Προχθές το βράδυ τελείωσα το βιβλίο. Έβγαλα τα γυαλιά μου, το άφησα δίπλα στο κρεβάτι μου και έκλεισα το φως. Με τα χέρια μου μέσα από το πάπλωμα κάθισα ακίνητη στο σκοτάδι παίρνοντας βαθιές αναπνοές μήπως και κοιμηθώ. Και ύστερα, πιστεύοντας ότι κάτι μου είχε διαφύγει, ανασηκώθηκα και το ξανάπιασα στα χέρια μου. Γύρισα πίσω στις σελίδες που είχα κολλήσει. Εκεί γύρω στο τετρακόσια κάτι, μετά στην εξακόσια κάτι, εκεί που σκέφτηκα, πόσο μπορεί ακόμα να βασανιστεί ένας άνθρωπος και μέχρι πότε. Μετά κάθισα και διάβασα ξανά το τελευταίο κεφάλαιο και μετά πάλι τις σημειωμένες σελίδες. Εκείνη τη δεύτερη φορά κατάλαβα γιατί έγινε τόσο μεγάλη επιτυχία από στόμα σε στόμα. Αποκλείεται να το διαβάσεις και να μη θέλεις να μιλήσεις σε κάποιον γι’ αυτό.

Αποκλείεται να το διαβάσεις και να μη θέλεις να μιλήσεις σε κάποιον γι’ αυτό

Το «Λίγη ζωή» είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα για τη ζωή τεσσάρων ανδρών στη Νέα Υόρκη. Όπως πολλοί αναγνώστες, έχω μια προκατάληψη απέναντι στους ήρωες, οι γυναίκες μου αρέσουν περισσότερο, όμως διαβάζοντας, αυτοί οι τέσσερις ξεπερνούν το ζήτημα της ταυτότητας και του φύλου, ως απογυμνωμένα ανθρώπινα όντα απέναντι σε ένα πεπρωμένο σχεδόν οριστικό και σχηματοποιημένο από την αρχή, το οποίο ειλικρινά αναρωτιέσαι πώς μπορεί να καταλήξει.

Η συγγραφέας τούς παρακολουθεί από τα χρόνια τους στο κολέγιο, μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής τους. Η πρώτη εντύπωση είναι το περιβάλλον που φτιάχνεις. Μια Νέα Υόρκη γνωστή και άχρονη. Διαβάζοντας, την περπατάς, αλλά δεν ξέρεις ακριβώς σε ποια χρονιά βρίσκεσαι. Γίνεσαι και λίγο ντετέκτιβ, να νιώσεις τα στοιχεία, έχουν γεννηθεί το 1990 ή μια δεκαετία αργότερα; Και πόσο μελλοντικός είναι ο θάνατός τους; Ούτε μια αναφορά στους Δίδυμους Πύργους; Στο βιβλίο οι αλλαγές της πόλης, οι μετακινήσεις των ηρώων από περιοχή σε περιοχή, έχουν μια μελετημένη ασάφεια.

Νέα Υόρκη

«Ήθελα να αφαιρέσω κάθε εξωτερικό γεγονός από αυτό το βιβλίο: όταν βγάζεις τα ιστορικά ορόσημα από την αφήγηση, αναγκάζεις τον αναγνώστη να μπει σε ένα χώρο αποκλεισμένο, όπου δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αφοσιωθεί  στις εσωτερικές ζωές των χαρακτήρων», λέει η Γιαναγκιχάρα σε μια συνέντευξή της. Δεν ξέρω αν τα καταφέρνει εντελώς. Η φαντασία του αναγνώστη πάντα φτιάχνει ένα πλαίσιο, ένα σπίτι, μια περιοχή, μια πόλη, μια διαδρομή για να βάλει τους ήρωες. Δεν είναι μια μικρή πόλη η Νέα Υόρκη, μια άγνωστη επαρχία. Οπότε τα φαντάσματα των ηρώων ανεβοκατεβαίνουν τις λεωφόρους της στις εποχές και το χρόνο. Τα κατάφερε η συγγραφέας στο να βλέπει κανείς τη δική του Νέα Υόρκη. Αλλά δεν μπόρεσε να την εξαφανίσει ιστορικά, αν αυτό ήθελε. Ας πούμε, όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο, σκέφτηκα από τη συμπεριφορά τους ότι έχουν γεννηθεί σίγουρα μετά το ’80, ίσως και μετά το ’90, κάπως συμπόνεσα περισσότερο τους νεαρούς μέσα στην ανθρωποφαγία του τέλους του αιώνα που ατενίζουν με άγνοια κινδύνου τη ζωή τους.

Καταγωγή, προσανατολισμός, τρόπος ζωής, τέχνη, επαγγελματική φιλοδοξία, γαστρονομικές επιλογές, όλα ένα κομμάτι του παλίμψηστου της Νέας Υόρκης, με όλες τις ακραίες έννοιες πολλές φορές. Με συναισθηματική υπερβολή άλλες τόσες. Και το ότι η συγγραφέας δε φοβάται τη συναισθηματική υπερβολή, εμένα με απελευθέρωσε συναισθηματικά στο να μη θέλω να κατατάξω την ιστορία που διάβαζα. Να ακολουθήσω το ρυθμό από την ελπίδα στην απόγνωση.

Diane Arbus-The Backwards man in his hotel room, 1961, N.Y.C.

Diane Arbus-The Backwards man in his hotel room, 1961, N.Y.C

Ο Μάλκολμ, ο Τζέι Μπι, ο Γουίλεμ και ο Τζουντ, είναι οι τέσσερις συμμαθητές που μετακομίζουν στη Νέα Υόρκη για να φτιάξουν τη ζωή τους –χαμένοι, άφραγκοι, με μόνο στήριγμα τη φιλία και τις φιλοδοξίες τους. Ο ευγενής, ωραίος Γουίλεμ, επίδοξος ηθοποιός· ο Τζέι Μπι, ζωγράφος από το Μπρούκλιν, που προσπαθεί να κατακτήσει τον καλλιτεχνικό κόσμο∙ ο Μάλκολμ, αρχιτέκτονας σε μια σημαντική εταιρεία∙ και ο Τζουντ – ο ιδιοφυής, αινιγματικός Τζουντ. Όπως περνούν οι δεκαετίες, οι σχέσεις τους βαθαίνουν, αλλά και σκοτεινιάζουν, καθώς τις χρωματίζουν ο εθισμός, η επιτυχία, η περηφάνια. Ωστόσο η σπουδαιότερη πρόκληση, συνειδητοποιούν όλοι, είναι ο ίδιος ο Τζουντ, πλέον ένας απίστευτα χαρισματικός δικηγόρος, μα και ένας άνθρωπος ολοένα και πιο διαλυμένος, με το σώμα του και το νου του σημαδεμένα από τους ανείπωτους τρόμους της παιδικής του ηλικίας – κυνηγημένος από τραύματα που φοβάται ότι όχι μόνο δε θα ξεπεράσει ποτέ, αλλά και θα τον ορίζουν για πάντα.

Ορίζουν όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τις ζωές των άλλων, οι άλλοι είναι αυτοί που κατανοούν και μπαίνουν στα σκοτεινά δωμάτια της αγάπης, γιατί αυτό είναι ένα μυθιστόρημα ύμνος στην άδολη αγάπη, τη χωρίς αντίκρυσμα αγάπη και στην τραγική εμμονή για την αγάπη. Ο Γολγοθάς του Τζουντ, ενός από τους πιο βασανισμένους και άγρια κακοποιημένους με ανεξίτηλα σημάδια χαρακτήρες που έχω συναντήσει σε βιβλίο είναι μια άσκηση για να λυτρωθούν οι άλλοι. Το δικό του τέλος είναι προδιαγεγραμμένο από την πρώτη σελίδα, η ζωή του έχει ανάγλυφα τις δίνες του νου που σκοτεινιάζει και συστρέφεται βασανιστικά μέχρι να βυθιστεί ολοκληρωτικά στην περιοχή από όπου δεν υπάρχει επιστροφή, μια απίστευτη ταλαιπωρία, με αυτοταπείνωση και διαρκή αγωνία.

Χάνια Γιαναγκιχάρα

Χάνια Γιαναγκιχάρα

Στη λίγη ζωή των ηρώων της Γιαναγκιχάρα, καθώς οι ήρωες ενηλικιώνονται με σκληρό ή λιγότερο σκληρό τρόπο, οι αλλαγές στις σχέσεις και στις ισορροπίες είναι συναρπαστικές, οι φιλίες δοκιμάζονται μέχρι το τέλος, οι σταθερές αλλάζουν, όμως οι ίδιοι, αυτοί οι τέσσερις, διατηρούν μέχρι τέλους τα βασικά χαρακτηριστικά τους, η συνέπεια των χαρακτήρων σε κάνει να τους παρατηρείς σαν σε μικροσκόπιο και δεύτερη και τρίτη φορά και στις πιο μικρές λεπτομέρειες, στη μισή λέξη.

Αν θέλει κάποιος με μια φράση να του πω γιατί να διαλέξει αυτό το βιβλίο, θα έλεγα ότι είναι τραγικό να ζήσεις μια ζωή και μέχρι το τέλος να μην έχεις πιστέψει όχι ότι δεν έχεις αγαπηθεί, αλλά ότι δεν σου άξιζε να αγαπηθείς. Αλλά μέχρι να συμβεί αυτό, έχουν μεσολαβήσει εκατοντάδες συναρπαστικών σελίδων. Τη  μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη μόνο εξαιρετική μπορείς να την πεις. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα και για κάθε σειρά και υποσημείωση.

Info: «Λίγη ζωή» της Χάνια Γιαναγκιχάρα | μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη | Εκδόσεις Μεταίχμιο