Ο ανεξέλεγκτος «εξευγενισμός» (αλήθεια, πώς λέμε ελληνικά το gentrification;) που γνώρισε το Βερολίνο κατά την τελευταία δεκαετία, είχε το κόστος του στη διάσημη πολιτιστική ποικιλομορφία της πόλης. Ωστόσο, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και η εκκεντρικότητα του Βερολίνου αποδεικνύονται ιδιαιτέρως ανθεκτικά.

Βερολίνο

Το Βερολίνο είναι μια πόλη σε μόνιμη κρίση ταυτότητας. Λόγω της πολύ ιδιαίτερης τροχιάς του μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (μοναδικής στο δυτικό κόσμο, με την εξαίρεση της Λευκωσίας – που είναι πολύ διαφορετική περίπτωση), το Βερολίνο βιώνει μια διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα του εαυτού του, ανέκαθεν βαθιά επηρεασμένο από την παρουσία των «ξένων» (από στρατούς μέχρι εμιγκρέδες). Μετά την πτώση του τείχους, η πόλη κατακλύστηκε σταδιακά από νέους ανθρώπους, που πήγαν εκεί παρακινημένοι από τις χαμηλές τιμές και τη γενικότερα μποέμ ατμόσφαιρά του.

Η πύλη του Βραδεμβούργου

Η πύλη του Βραδεμβούργου

Πολλοί άνθρωποι που επισκέπτονται το Βερολίνο (ιδίως από άλλα μέρη της Γερμανίας), αποφασίζουν στη συνέχεια να μετακομίσουν εκεί, γοητευμένοι από την πόλη και την υπόσχεση της ελευθερίας και των απέραντων ευκαιριών που προσφέρει. Κι όμως: ενώ η πόλη μπορεί να μοιάζει σαν μια ουτοπία για τη σύγχρονη νεολαία, η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή (ποτέ δεν είναι) και μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός από τους πολλούς που μετακομίζουν εκεί, καταλήγουν να μένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Σε αντίθεση με τη Ρώμη, για παράδειγμα, μια πόλη «αιώνια» όπως μαρτυρούν τα οικοδομήματα της που παγώνουν τον ιστορικό χρόνο και δημιουργούν μια υλική αντίληψη για την αθανασία (η Ρώμη, τουλάχιστον στο κέντρο της, είναι μια πόλη έξω από το χρόνο, μια αθάνατη πόλη, μια πόλη που αδιαφορεί επιδεικτικά και για τη γέννηση και για το θάνατο των κατοίκων και των επισκεπτών της και ενδιαφέρεται μόνο για την αιωνιότητα των μνημείων της), το μόνιμο στοιχείο του τοπίου του Βερολίνου είναι τα πανταχού παρόντα εργοτάξια, ένα τέλειο σύμβολο για μια πόλη και έναν πληθυσμό σε αέναη διαδικασία μετασχηματισμού.

Alexanderplatz

Alexanderplatz

Ο επισκέπτης του Βερολίνου, είτε στοχεύει στα μουσεία του (μερικά από αυτά είναι κλειστά λόγω εργασιών μέχρι το 2018), είτε στα περίφημα 36ωρα τέκνο πάρτυ του, είτε στην αγορά και τα αξιοθέατά του, είναι καταδικασμένος να περιοριστεί στις τουριστικές και εμπορικές κεντρικές γειτονιές του Mitte (μαζί με τα γειτονικά Prenzlauer Berg, Friedrichshain και Kreuzberg), όπου λίγοι άνθρωποι ζουν στην πραγματικότητα (και οι περίπου 750.000 που ζουν σε αυτές δεν είναι απαραίτητα ενδεικτικοί των 3,5 εκατομμυρίων κατοίκων της πόλης): το Βερολίνο δεν είναι το κέντρο του – αλλά το ίδιο μπορεί να πει κανείς για κάθε μεγαλούπολη (ακόμη και για την Αθήνα).

Το Βερολίνο δεν άλλαξε τα ονόματα των δρόμων, ούτε γκρέμισε τα μνημεία

Κάθε επισκέπτης του Βερολίνου, θα αναγκαστεί να αναγνωρίσει την ύπαρξη της Ostalgie, όπως αποκαλούν οι Γερμανοί τη νοσταλγία για την Ανατολική Γερμανία. Προσοχή όμως: η νοσταλγία αυτή, τουλάχιστον στην ευρύτερα διαδεδομένη εκδοχή της, δεν έχει πολιτικό χρώμα. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κόσμος νοσταλγεί το κομμουνιστικό καθεστώς ως πολιτική πραγματικότητα. Είναι μάλλον πιο ακριβές να πούμε ότι η νοσταλγία αυτή έχει κυρίαρχα συναισθηματική και αισθητική κατεύθυνση: οι άνθρωποι (με εντελώς καπιταλιστικό «φετιχισμό των εμπορευμάτων» παρεμπιπτόντως – για να επισημάνουμε την προφανή ειρωνεία) συνδυάζουν την Ανατολική Γερμανία με τα μεμοραμπίλια, τα σφυροδρέπανα, τα αυτοκίνητα Trabant και το γεγονός ότι το πρώην Ανατολικό Βερολίνο είναι σήμερα το ζωντανό, χρωματιστό, κεφάτο και χιπ μέρος της πόλης.

Για το δυτικό πάντως επισκέπτη, τουλάχιστον τον ιστορικά λιγότερο διαβασμένο, η θέα των αγαλμάτων του Μαρξ και του Ένγκελς στο πάρκο δίπλα από την Alexanderplatz μπορεί να προκαλέσει ερωτηματικά. Περπατώντας, θα διαπιστώσει ότι οι δρόμοι γύρω από την πλατεία φέρουν ονόματα που προκαλούν τουλάχιστον εντύπωση: η Karl-Marx-Allee, η μεγάλη λεωφόρος που κάποτε φιλοξενούσε τις στρατιωτικές παρελάσεις της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, διασταυρώνεται με την Rosa-Luxemburg-Straße. Τριγύρω, δείγματα της σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής παραμένουν κυρίαρχα, σε πείσμα του οικοδομικού οργασμού.

Το Βερολίνο δεν άλλαξε τα ονόματα των δρόμων, ούτε γκρέμισε τα μνημεία. Δε θέλησε να ξαναγράψει την (κατά το ήμισυ) κομμουνιστική ιστορία του – αντίθετα, επέλεξε να την καταστήσει εμπόρευμα: εδώ μπορείτε να φωτογραφηθείτε δίπλα σε ένα κομμάτι του τείχους, εδώ ήταν το σημείο όπου πέρναγαν έλεγχο όσοι διέσχιζαν το σύνορο που χώριζε την πόλη, κλπ. Αυτή η τουριστική διάσταση του μετα-κομμουνισμού φτάνει να συνορεύει με το κιτς σε κάποιες περιπτώσεις (όπως στο περίφημο Check Point Charlie, με τους συμπαθείς αλλοδαπούς που περιφέρονται με στολές Αμερικανών και Σοβιετικών στρατιωτών για να φωτογραφηθείς μαζί τους).

To Μνημείο του Ολοκαυτώματος

Πιο περίπλοκη είναι η σχέση της πόλης (όπως και ολόκληρης της Γερμανίας) με το ναζιστικό παρελθόν. Το Μνημείο του Ολοκαυτώματος με τους πέτρινους πλίνθους του Peter Eisenman θέτει τον επισκέπτη αντιμέτωπο με τη μνήμη ως πολιτικό επίδικο, με το ηθικό διακύβευμα κάθε αναφοράς στις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας. Το Μουσείο της Τοπογραφίας του Τρόμου, είναι ένα αντίστοιχο παράδειγμα απότισης ηθικού φόρου τιμής στο παρελθόν: το σημείο όπου βρισκόταν το πρώην αρχηγείο της Γκεστάπο που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, ανασκάφθηκε στη δεκαετία του 1980 με το σκεπτικό ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα από κάθε μνημείο ως χώρος συνείδησης και μνήμης.

Το πιο χαρακτηριστικό δείγμα του Βερολίνου ως πόλης όπου η μνήμη δεν μπορεί να ησυχάσει, είναι το Reichstag: ανακαινίστηκε από τον Sir Norman Foster με σκοπό να αποτελέσει την εικόνα της «δημοκρατικής διαφάνειας», αλλά είναι ταυτόχρονα μια υπενθύμιση του αυτοκρατορικού παρελθόντος της πόλης, της καταστροφής που έφεραν οι Ναζί, αλλά και των γκραφίτι που άφησαν οι Σοβιετικοί στρατιώτες πίσω τους.

Βερολίνο

Το Βερολίνο (ή πιο σωστά: το τουριστικό Βερολίνο) είναι μια πόλη τρομερά ανοιχτή και εύκολη. Δεν έχει τον πανικό και το συνωστισμό του κεντρικού Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης. Είναι μια πόλη χαλαρή για τον επισκέπτη, χωρίς βιασύνες, χωρίς ουρές και χωρίς φασαρία. Ο άμαθος μπορεί να χαθεί στα στενά του – αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. «Το να μη βρίσκει κάποιος το δρόμο του μέσα σε μια πόλη δε σημαίνει και πολλά. Αλλά το να χάνεται κάποιος μέσα σε μια πόλη, όπως χάνεται μέσα σ’ ένα δάσος, προϋποθέτει δουλειά», έγραψε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Για τον flâneur του αστικού ιστού (που αρχετυπικά υπήρξε για τον 20ο αιώνα ο Μπένγιαμιν) τα ονόματα των δρόμων είναι σημάδια, τα σοκάκια στην καρδιά της πόλης είναι δείκτες του ρολογιού της μέρας – και της νύχτας. Το Βερολίνο, στο οποίο αναφερόταν ο Μπένγιαμιν όταν έγραψε αυτή τη φράση, είναι μια πόλη ιδανική για να την περπατάς χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Το μεγαλύτερο δώρο που έχει να προσφέρει μπορείς να το χαρείς όταν δε διασχίζεις την πόλη για να πας «κάπου», αλλά όταν την περπατάς ως αυτοσκοπό.

Υ.Γ. Ο ζωολογικός κήπος του Βερολίνου, ο πιο δημοφιλής στην Ευρώπη και ένα από τα βασικά αξιοθέατα της πόλης, όπως όλοι οι ζωολογικοί κήποι ανοίγει τη συζήτηση περί «αιχμαλωσίας», μια συζήτηση στην οποία όλοι οι ζωολογικοί κήποι εμφανίζονται ως εγγενώς ανήθικοι («τα ζώα δεν είναι αξιοθέατα, ούτε ντεκόρ» θα έλεγε κάποιος). Από την άλλη, πολλοί ζωολογικοί κήποι (τουλάχιστον όσοι τηρούν τα πρότυπα φροντίδας και διαβίωσης των ζώων) βοηθούν στη διατήρηση ζώων που κινδυνεύουν υπό εξαφάνιση μέσω προγραμμάτων αναπαραγωγής και επανεισαγωγής των ζώων στο φυσικό τους περιβάλλον, ενώ άλλοι (όπως αυτός του Βερολίνου) χρησιμεύουν ως βάσεις για την παρατήρηση και την έρευνα, η οποία στη συνέχεια βοηθά στην προστασία των άγριων ζώων μέσω της μελέτης (σε συνθήκες που δεν μπορούν να επιτευχθούν στη φύση) πάνω στις μολύνσεις και τις ασθένειες που τα απειλούν. Τροφή για σκέψη.