Τον βλέπω συχνά στη γειτονιά μου. Φοράει το καπέλο του και βγάζει βόλτα το σκύλο του ή ψωνίζει. Μια μέρα είχα μαζί τη μικρή τότε κόρη μου, που εκείνη την εποχή αναρωτιόταν πώς γράφονται τα βιβλία και πώς είναι ένας συγγραφέας. «Ορίστε, να ένας αληθινός συγγραφέας», της λέω. «Έχεις δει το βιβλίο του, το «Ζ», στη βιβλιοθήκη μας». «Ελπίζω κάποτε να το διαβάσει κιόλας!», μας λέει ο Βασίλης Βασιλικός. Πρόσφατα επανεκδόθηκε το βιβλίο της δικής του νεότητας, των 15 του μόλις χρόνων, «Τα Σιλό», γραμμένο το 1949.

Τέτοιες μέρες ήταν, σαν αυτές που γίνεται η κουβέντα μας, 22 Μαΐου 1963, που ο Γρηγόρης Λαμπράκης δέχτηκε δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη και ενέπνευσε τον Βασιλικό να γράψει το «Ζ» κι αυτό με τη σειρά του τον Κώστα Γαβρά να το γυρίσει σε ταινία που ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο. Με αυτήν και πολλές άλλες αφορμές, μίλησα μαζί του για τα βιβλία και τις μεταφορές τους, την αναγνώριση και την κριτική, την πολιτική και την έμπνευση.

 Πρόσφατα επανεκδόθηκε από τον οίκο Gutenberg το βιβλίο της νεότητάς σας, «Τα Σιλό». Περιγράψτε μας την ιστορία αυτού του βιβλίου. Τι σήμαινε και τι σημαίνει για εσάς, μεγαλώνοντας, ουσιαστικά, μαζί του;
Ουσιαστικά πρόκειται για πρώτη έκδοση, αφού εκείνη του 1976 δεν πήγε ποτέ στα βιβλιοπωλεία, ούτε στάλθηκε σε κριτικούς. Ήταν μια «πειρατική» έκδοση και τόσο κακοτυπωμένη που δεν τη διάβασα καν. Έτσι θεωρώ ως πρώτη έκδοση αυτή που κυκλοφόρησε τώρα, θαυμάσια και σαν έκδοση και εξίσου θαυμάσιο το επίμετρο του επίκουρου καθηγητή του ΕΚΠΑ Θανάση Αγάθου. Έτσι από το 1949 που έγραψα το βιβλίο, σε ηλικία μόλις 15 χρονών το πρωτοδιάβασα τον…Απρίλιο του 2018. Και δεν σας κρύβω ότι μου άρεσε πολύ και απορούσα πώς γνώριζα τότε την τεχνική του μυθιστορήματος χωρίς να έχω διαβάσει κανένα!

Ο Βασίλης Βασιλικός με τον παππού του στην Καβάλα, όταν έγραφε «Τα Σιλό»

Είδαμε πρόσφατα το «Ζ» στο θέατρο και δη στην Εναλλακτική σκηνή της ΕΛΣ. Μεγαλώσαμε με το «Ζ» όχι μόνο ως βιβλίο, αλλά και ως ταινία του Γαβρά. Πώς νιώθετε με τις μεταφορές των βιβλίων σας; Και, έχετε λόγο σε αυτές; Γενικά οι κινηματογραφικές μεταφορές βοηθούν τελικά το βιβλίο;
Κάθε τέχνη έχει τη δική της γλώσσα. Κι εγώ το έχω σαν αρχή να μην «παρίσταμαι» ποτέ στη διαδικασία μιας «μεταφοράς» δικού μου βιβλίου είτε στον κινηματογράφο, είτε στην τηλεόραση, είτε στο θέατρο. Δεν θέλω να επηρεάσω το δημιουργό στον τρόπο που εμπνέεται από το κείμενο. Έτσι πάω μόνο στις πρεμιέρες και στην τελευταία παράσταση αν είναι θεατρική. Το «Ζ» βέβαια του Γαβρά το είδα πάμπολλες φορές και κάθε φορά ανακάλυπτα καινούργια πράγματα που δεν τα είχα προσέξει στην αρχή. Κι όσο το έβλεπα, τόσο περισσότερο μου άρεσε. Το ίδιο όμως μου άρεσε και η θεατρική διασκευή της ταλαντούχας σκηνοθέτιδος Έφης Θεοδώρου στο Εθνικό θέατρο και η όπερα του ταλαντούχου συνθέτη Μηνά Μπορμπουδάκη που ανέβηκε στην Εναλλακτική σκηνή της ΕΛΣ. Ναι, η κινηματογραφική μεταφορά, αν είναι επιτυχημένη, βοηθάει και πολύ μάλιστα το βιβλίο. Συνέβη με το «Ζ» του Γαβρά και με τον «Ζορμπά» του Κακογιάννη. Δεν συνέβη το ίδιο με το κινηματογραφικό «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε, όπως και με τη γαλλική μεταφορά του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» από τον Ντασέν. ( Ce lui qui doit mourir=Αυτός που έπρεπε να πεθάνει). Εκείνα όμως που πραγματικά βοηθούν ένα βιβλίο είναι τα καλά σίριαλ που προκύπτουν απ’ αυτό. Γιατί σ’ αυτά συμβαίνει ο τηλεθεατής να θέλει να μάθει τη συνέχεια πριν την προβολή του επόμενου επεισοδίου.

Είστε από τους περισσότερο αναγνωρισμένους στο εξωτερικό εν ζωή συγγραφείς. Γιατί θεωρείτε ότι δεν υπάρχει αυτή η αναγνώριση για Έλληνες συγγραφείς έξω, ακόμα και σήμερα που τα πάντα είναι τόσο «κοντά»; Και τι γίνεται με την εν ζωή αναγνώριση εδώ στην Ελλάδα;
 Το μεγάλο εμπόδιο είναι η μετάφραση. Η γλώσσα μας η ίδια, με τον πλούτο της. Πώς να μεταφράσεις τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, ακόμα και τον Μυριβήλη; Και δεν μιλάω για την ποίηση που σχεδόν δεν μπορεί να μεταφραστεί, γιατί βασίζεται αποκλειστικά στη γλώσσα. Η πεζογραφία ωστόσο μπορεί να περάσει πιο εύκολα στη μετάφραση αν το θέμα της ενδιαφέρει τον αναγνώστη. Και η χώρα μας φημίζεται ή για το ένδοξο παρελθόν της του 5ου π.Χ. αιώνα ή για τις καταστροφές της στον 20ο.

«Προσωπικά είμαι πολύ ευαίσθητος στην κριτική»

Στη μόνη μακροπερίοδο ειρήνης που είχαμε (1974-2007) η πεζογραφία μας άνθησε. Πλάκωσε όμως η κρίση κι εκεί μόνο τα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη, που την περιγράφουν σε τρία του βιβλία, είχαν μεγάλη ζήτηση στο εξωτερικό. Όσο για την αναγνώριση εν ζωή, που με ρωτάτε, αυτή είναι έξω από τις παραδόσεις μας. Υποφέρουμε από «θανατολαγνεία». Το λέει κι ο Βλαχογιάννης σε ένα εξάστιχο ποίημά του για ένα δρυ. Ξέρετε πώς τελειώνει: «Γιατί κανείς πριν πέσει κάτω σωστό το μέτρο του να δείξει δεν μπορεί». Αυτό σημαίνει: να πέσει πρώτα, να καρατομηθεί το δέντρο για να «μετρήσουμε» το ύψος του. Το θέλουμε με άλλα λόγια «οριζοντιωμένο». Τέζα, δηλαδή. Και όχι όταν ακόμα είναι κάθετο και ζωντανό, ορθό, ταλαντούχο, και περήφανο.

Ποια η σχέση του συγγραφέα με την κριτική; Πώς νιώθει ένας συγγραφέας, εσείς προσωπικά, με τις δυσάρεστες κριτικές;
Κριτική δεν υπήρχε πριν από 250 χρόνια. Αναπτύχθηκε μετά την εξάπλωση του εντύπου, λόγω Γουτεμβέργιου. Και είναι δύο ειδών: η δημοσιογραφική και η πανεπιστημιακή. Η πρώτη ακόμα είναι κατανοητή. Η δεύτερη αφορά τους ολίγους, τους «μυημένους», χρησιμοποιώντας εξιδεικευμένο γλωσσάρι: διακειμενικότητα, διαστρωμάτωση, μετά-νεωτερικό κ.τ.λ. Η καλύτερη κριτική είναι η πιο εκτενής για μένα, είτε θετική είτε αρνητική. Προσωπικά είμαι πολύ ευαίσθητος στην κριτική. Και θυμάμαι δυστυχώς μόνο τις κακές κριτικές. Ακόμα και μια λέξη σε μια επαινετική κατά τα άλλα κριτική μπορεί να μου καρφωθεί σαν βέλος. Όπως κάποτε που διάβασα: «Ποταμός ο Β.Β., χείμαρρος σωστός που κατεβάζει στον ρου του διαμάντια και μπάζα». Τα «μπάζα» συγκράτησα κι όχι, δυστυχώς, τα «διαμάντια»…

Έχετε ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, αλλά έχετε καθιερωθεί ως ο συγγραφέας του «Ζ». Πώς νιώθετε γι’ αυτό; Θεωρείτε ειδικά κάποιο αγαπημένο έργο σας, αδικημένο;
Καθιερώθηκα, όπως το λέτε, διεθνώς με το «Ζ» λόγω της εξαιρετικής ταινίας του Κώστα Γαβρά και της… χούντας. Το εξέδωσα βέβαια πριν από αυτήν, αλλά στην ταινία ο Γαβράς, στο τέλος, άφηνε την εντύπωση στον ξένο θεατή ότι η δολοφονία του Λαμπράκη έγινε επί χούντας. Κι αυτό απογείωσε και το βιβλίο. Αλλά μέσα στα 120 βιβλία που έχω γράψει υπάρχουν πολλά, όχι αδικημένα, αλλά απλώς άγνωστα. Η πληθώρα τους φταίει γι’ αυτό. Τώρα όμως που διάβασα πρώτη φορά «Τα σιλό», από το 1949 που το έγραψα τολμώ να πω ότι το θεωρώ, όχι το αδικημένο μου, αλλά το πιο αγαπημένο. Γιατί είναι εκείνο που με «ξεπαρθένεψε» συγγραφικά εννοείται.

Πώς εμπνέεστε και δημιουργείτε τους ήρωες των έργων σας;
Από την πραγματικότητα, από πρόσωπα υπαρκτά και καταστάσεις που έζησα, αλλά όλα αυτά με μια ανεξήγητη κι από μένα αλχημεία μυθοποιούνται από μόνα τους. Η πραγματικότητα (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, που πολύ αμφιβάλλω) είναι σαν το προζύμι που φουσκώνει το ψωμί. Στο «Γλαύκο Θρασάκη» ο αφηγητής σε ένα κεφάλαιο μεταμορφώνεται σε φούρναρη και πουλάει τα ψωμιά ως γράμματα που συνθέτουν φράσεις. Σ’ ένα άλλο γίνεται επιπλοποιός που παίρνει ακατέργαστο ξύλο και το μεταμορφώνει σε τραπέζι και καρέκλες. Κ.τ.λ. Ο συγγραφέας είτε ως φούρναρης, είτε ως μαραγκός, έχει μόνο και ένα υλικό: τις λέξεις.

Ποιες είναι για εσάς οι ιδανικές συνθήκες για να γράψετε; Έχουν αλλάξει μέσα στο χρόνο;
Η μόνη ιδανική συνθήκη για τον συγγραφέα είναι να μην έχει υποχρεωτικό ωράριο εξωτερικής απασχόλησης. Έτσι κατά εποχές υπήρξα free lance δημοσιογράφος, σεναριογράφος, «Dr. Σεναρίων» δηλαδή γιατρός, παρουσιαστής βιβλίων από την τηλεόραση, ποτέ όμως μόνιμος. Κινιόμουν μέσα στο γήπεδο άλλοτε σαν τερματοφύλακας, κυνηγός, μπακ, χαφ, πάντα «στην γλώσσα που μου έδωσαν την ελληνική, στις αμμουδιές του ονείρου» για να παραφράσω τον Ελύτη.

Έχετε ασχοληθεί με την πολιτική και μετά από καιρό σιωπής πήρατε πρόσφατα θέση με αφορμή τον Γιάνη Βαρουφάκη. Τι σας κινητοποίησε σε αυτό;
Δυστυχώς, εδώ θα σας διαψεύσω! Ποτέ δεν ασχολήθηκα με την πολιτική, γιατί κουβαλούσα τραύματα από μικρό παιδί εξ αιτίας του πατέρα μου. Ο πατέρας μου μετά την Μικρασιατική Καταστροφή αφοσιώθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Πήρε μέρος στο κίνημα του 1935 της «Δημοκρατικής Άμυνας», στην Καβάλα, συνελήφθη, καταδικάστηκε σε ισόβια, και στις εκλογές του 1936 βγήκε πρώτος βουλευτής Καβάλας με το κόμμα του ειδώλου του. Ακολούθησε η δικτατορία του Μεταξά, οπότε έκλεισε και η Βουλή, πέθανε και ο Βενιζέλος και μετά την Κατοχή πέρασε στο κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου. Εκεί όμως μετά τις πολλαπλές εκλογικές αποτυχίες του για 10 έως 20 ψήφους την φορά, έπεφτε μελαγχολία στο σπίτι. Έτσι, υποσυνείδητα φαίνεται, απέρριψα κι εγώ μέσα μου την πολιτική δια βίου.

«Η πολιτική δεν είναι άλλο από τον Μύθο που φτιάχνει η ίδια ως περιτύλιγμα για τον εαυτό της»

Για τον Γιάνη Βαρουφάκη που με ρωτάτε, όταν τον γνώρισα, δυο χρόνια πριν, έχοντας διαβάσει και θαυμάσει από παλιά τα βιβλία του, διαπίστωσα ότι δεν είχε τα χαρακτηριστικά του Έλληνα πολιτικού από τους τόσους που γνώρισα στη ζωή μου. Εξάλλου δεν δημιούργησε κόμμα. Το DiEM25 είναι Κίνημα. Και μάλιστα πανευρωπαϊκό. Με στόχο σε μια επταετία από τώρα η Ευρώπη να έχει συνέλθει. Διότι τώρα η Ευρώπη είναι ο μεγάλος ασθενής: Έπαθε γρίπη με τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 που εξελίχτηκε σε πνευμονία με το ακάλυπτο – από κοινή εξωτερική ευρωπαϊκή πολιτική και κοινό ευρωπαϊκό στρατό – ευρώ.  Η Ελλάδα δεν ήταν άρρωστη το 2010. Αρρώστησε με την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, χωρίς καμιά διαπραγμάτευση. Της δώσαν φάρμακα που τη φαρμάκωσαν, αντί να την εξυγιάνουν. Τέλος πάντων. Ο Βαρουφάκης κινείται στα χνάρια του Μακρόν, μακράν όμως της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του τελευταίου.

Ποια η σχέση της πολιτικής και των πολιτικών με τη λογοτεχνία και με το διάβασμα;
Στη χώρα μας έως ανύπαρκτη. Στις άλλες χώρες, κυρίως στη Γαλλία, αυθεντικά υπαρκτή. Ο Μιτεράν εξάλλου (μέγας πεζογράφος στα νιάτα του) είχε πει ότι επιλέγει υπουργούς στις κυβερνήσεις του κατά προτίμηση αυτούς που έχουν γράψει τουλάχιστον ένα μυθιστόρημα. Πριν το δεύτερο συστατικό του όρου (ιστόρημα) το βάρος πέφτει στο πρώτο: η πολιτική δεν είναι άλλο από τον Μύθο που φτιάχνει η ίδια ως περιτύλιγμα για τον εαυτό της.

Χρόνια τώρα επιμελείστε και παρουσιάζετε εκπομπές λόγου στην τηλεόραση, συνδυάζοντας έτσι λόγο, γραφή και εικόνα. Τι είναι για εσάς οι εκπομπές αυτές και ποιος ο στόχος σας;
Σπούδασα την τηλεόραση στη Νέα Υόρκη, τέλος της δεκαετίας του ‘50 και παρακολούθησα τα πρώτα τηλεοπτικά ντιμπέιτ στην ιστορία της τηλεόρασης, των Κένεντι-Νίξον. Ήταν τέσσερα εβδομαδιαία επεισόδια και στο καθένα απ’ αυτά ο άγνωστος τότε Τζων Φιτζέραλντ Κένεντι κέρδιζε συνεχώς πόντους. Ώσπου στο τέταρτο και τελευταίο έδωσε στον αντίπαλό του, τον αντιπρόεδρο Νίξον, τη χαριστική βολή: τι θα κάνει με την Ταϊουάν. Το νησάκι που διεκδικούσε η Κίνα του Μάο. Ο Νίξον τα έχασε μπροστά στην κάμερα. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Κι ο Κένεντι συνέχισε με το τι θα κάνει ως Πρόεδρος αυτός.

Και τον νίκησε με διαφορά μόλις 300.000 ψήφων. (Βέβαια σ’ αυτό βοήθησε κι ένας δημοκρατικός μακιγιέρ που «γέρασε» με το βάψιμο κατά 10 χρόνια τον Νίξον). Κι εγώ τότε συνειδητοποίησα ότι γυρίζουμε σελίδα. Τέρμα τα έντυπα, τα μπαλκόνια. Όλα μέσω της εικόνας πια. Και όταν επέστρεψα στην Ελλάδα οριστικά το 1994, αφού είχα θητεύσει στην ΕΡΤ μια τριετία (1981-1984) ως Αναπληρωτής Γεν. Δ/ντής, θέλησα να κάνω μια εκπομπή για το βιβλίο πάνω στ’ αχνάρια εκείνης που έβλεπα στο Παρίσι, «Αποστρόφ» του Μπερνάρ Πιβό. Και τώρα το «Άξιον Εστί» επανήλθε μετά από μια 5χρονη απουσία στην οθόνη της ΕΡΤ2, κάθε Κυριακή μεσημέρι στις 13:00.

Σχεδόν 40 χρόνια μετά την άρνησή σας να παραλάβετε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, ήρθε πριν λίγους μήνες το Μεγάλο βραβείο Γραμμάτων από τα Κρατικά Βραβεία του ΥΠΠΟ. Πώς νιώθετε με τα βραβεία και τις διακρίσεις;
Όπως λέμε, «κάλλιο αργά παρά αργότερα». Πώς νιώθω; Όπως όλοι όταν βραβεύονται: ευτυχής. Κυρίως με το σκεπτικό που ακολούθησε τη βράβευση και συμπεριλάμβανε εκτός από τα βιβλία μου και τις άλλες πολιτιστικές δραστηριότητες, κυρίως αυτές που πέτυχα μέσω της UNESCO.

Ποιες ιστορικές περίοδοι της Ελλάδας σας έχουν επηρεάσει περισσότερο – αρνητικά ή θετικά – και γιατί;
Αρνητικά φυσικά πολλά (Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, Αποστασία, Χούντα) και θετικά λίγα. Αυτή η κρίση όμως που βαστά 7 χρόνια είναι από τα χειρότερα γιατί δεν υπάρχει «ορατός εχθρός» που μπορείς να τον πολεμήσεις. Δεν πολεμιέται γιατί είναι αόρατος. Και τον λεν’ «παγκοσμιοποίηση» «οίκοι Αξιολόγησης» «χρηματοπιστωτική δικτατορία» και τα λοιπά.

Τι ρόλο παίζει η μνήμη στα έργα σας και στη ζωή σας;
«Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα», ο τίτλος της αυτοβιογραφίας μου που έγραψα το 1992, τα λέει όλα. Καθώς και μια φράση από το «Αγγέλιασμα»: «Θυμάμαι δεν είναι μια λέξη για να θυμάται κανείς». Η μνήμη στο γράψιμο είναι το κάρβουνο της ζωής μας που μεταμορφώνεται σε χρυσάφι, όπως στους αλχημιστές.

Είναι η εποχή μας και η χώρα μας «εμπνευστική»; Για εσάς; Ίσως και για τους νεότερους συγγραφείς;
«Εμπνευστική», όπως το λέτε, στη ζωή μου υπήρξε μόνο η χώρα μου. Αν και έζησα 45 χρόνια εκτός, δεν έγραψα τίποτα για καμιά άλλη. Μόνο ρεπορτάζ. Η εποχή μας είναι αντιπνευματική. Αλλά όπως λέει κι ο ήλιος ο ηλιάτορας σ΄ ένα του ποίημα: «Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου δεν θα την πει κανένας / Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμε εμείς».