Εξήντα εννέα χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που το σώμα του νεκρού Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ ξεβράστηκε στο Θερμαΐκό. Εξήντα εννέα χρόνια που δεν έχουν δώσει απαντήσεις σε όσους έχουν ερευνήσει επί σειρά ετών τα γεγονότα. Η υπόθεση Πολκ, όχι μόνο ως αίνιγμα, έγινε αφορμή μέχρι σήμερα να διατυπωθούν ποικίλες θεωρίες, αλλά διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καθώς συνέβη μέσα στο ζοφερό σκηνικό ενός αδελφοκτόνου σπαραγμού, το 1948 και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη, μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας και μεγάλης δράσης των παρακρατικών, με καταργημένη κάθε έννοια δημοκρατίας.

Ένα έγκλημα με λάθος τιμωρία

Η «υπόθεση Πολκ», όπως είναι στους περισσότερους γνωστή, είναι μια ιστορία αστυνομικού μυστηρίου με όλα τα συστατικά σε γενναίες δόσεις. Κίνδυνος, σκευωρίες, διαφθορά, κατασκοπεία. Θεωρίες συνωμοσίας που ακόμα και σήμερα ζητούν απαντήσεις. Και άλλες τόσες που έχουν καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Το Μάιο του ’48, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζωρτζ Πολκ φτάνει στη Θεσσαλονίκη. Πόλη στο όριο της μυθοπλασίας την εποχή εκείνη με κατασκόπους εγχώριους και ξένους, επισκέπτες και πολιτικές ίντριγκες. Σε όλη την Ελλάδα, ο εμφύλιος μαίνεται. Σε διεθνές επίπεδο αρχίζει να διαμορφώνεται το ψυχροπολεμικό κλίμα ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση. Στην Ελλάδα έχει εξαγγελθεί το «Δόγμα Τρούμαν» με το οποίο η χώρα έχει περάσει στην αγγλική και αμερικανική κηδεμονία. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται πολύ κοντά στο θέατρο των επιχειρήσεων στη Βόρειο Ελλάδα, ένα σημαντικό μέρος της οποίας κατείχε ο Δημοκρατικός Στρατός με αρχηγό τον Μάρκο Βαφειάδη.

Αυτόν θέλει να συναντήσει ο Πολκ. Έχει φτάσει στη Θεσσαλονίκη και αναζητά ένα σύνδεσμο ο οποίος θα τον οδηγήσει στο βουνό. Θέλει να κλείσει το κεφάλαιο της θητείας του στην Ελλάδα με μια συνέντευξη από το Μάρκο Βαφειάδη, ο οποίος στις 24 Δεκεμβρίου του ’47 έχει αναγγείλει το σχηματισμό «προσωρινής δημοκρατικής κυβέρνησης». Σε αντίποινα η επίσημη κυβέρνηση Τσαλδάρη – Σοφούλη έχει ήδη θέσει το ΚΚΕ και το ΕΑΜ εκτός νόμου. Ο Πολκ είναι 34 ετών. Είναι ένας επιτυχημένος και μάχιμος ρεπόρτερ του CBS. Πολεμικός ανταποκριτής στις ευαίσθητες περιοχές της εποχής, όπως η Μέση Ανατολή και η Παλαιστίνη. Είχε σκοπό να κάνει κάνει τη συνέντευξη στο πιο hot πρόσωπο της εποχής και μετά να πάρει την Ελληνίδα γυναίκα του, Ρέα Κοκκώνη και να φύγουν για το Χάρβαρντ.

O Τζορτζ Πολκ και η γυναίκα του Ρέα Κοκκώνη το 1948, λίγο πριν τη δολοφονία του

O Τζορτζ Πολκ και η γυναίκα του Ρέα Κοκκώνη το 1948, λίγο πριν τη δολοφονία του

Ο Πολκ «δεν αρέσει». Η ανεξαρτησία του δεν ταιριάζει στο κλίμα της εποχής. Ενώ η διαφθορά πλέκει γαϊτανάκι με την αμερικανική βοήθεια των 400.000.000 δολαρίων από τους Αμερικανούς προς την Ελλάδα, εκείνος αναφέρει συχνά τις λαθροχειρίες των Ελλήνων πολιτικών. Οι απόψεις του για το πού φτάνει η αμερικανική βοήθεια είναι απλώς εξαιρετικά επικίνδυνες. Αλλά και στις ΗΠΑ δεν είναι αρεστός. Δεν είναι πένα που εξαγοράζεται. Όταν φτάνει στη Θεσσαλονίκη, μένει στο ξενοδοχείο Αστόρια. Ο Πολκ ανήκει σε εκείνη τη γενιά δημοσιογράφων που βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση. Κάνει επαφές, ραντεβού και έρχεται σε επαφή με πολλούς ανθρώπους προκειμένου να βρει ένα σύνδεσμο και να φτάσει στο «βουνό» για τον Βαφειάδη. Στις 8 Μαΐου βγαίνει μετά τις 11 το βράδυ από το ξενοδοχείο και εξαφανίζεται. Στις 11 Μαΐου, στο 3ο αστυνομικό τμήμα της Θεσσαλονίκης φτάνει ένας φάκελος με την ταυτότητά του. Η γυναίκα του φτάνει ανήσυχη στη Θεσσαλονίκη και οι έρευνες της αστυνομίας ξεκινούν.

Αν τα πράγματα είχαν γίνει όπως τα σχεδίαζε ο Πολκ, σήμερα πολλοί λίγοι θα θυμούνταν το όνομά του. Μια εβδομάδα μετά την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, μπροστά στο κέντρο Τριανόν, τα ξημερώματα της 16ης Μαΐου, ο ψαράς Λάμπρος Αντώναρος βρίσκει το άψυχο σώμα του Πολκ στη θάλασσα, σε άθλια κατάσταση. Πόδια και χέρια δεμένα με σκοινί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Οι εφημερίδες της εποχής, δημοσιεύουν τη φριχτή εικόνα.

Ο Μάρκος Βαφειάδης με συνεργάτες του, στο στρατηγείο του, στο βουνό, στο απόγειο της δύναμής του.

Ο Μάρκος Βαφειάδης με συνεργάτες του, στο στρατηγείο του, στο βουνό, στο απόγειο της δύναμής του.

Η ιατροδικαστική εξέταση αποκαλύπτει ότι ο Πολκ είχε δολοφονηθεί περίπου τα μεσάνυχτα της 8ης Μαΐου. Είχε φάει αστακό με αρακά, κάτι εντελώς ασυνήθιστο τόσο για τα σπίτια, όσο και για τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης το 1948, ρίχτηκε στη θάλασσα ενώ ζούσε ακόμα και σίγουρα δεν ήταν θύμα ληστείας. Επάνω του είχε χρήματα και τη βέρα του. Όμως η ατζέντα και το σημειωματάριό του χάθηκαν για πάντα. Η Θεσσαλονίκη βράζει και τα σενάρια οργιάζουν. Ποιοι ήθελαν να σκοτώσουν τον Πολκ; Πρώτα οι «ξένοι»: Οι Άγγλοι για να καταφέρουν ένα ρήγμα στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις ή επειδή τους ενοχλούσε το ότι ήταν έξω από το παιχνίδι. Οι Αμερικανοί για παραδειγματισμό. Όλοι υποτίθεται οι δημοσιογράφοι έπρεπε να ακολουθήσουν την πολιτική τους στο Ψυχρό Πόλεμο. Και μετά οι Έλληνες. Ακροδεξιοί, παραστρατιωτικοί, Χίτες, κομμουνιστές. Όλοι είναι μέσα στο παιχνίδι. Οι πρώτες έρευνες δε φέρνουν κανένα αποτέλεσμα. Όπως είχε πει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ουίνστον Μπερνέτ, τον Αύγουστο του 1948, «είτε οι κομμουνιστές σκότωσαν τον Πολκ, είτε οι ακροδεξιοί, επιλέγοντας το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η κάθε πλευρά άφηνε το έγκλημα στην “αυλόπορτα” της άλλης».

Το ξενοδοχείο Αστόρια στο οποίο διέμενε ο πολκ και η ταυτότητά του

Το ξενοδοχείο Αστόρια στο οποίο διέμενε ο Πολκ και η ταυτότητά του

Ο Έρνεστ Χεμινγουέι γράφει: «Αν η υπόθεση Πολκ αποσιωπηθεί, αυτό θα αποτελέσει νίκη για εκείνους που πιστεύουν ότι μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια, σκοτώνοντας τον άνθρωπο που επιδιώκει να την αποκαλύψει». Κάτω από την πίεση των ΗΠΑ, αλλά και της κυβέρνησης, ο διοικητής της Γενικής ασφάλειας Νίκος Μουσχουντής, γνωστός για την αντικομουνιστική του στάση, βρίσκει στο πρόσωπο του δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου τον ένοχο που έψαχνε. Απαγγέλλονται κατηγορίες σε αυτόν, τη μητέρα του και στα στελέχη του ΚΚΕ Αδάμ Μουζενίδη και Βαγγέλη Βασβανά. Ο Μουζενίδης είναι εκείνη την εποχή πιθανότατα νεκρός, ο Βασβανάς μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Ο Στακτόπουλος βασανίζεται απάνθρωπα και του αποσπούν την ομολογία της δολοφονίας του Πολκ. Παρουσιάζουν μια θεωρία στα μέτρα τους: Ο φόνος σχεδιάστηκε από κομμουνιστές. Τόσο απλά. Είναι αυτοί που δε θέλουν να υπάρχουν αρμονικές σχέσεις με την Αμερική. Ο Στακτόπουλος καταδικάζεται και μένει στη φυλακή για 12 χρόνια. Ο επίτιμος αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Καφίρης χαρακτήρισε την καταδίκη του ως τη «μεγαλύτερη δικαστική πλάνη στην ιστορία του τόπου μας». Από τη Γιουγκοσλαβία, χρόνια αργότερα, ο Μάρκος Βαφειάδης σε μια συνέντευξή του στον διευθυντή της εφημερίδας «Μακεδονία», Δημήτρη Γουσίδη θα πει: «δεν είχαμε καμία πληροφόρηση εμείς επάνω στο Γράμμο, ότι ένας Αμερικανός δημοσιογράφος ήθελε να έρθει και να μάθει για τον αγώνα μας. Αν ήθελε αυτός μια φορά, εμείς δέκα φορές θέλαμε να μάθει η υφήλιος γιατί αγωνιζόμαστε».

Η Υπόθεση Πολκ όπως την έζησε ο Γιάννης Μαρής

Το 1977, σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της χώρας, την Ακρόπολη, ο διάσημος συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιάννης Μαρής δημοσιεύει σε 16 συνέχειες, την έρευνά του για την υπόθεση Πολκ. Η πολυσυζητημένη, σκοτεινή και μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστη ιστορία της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζωρτζ Πολκ, το 1948 στη Θεσσαλονίκη, σε μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της μεταπολεμικής Ελληνικής ιστορίας, είχε οδηγήσει τον Γιάννη Μαρή σε μια έρευνα  που κράτησε 29 ολόκληρα χρόνια. Ο Μαρής ως δημοσιογράφος μιας μικρής εφημερίδας σοσιαλιστικών ιδεών, της «Μάχης», με εκδότη τον ξάδελφό του Ηλία Τσιριμώκο είχε βρεθεί από την πρώτη στιγμή στη Θεσσαλονίκη, τον τόπο της στυγερής δολοφονίας με το πολιτικό παρασκήνιο. Βοηθός του στην έρευνα το 1977 ήταν ο δημοσιογράφος και συνάδελφος, Γιώργος Λεονταρίτης.

Το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα περιλαμβάνει την ολοκληρωμένη μεταγραφή της έρευνας για την «υπόθεση Πολκ» του Γιάννη Μαρή, όπως παρουσιάστηκε σε δεκαέξι συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις», από τις 30.1.1977 έως τις 18.2.1977. Η έκδοση περιέχει αρχειακό φωτογραφικό υλικό καθώς και ζωγραφικές απεικονίσεις που πλαισιώνουν την έρευνα του Μαρή, καθώς  και το «Ο Γιάννης Μαρής για την Υπόθεση Πολκ», το οποίο υπογράφει ο Λεονταρίτης, ο οποίος αναδεικνύει με τα πολύ καθαρά και σημαντικά του κείμενα μια διαφορετική οπτική γωνία και εμβάθυνση στην τόσο παράξενη και αινιγματική «υπόθεση Πολκ». Αρχίζοντας να διαβάζεις το βιβλίο δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ακόμα και οι πολλές επαναλήψεις στα κείμενα του Μαρή, -στις συνέχειες που είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα-, προκειμένου να κάνει μια γρήγορη αναδρομή του θέματος στον πιθανό αναγνώστη που θα είχε χάσει τα προηγούμενα φύλλα, δεν κάμπτουν το ενδιαφέρον για τη … συνέχεια.

«Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα πράγματα δεν έγιναν όπως εμφανίστηκε ότι έγιναν. Πώς όμως έγιναν;». Αυτή είναι η βασική διαπίστωση και ερώτηση που επαναλαμβάνει συχνά ο Μαρής. Αιτία της δημοσίευσης της ιστορίας το 1977, ήταν η αίτηση του Γρηγόρη Στακτόπουλου για αναψηλάφηση της δίκης του. Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Μακεδονία», Στακτόπουλος, είχε καταδικαστεί ως ένοχος για τη δολοφονία Πολκ και από το 1960, που αποφυλακίστηκε, αγωνίστηκε για 38 ολόκληρα χρόνια «να δικαιωθεί πριν κλείσει τα μάτια του». Πέθανε τελικά αδικαίωτος τον Απρίλιο του 1998.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται ανάγλυφα ένα ψηφιδωτό απόψεων από τον Μάρκο Βαφειάδη (ηγετική μορφή του ΚΚΕ και τότε Πρωθυπουργό στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση από το Δεκέμβριο του 1947 ως τον Ιανουάριο του 1949), τον οποίο ήθελε να συναντήσει ο Πολκ -προς αυτόν υποτίθεται οδηγήθηκε τη μοιραία νύχτα της δολοφονίας του- μέχρι τον Βρετανό Ράνταλ Κόουτς, παλιό στέλεχος της Ιντέλιτζενς Σέρβις και υπεύθυνο «επί του τύπου» της πρεσβείας, τον οποίο «έδειξαν πολλοί με το δάκτυλο» ως αυτόν που έστειλε τον Πολκ στο ραντεβού με το θάνατο, έως και το φίλο του Πολκ και απεσταλμένο του πρακτορείου Γιουνάιτεντ Πρες, Νταν Θραπ. Η μεγάλη και σε βάθος χρόνου έρευνα των δυο δημοσιογράφων δίνει μια άλλη οπτική γωνία στο αίνιγμα της δολοφονίας Πολκ, πλησιάζοντας προς το κέντρο, δυστυχώς όχι και τη λύση του μυστηρίου που είχε τότε συγκλονίσει την Ελλάδα και είχε προκαλέσει θόρυβο σε όλο τον κόσμο.

«Η δολοφονία του Πολκ, η περίφημη υπόθεση Πολκ, παραμένει εδώ και 69 χρόνια ένα από τα σκοτεινότερα μεταπολεμικά εγκλήματα. Η επίσημη άποψη, η επικυρωμένη με μια δικαστική απόφαση, όχι μόνο αμφισβητήθηκε, αλλά αποδείχθηκε διάτρητη. Μια «απόφαση» πολιτικής σκοπιμότητας. Οι ερμηνείες για τα αίτια της δολοφονίας και οι υποθέσεις για τους δράστες της, που έχουν γίνει από διάφορες πλευρές, αποτελούν συλλογισμούς περισσότερο ή λιγότερο πειστικούς και “λογικούς”», γράφει ο Γιάννης Μαρής. Ο Μαρής στο βιβλίο ρίχνει κάποιο φως και δίνει απαντήσεις σε πολλά μέχρι τότε ακατανόητα συμβάντα της εποχής. Ο κορυφαίος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων θα μπορούσε θαυμάσια να κάνει όλη αυτή την ιστορία μυθιστόρημα με αστυνομικό και κατασκοπευτικό μυστήριο. Δεν το έκανε ποτέ. Ήταν ίσως η μόνη φορά που ο Μαρής δεν κατασκεύασε μια ιστορία μυστηρίου, αλλά την έζησε ο ίδιος.

Info: «Ο Γιάννης Μαρής για την υπόθεση Πολκ του Γ. Λεονταρίτη – Ποιος σκότωσε τον Πολκ; του Γιάννη Μαρή», από τις Εκδόσεις Άγρα