Οι Βρικόλακες του Μιχάλη Κωνσταντάτου και των blindspot διαδραματίζονται στα εγκαίνια του Ιδρύματος ασυνόδευτων ανηλίκων «Άλβινγκ» και το κοινό έχει άτυπα τον ρόλο του θεατή-επισκέπτη. Η κα. Άλβινγκ αναλαμβάνει κομμάτι της «έκθεσης» της παράστασης: συστήνει τους βασικούς πρωταγωνιστές, τον διευθυντή του Ιδρύματος Πάστορα Μάντερς, τον γιο της Όσβαλντ και μια συνεργάτη, τη Ρεγγίνε. Μας πληροφορεί μάλιστα δακρύβρεχτα ότι το Ίδρυμα χτίστηκε με τα χρήματα του εκλιπόντος συζύγου της, ο οποίος, στο ίδιο μέρος, της είχε κάνει πρόταση γάμου. Ξαφνικά, μια διακοπή ρεύματος διακόπτει τις εναρκτήριες ομιλίες και γίνεται η εύκολη αφορμή για να καταδυθούμε στο παρελθόν και στο υποσυνείδητο σύμπαν των ηρώων του ιψενικού έργου.

Αυτό που ακολουθεί είναι μια σειρά υπερρεαλιστικών σκηνών σε ένα τοπίο σαν σπηλιά, όπου η πλοκή του αριστουργήματος του Ίψεν ξετυλίγεται εκ των υστέρων, ως όνειρο ή ως ανάμνηση, σπασμωδικά και θολά. Tο κείμενο που ακούμε δεν είναι οι Βρικόλακες του Ίψεν παρά ένα νέο έργο, που γράφτηκε από τους blindspot και τον Ορφέα Απέργη, περιέχοντας και λίγο παραφρασμένο Σαίξπηρ, λίγη ντε Μποβουάρ και αποσπάσματα από το ιψενικό κείμενο. Στόχος της δραματουργίας είναι να αφηγηθεί την ίδια ιστορία αλλά με ένα άλλο κείμενο, προσαρμοσμένο στη συνθήκη του ονείρου, ώστε να μας αποκαλυφθούν στοιχεία του ψυχισμού των ηρώων που δεν φανερώνονται στο ιψενικό έργο. Η σκηνοθεσία επομένως πρέπει να εφεύρει δράσεις, ώστε να μπορέσει να ξεδιπλωθεί η ιστορία εκ νέου.

Ποιες είναι αυτές οι δράσεις λοιπόν; Με τη διακοπή ρεύματος, το φάντασμα του συζύγου της κας Άλβινγκ την επισκέπτεται –ευθεία παραπομπή στον Άμλετ– και την ταράζει, ενώ εμφανίζεται στη σκηνή κι ένας Χορός που θυμίζει σαβανωμένα παιδιά (ή σαβανωμένες ιδέες για όποιον γνωρίζει το πρωτότυπο) και θα παραμείνει μέχρι το τέλος της παράστασης. Η επόμενη σκηνή εμφανίζει τον Μάντερς με την Άλβινγκ να έχουν ένα κινησιολογικό ερωτικό ενσταντανέ.

Στη συνέχεια, θα δούμε, μεταξύ άλλων, τη Ρεγγίνε να τραγουδά το «Toxic» της Britney Spears, ενώ βλέπουμε στην πίσω οθόνη όλο το βίντεο-κλιπ του τραγουδιού, τον Μάντερς να παίζει πινγκ-πονγκ με τον Όσβαλντ καθώς συζητούν για τον πατέρα του, τη Ρεγγίνε με την Άλβινγκ να κάνουν λασπόλουτρα μιλώντας για τα θεμέλια του γάμου, τον Μάντερς να ομολογεί στον εαυτό του τον έρωτά του για την Άλβινγκ υπό τη μουσική υπόκρουση του Άβε Μαρία, τον Όσβαλντ και τη Ρεγγίνε να κυλιούνται στη λάσπη σαν να κάνουν σεξ και να παίζουν μετά «θάρρος ή αλήθεια;», τον Όσβαλντ να μπαίνει σε έναν σωλήνα σαν μαγνητικό τομογράφο ενώ κάπως αναφέρεται κάτι για μια αρρώστια, τον Μάντερς να βάζει σαν ταχυδαχτυλουργός σε ένα κουτί τη Ρεγγίνε για να βγει μετά εκείνη ως δια μαγείας άθικτη αλλά με αίματα στο φόρεμά της, τον Όσβαλντ να περιφέρεται σαν αγρίμι, εκφέροντας παραλλαγμένο το επεισόδιο με τον πατέρα του που ως παιδί του έδωσε να καπνίσει την πίπα του, υπονοώντας σεξουαλική κακοποίηση από εκείνον (πολλά θαυμαστικά και ερωτηματικά εδώ…), και μια σκηνή-πορεία του Όσβαλντ και της μητέρας του προς το εκτυφλωτικό φως, που αναδύεται στο πίσω μέρος του σκηνικού. Ο Όσβαλντ ζητά από τη μητέρα του τον ήλιο χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τι ακριβώς ζητάει και γιατί αυτό θα μπορούσε να είναι και σπαραχτικό.

Τα φώτα ανοίγουν, η διακοπή ρεύματος αποκαθίσταται και οι πρωταγωνιστές μας, με λεκιασμένα πια από λάσπες και αίματα ρούχα, κόβουν την κορδέλα του Ιδρύματος. Εκεί κλείνει και η παράσταση. Η πρόθεση του εγχειρήματος είναι σαφής. Να εστιάσει σε ένα από τα βασικά θέματα του έργου, την κοινωνική υποκρισία, υποδεικνύοντάς μας την κοινοτοπία, ότι πίσω από ευγενείς χειρονομίες ή λαμπερά χαμόγελα ίσως και να κρύβεται σκοτάδι, και να επιχειρήσει να μας αποκαλύψει περισσότερα για τον ψυχισμό των 4 εκ των 5 ηρώων του ιψενικού έργου (απουσιάζει ο Έγκστραντ). Στον πρώτο, αν και επιφανειακό στόχο, επιτυγχάνει. Στα πιο δύσκολα όμως χάνει το στοίχημα θεαματικά.

Η παράσταση, ενώ έχει στόχο το υποσυνείδητο, την αποκάλυψη δηλαδή μύχιων σκέψεων και συναισθημάτων των ηρώων, καταφέρνει να μην μας κάνει κοινωνούς στις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις τους, σε ό,τι τους κάνει να ριγούν και να ραγίζουν. Κι αυτό συμβαίνει καταρχήν γιατί η δραματουργία είναι άνευρη, χωρίς καθαρή αφηγηματική ροή (αμφιβάλλω εάν ένας θεατής που δεν γνωρίζει το ιψενικό έργο μπορεί να παρακολουθήσει τη δράση και τα σχόλια της σκηνοθεσίας), γεμάτη τσιτάτα «φορεμένα» στους ήρωες που χρησιμοποιούνται δίχως δραματική στόχευση, οδηγώντας σε μια υποκριτική κατεύθυνση ναρκισσιστική και κίβδηλη.

Η Γιώτα Αργυροπούλου (Άλβινγκ) και η Πηνελόπη Τσιλίκα (Ρεγγίνε) ερμηνεύουν μελοδραματικά, θυμίζοντας υποκριτικό κώδικα σαπουνόπερας. Ο Μάντερς του Νικόλα Παπαγιάννη μοιάζει σαν από χαρτί, ένας άνθρωπος-καρτούν, ένας ήρωας χωρίς εκτόπισμα. Δεν καταφέρνει να μας συγκινήσει ούτε τη στιγμή που η δραματουργία επιλέγει να τον βάλει να εκστομίσει τον έρωτά του για την Άλβινγκ. Ο μόνος που μας μεταφέρει μια αλήθεια είναι ο Όσβαλντ του Γιώργου Φριντζήλα, που, αν και δεν πολυκαταλαβαίνουμε από τι πάσχει λόγω της θαμπής αφήγησης, μας πείθει ότι αυτό είναι κάτι τραυματικό.

Η εικόνα της παράστασης προσπαθεί μάταια να καλύψει τον χώρο μιας κενής δραματουργίας που αδικεί το σπουδαίο ιψενικό έργο, προδίδοντας έλλειψη πίστης στη δύναμη και τη νεωτερικότητά του.

Οι Βρικόλακες (1881), που συνδέονται με τη γέννηση του ανεξάρτητου θεάτρου στην Ευρώπη, είναι ένα έργο με πλοκή που καθηλώνει, ένα κείμενο που δυναμιτίζει ταμπού, ηθικές και κοινωνικές επιταγές, που δείχνει ότι ο θεσμός της οικογένειας εμποδίζει την αυτοπραγμάτωση των μελών της ως ατόμων, που επανατοποθετεί το τραγικό στη σύγχρονη αστική κοινωνία. Μπορεί, όμως, ένα κείμενο που σφράγισε το κίνημα του νατουραλισμού –ήταν ένα από τα πρώτα έργα που ανέβασε ο Αντρέ Αντουάν όταν ίδρυσε το 1887 το Théâtre Libre στο Παρίσι– να αποτελέσει το πρωταρχικό υλικό για μια παράσταση με υπερρεαλιστική φόρμα και διάθεση;

Εάν η παράσταση χρησιμοποιήσει το κείμενο αληθινά ως αφορμή, ως αφετηρία και καλπάσει προς το δικό της όραμα, μπορεί ίσως και να ευοδωθεί το εγχείρημα. Με τους Βρικόλακες του Μιχάλη Κωνσταντάτου, ωστόσο, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η παράσταση επιχειρεί να πει την ίδια ιψενική ιστορία με άλλο τρόπο. Ομφαλοσκοπεί, ερεθίζεται ακούγοντας τη φωνή της και εν τέλει αυτοκτονεί.