σώματα, ζωντανοί χώροι. Ας είναι το “Overlook” μόνο η αρχή.