Τον αποκαλούσαν σύγχρονο Αριστοφάνη. Η γυναίκα του τον αποκαλούσε έκτο παιδί της, επειδή ήταν αδέξιος και ανέμελος. Σατίριζε το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, με πληθώρα στίχων. Αυτοσαρκάζεται και σατιρίζει πολύ επιτυχημένα και τον ίδιο του τον εαυτό.

Μπόι δυὸ πῆχες,
κόψη κακή,
γένια μὲ τρίχες
ἐδῶ κι ἐκεῖ.

Κούτελο θεῖο,
λίγο πλατύ,
τρανὸ σημεῖο
τοῦ ποιητῆ

Ο ίδιος αγαπούσε τον Αριστοφάνη και το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνη σε έμμετρη δική του απόδοση. Αλλά περισσότερο αγαπούσε να σχολιάζει με περισσή τόλμη ζητήματα που δεν μπορούσε να αγγίξει κανένας άλλος, όχι μόνο ως ποιητής αλλά και ως δημοσιογράφος και εκδότης.

Ο Γεώργιος Σουρής, ο μεγαλύτερος σατιρικός ποιητής και λογοτέχνης της νεώτερης Ελλάδας γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του σχεδίαζε να τον κάνει παπά, αλλά τα σχέδια της οικογένειας ναυάγησαν όταν χρεοκόπησε και ο Σουρής βρέθηκε  να είναι υπάλληλος του σιτέμπορου θείου του. Στα κατάστιχα του μαγαζιού ο Σουρής έγραφε στίχους κρυφά και έφτασε στην Αθήνα λίγο καιρό αργότερα για να γραφτεί στη φιλοσοφική σχολή. Ζούσε παραδίδοντας μαθήματα και δημοσιογραφώντας και δεν κατόρθωσε ποτέ να πάρει πτυχίο από τη σχολή.

Μερικοί υποστηρίζουν πως απέτυχε στα λατινικά, άλλοι πως τον απέρριψε ο καθηγητής του στο μάθημα της μετρικής. Εύστροφος, με πλούσια πνευματικά προσόντα και μεγάλο εύρος γνώσεων, ο Σουρής ξεκινά να σατιρίζει τα γεγονότα της εποχής του με πρώτες δημοσιεύσεις στα περιοδικά “Ασμοδαίος”, “Μή χάνεσαι” του Βλάση Γαβριηλίδη και “Ραμπαγάς”.

Ο Σουρής ήταν 30 ετών όταν έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, που ο Γεώργιος Δροσίνης τη βάφτισε «Ο Ρωμηός», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα που κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα.

Εξαιρετικά δημοφιλής στο κοινό, ο Σουρής με το πρωτότυπο και ευφυές ευθυμογραφικό του ύφος δίχασε τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του καθώς είχαν χωριστεί σε φανατικούς υπέρμαχους όπως ο Ξενόπουλος και ο Μάρκος Αυγέρης, αλλά και φανατικούς πολέμιους του έργου του όπως ο Παλαμάς και ο Ψυχάρης. Χαρακτηριστική είναι η δίωξη που υπέστη ο Σουρής το 1897 με αφορμή σατιρικούς στίχους προς το πρόσωπο της βασίλισσας Όλγας.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Σουρής, ένα μείγμα δημοτικής με τύπους της καθαρεύουσας έκανε το έργο του ενδιαφέρον και ζωηρό. Το σπίτι του στην οδό Πινακωτών 15, στη σημερινή Χαρ. Τρικούπη, υπήρξε ένα από τα γνωστότερα αθηναϊκά φιλολογικά σαλόνια. Το 1886 παρασημοφορήθηκε από τον Χαρίλαο Τρικούπη και το 1906 προτάθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Ο Σουρής πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919 σε ηλικία 56 ετών. Άφησε πίσω του ένα τεράστιο σε όγκο έργο, επίκαιρο μέχρι σήμερα.

Ὁ παιχνιδιάρης

Μοῦ ἔλεγε ὁ πατέρας μου
πὼς σὰν γενῶ μεγάλος,
ὅλα μου τὰ παιχνίδια
θὰ ρίξω στὰ σκουπίδια
καὶ θἆμαι τότε ἄλλος.

Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω
πὼς θὲ νὰ μεγαλώσω,
μὰ καὶ παπποὺς ἂν γίνω
ποτὲς δὲν θὰ τ᾿ ἀφήνω
κι ἂν μ᾿ ὅλους πιὰ μαλώσω.

Ἐμπρός, λοιπὸν παιχνίδια,
στὰ ὅπλα! σᾶς φωνάζω…
Ἀπ᾿ τὰ κουτιά σας βγεῖτε
καὶ στὴ γραμμὴ σταθεῖτε,
ἐγὼ σᾶς τὸ προστάζω.

Σεῖς εἶστε κι ἡ χαρά μου
κι ἡ μοναχή μου ἔγνοια.
Ἄχ! πῶς σᾶς καμαρώνω!
Μὲ σᾶς θὰ μεγαλώνω,
μὲ σᾶς θὰ βγάνω γένια.

Μὰ κι ὁ μπαμπὰς σὰν βλέπει
πὼς ἔχω καὶ μουστάκια
καὶ παίζω κι ὁλοένα,
τότε κι αὐτὸς μαζί μου
θ᾿ ἀρχίσει παιχνιδάκια.

Τὸ παραπαῖον γῆρας

Τὰς τρίχας ἄσπρης κεφαλῆς
σκοπὸν τὰς ἔχουν προσβολῆς
κι εἰν᾿ ἐμπαιγμὸς τῆς μοίρας
τὸ παραπαῖον γῆρας.

Ὅπου τὸ πόδι μου σταθεῖ
καὶ ὅπου περπατήσω
σιγὰ-σιγὰ μ᾿ ἀκολουθεῖ
ὁ χάρος ἀπὸ πίσω.

Αὐτὸ τὸ ἔρημο κορμὶ
τὸ τριγυρίζουν σκύλοι
καὶ «χόρτασες κι ἐσὺ ψωμί»
μοῦ λὲν ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

Ὡς φάσμα τρέχω τῆς νυκτὸς
μακράν του δρῶντος κόσμου
καὶ ὅπου τάφος ἀνοικτὸς
μοῦ φαίνεται δικός μου.

Και Ὅμως!
Καὶ ὅμως ἐνῷ πλέον
ἐσάπισα παλαίων
εἰς τῆς ζωῆς τὴ πάλη
τὸ γῆρας τὸ μισῶ
καὶ θέλω καὶ λυσσῶ
νὰ γίνω νέος πάλι.

Τεμπελιά

Δὲν ἔχω κέφι γιὰ δουλειά,
πάλι μὲ δέρνει τεμπελιὰ
καὶ κάθομαι στὸ στρῶμα…
Βρίσκω τὸ σῶμα μου βαρὺ
καὶ ὀλ᾿ ἡ γῆ δὲ μὲ χωρεῖ
κι ὁ οὐρανὸς ἀκόμα.

Κακὰ νομίζω τὰ καλὰ
καὶ βλέπω μία στὰ χαμηλὰ
καὶ μία κοιτῶ ἐπάνω…
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο τὸν χαζὸ
ἂς ἠμποροῦσα νὰ μὴ ζῶ
μὰ …δίχως νὰ πεθάνω.

 
Στὸν ἴσκιο μου

Βρὲ ἴσκιε μου γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;
Δὲ μ᾿ ἀφήνεις μόνο μου νὰ τρέχω;
Βρὲ ἴσκιε μου, δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς,
πρέπει κι ἐσένα σύντροφο νὰ ἔχω;

Πότε στραβὸ σὲ βλέπω πότε ἴσο,
πότε μακρὺ σὰ σούβλα, πότε νᾶνο,
τὴ μιὰ πηγαίνεις μπρός, τὴν ἄλλη πίσω
σὲ ἀπαντῶ ἐδῶ, ἐκεῖ σὲ χάνω.

Χωρὶς νὰ βλέπεις, πιάνεις ὅτι πιάνω,
μὲ ὁδηγεῖς ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὁδηγῶ.
Καὶ τέλος πάντων κάνεις ὅτι κάνω
καὶ εἶσαι ἄλλος, δεύτερος, ἐγώ.

Βρὲ ἴσκιε μου, γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;
Βρὲ ἴσκιε μου δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς…
Σὲ ἀπαντῶ στὸ σπίτι καὶ στὸ δρόμο
καὶ μοῦ γεννᾷς πολλὲς φορὲς τὸν τρόμο.