Και να που τα έφερε έτσι η συγκυρία, ώστε να συμπέσουν στα τέλη Απριλίου του 2019 οι δυο μεγάλες συγκρούσεις, η αναμονή των οποίων χτιζόταν χρόνια: στις μεγάλες οθόνες των αιθουσών, όλοι οι υπερήρωες της Μarvel μαζί εναντίον του Thanos, στις μικρότερες των σπιτιών, υπολογιστών, ταμπλετών και κινητών, όλοι μαζί οι ήρωες των επτά βασιλείων (πλην Λακεδαιμονίων) εναντίον του Night King. Mετά από 21 ταινίες του Μarvel Cinematic Universe μέσα σε 11 χρόνια, η κορύφωση της μάχης του “Αvengers: Εndgame”, μετά από 7 σεζόν και 8 χρόνια, στα μισά της όγδοης και τελευταίας σεζόν του “Game of Thrones”, η κορύφωση της μάχης μεταξύ ζωντανών και νεκρών.

Συμμετείχα ως θεατής σε αυτά τα δύο γεγονότα (και θα επανέλθω πιο κάτω στον όρο «γεγονότα») της ποπ κουλτούρας από διαφορετικές θέσεις: στο μεν “Game of Thrones” ως φαν που βρίσκεται και γουστάρει να βρίσκεται εντελώς μέσα στον κόσμο του, στους δε Avengers όχι απλά ως ξένος, αλλά και ως κάποιος που αντιπαθούσε σφόδρα τον κόσμο τους. Για την ακρίβεια είπα από πολύ νωρίς όχι στο υπερωικό σύμπαν της Marvel, επιλέγοντας συνειδητά να μην ασχοληθώ καθόλου με αυτό το είδος του σινεμά. Αν όμως το πέρασμα έντεκα χρόνων στη ζωή ενός ενήλικου είναι μόνο ένα μέρος της ζωής του, το πέρασμα έντεκα χρόνων στη ζωή ενός εντεκάχρονου είναι όλη του η ζωή. Και καθώς ο γιος μου άρχισε να μεγαλώνει και να βλέπει Μarvel, άρχισα να βλέπω κι εγώ μαζί του. Όχι πολλές, αλλά οι λίγες που είδα ήταν πιο ενδιαφέρουσες από ό,τι πίστευα βάσει της προκατάληψής μου, αλλά και της πολύ αρνητικής εντύπωσης που μου είχαν αφήσει οι πρώτοι Avengers. 

Η άλλη όψη όμως της προκατάληψης είναι η προσδοκία. Κι έτσι, επειδή σε έναν διόλου ευκαταφρόνητο βαθμό το πόσο θα σου αρέσει αυτό που θα δεις, εξαρτάται από τις προσδοκίες που έχεις πριν το δεις, εξεπλάγην ευχάριστα από το “Avengers: Endgame” για το οποίο δεν προσδοκούσα πολλά πράγματα. Εξεπλάγην ευχάριστα  όταν είδα ότι δεν καταπλακώθηκε κάτω από το βάρος του προϊόντος, ότι μπόρεσε να χωρέσει μέσα στις τρεις ώρες του, αρκετό καθαρό αέρα κινηματογραφικής δημιουργικότητας. Αντίθετα βρίσκω τον ως τώρα τελευταίο κύκλο του “Game of Thrones” (με τρία από τα έξι επεισόδια να έχουν προβληθεί), πολύ απογοητευτικό.

Το “Game of Thrones” είναι σαν να μην άντεξε να κουβαλήσει το βάρος του μύθου του και στα τελειώματα να αλλάζει χαρακτήρα

Τα δυο πρώτα επεισόδια ζήτημα είναι να είχαν μαζί ζουμί δέκα λεπτών, με την αμηχανία των συγγραφέων στο τι κάνουμε τώρα να είναι δυστυχώς έκδηλη. Το τρίτο, της μεγάλης μάχης του Winterfell, έχει μεν κάποιες αρετές, κυρίως σκηνοθετικές, έχει ένα εξαιρετικό μουσικό κομμάτι που χτίζει ατμόσφαιρα στο καλύτερο τμήμα του επεισοδίου, έχει μια ατάκα για τον Θίον Γκρέιτζοϊ που όντως έχει υπόσταση και βάρος και κουμπώνει εξαιρετικά με τη διαδρομή που έχει κάνει ο χαρακτήρας του, αλλά σε αφήνει εν τέλει με την επίγευση του εξαπατημένου: σαν να χτιζόταν τόσα χρόνια ένα παλάτι στην άμμο. Έρχεται έτσι εν μέρει στο μυαλό το “Lost”, στο οποίο πάντως, για να μην κάνουμε άδικες συγκρίσεις, ήταν στο τέλος πάρα πολύ πιο κραυγαλέα η αίσθηση ότι: «Παιδιά, σόρι κιόλας, σας κοροϊδεύαμε τόσα χρόνια για το που πηγαίναμε, εξαρχής δεν είχαμε ιδέα για το πού θέλουμε να πάμε, αλλά τουλάχιστον περάσαμε γαμάτα στη διαδρομή, ε;». Και σε κάθε περίπτωση και πέραν της ειρωνείας, προφανώς και έχει σημασία το ταξίδι και όχι ο προορισμός, αρκεί να μην το παρακάνει η έλλειψη προορισμού, αρκεί να μην έχεις παγιδέψει τον θεατή προσφέροντάς του ένα μυστήριο, για το οποίο ουδέποτε είχες απάντηση. Αλλά ξαναλέω, αυτό ήταν η περίπτωση του “Lost”. Στο “Game of Thrones” υπάρχει ως τώρα περισσότερο η αίσθηση ενός δραματουργικού χειρισμού που πήγε στραβά παρά μιας απάτης.

Στο ¨Αvengers: Endgame” υπάρχει χώρος και για στιγμές λοξών ματιών, υπάρχει και σινεφιλία (που ακόμη κι αν είναι μεταμοντέρνα αυτοαναφορική και πάλι κάτι είναι), υπάρχει χώρος ακόμη και για απώλειες και πένθος, όπως και χώρος για επιλογές ζωής, επιλογές τρόπου και είδους ζωής. Την ίδια ώρα, στη μεγάλη μάχη του Winterfell στο “Game of Thrones” μολονότι υπάρχουν απώλειες, είναι σαν να έχουν βγει αλγοριθμικά ή κατόπιν δημοσκόπησης δημοφιλίας. Το “Game of Thrones” είναι σαν να μην άντεξε να κουβαλήσει το βάρος του μύθου του και στα τελειώματα να αλλάζει χαρακτήρα, ήθος και ύφος προσέγγισης, μετατρέποντας ήρωες σε κακέκτυπα του εαυτού τους και αναιρώντας κομβικά υποτίθεται σημεία της πλοκής του, το “Αvengers: Εndgame” κατάφερε να βρει φιλόξενο χώρο και για όσους δεν είναι πιστοί του Μarvel Cinematic Universe.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που έχει την κυριότερη σημασία, είναι ότι αν θα συμμετέχεις κι εσύ σε αυτές τις γιγάντιες σε μέγεθος αφηγήσεις, που κρατάνε πάρα πολλά χρόνια και για τις οποίες επενδύονται άπειρα χρήματα και αποφέρουν πίσω άπειρα εις τη νιοστή κέρδη, είναι πολύ λιγότερο επιλογή σου από όσο νομίζεις. Είναι γεγονότα παρά επιλογές. Μια ταινία ή μια σειρά μπορείς να μην την επιλέξεις. Τα γεγονότα και να μην τα επιλέγεις έχουν συμβεί. Τόσο το χειρότερο για σένα. Μιλάμε όλοι μαζί στα σόσιαλ μίντια. Δεν βρισκόμαστε στην εποχή που ο καθένας μαθαίνει τα νέα μόνος του από την τηλεόραση και από τις εφημερίδες, δεν βρισκόμαστε στην εποχή που την ταινία που είδαμε στο σινεμά θα τη συζητήσουμε ίσως με την παρέα μας. Οι παρέες μας γιγαντώθηκαν κι αυτές. Τώρα η συζήτηση είναι γιγάντια σαν αυτές τις αφηγήσεις. Είδες κι εσύ, θες να συζητήσεις κι εσύ, τι περίμενες εσύ, πού διαψεύστηκες εσύ. Πότε παίχτηκε το τελευταίο επεισόδιο, να το δει κανείς αμέσως ή λίγο μετά. Και να το συζητήσει. Να το αποθεώσει ή να το θάψει. Όλος ο κόσμος μια γειτονιά. Η κοινότητα των μύθων. Μην μείνεις απ’ έξω, μην είσαι ένας απ’ αυτούς που δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

Όταν πριν ελάχιστα χρόνια όλη η Ελλάδα άρχισε ξαφνικά να ασχολείται με το “Survivor”, προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί. Προσφέρθηκαν από πολλούς ερμηνείες για το ίδιο το παιχνίδι ως τηλεοπτικό προϊόν, οι οποίες όμως αν είχαν τόση βάση, το “Survivor” θα συνέχιζε να απασχολεί την Ελλάδα και τις επόμενες σεζόν. Προσωπικά νομίζω ότι είχε πολύ λιγότερο να κάνει με το ίδιο το ριάλιτι και πολύ περισσότερο με το ότι ξεκίνησε να συζητιέται πάρα πολύ όταν ξεκίνησε. Αν πρέπει να καταλάβουμε κάτι για τον τρόπο που λειτουργεί το εν τη ευρεία έννοια viral, είναι ότι οι ουσιαστικοί λόγοι για τους οποίους θα γίνει κάτι viral μπορούν να εντοπιστούν μόνο στο ξεκίνημά του, μόνο στο γιατί ξεκινούν αρχικά να μιλούν για αυτό. Άπαξ και ξεπεραστεί μια κρίσιμη αρχική μάζα αναπαραγωγής και συζήτησης, μετά το viral αυτοτροφοδοτείται, πολλαπλασιάζεται και γιγαντώνεται ανεξαρτήτως περιεχομένου, μόνο και μόνο επειδή έγινε ήδη viral. Το κρίσιμο είναι η κοινή συζήτηση, το κοινό σημείο αναφοράς, το Fear Of Missing Out.

 

Κι αν μας λέει εν τέλει κάτι η ποπ κουλτούρα της εποχής, είναι ότι καλές οι ιστορίες αλλά ακόμη καλύτερα τα σύμπαντα. Καλές οι μεμονωμένες αφηγήσεις αλλά ακόμη καλύτερες οι αφηγήσεις που ξεκινάνε τώρα και έχουν ορίζοντα ολοκλήρωσης τουλάχιστον δεκαετία. Καλό να είσαι πελάτης μας και καταναλωτής μας μια φορά, αλλά από το να προσπαθούμε να σε κάνουμε πελάτη μας και καταναλωτή μας κάθε φορά απ’ την αρχή, κάθε φορά με νέα ιστορία, κάθε φορά με νέο προϊόν, ξέχνα τις εμπειρίες που ήξερες και μπες στη δική μας, ξέχνα τις ιστορίες και μπες στο σύμπαν μας, μπες και αν δεν σου αρέσει βγαίνεις ρε παιδί μου δέκα χρόνια μετά, αλλά δες πρώτα, δες πως θα συνδεθούν τα κομμάτια του παζλ, δες πώς αλληλεπιδρούν οι υπερήρωες ή οι σκέτοι ήρωες μεταξύ τους, δες πως περιπλανώνται στα εφτά βασίλεια και στις εφτά γωνιές του σύμπαντος μέχρι να βρεθούν όλοι μαζί, δες πως είναι επιτέλους έτοιμοι για τη μητέρα όλων των μαχών, δες τους όλους μαζί παρατεταγμένους έναντι του κοινού εχθρού. Η μάχη αρχίζει. Μόλις τελειώσει να μιλήσουμε όλοι μαζί για αυτήν.