«Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μία άποψη την τρομερή και μέχρις αηδίας οργάνωση της ευθυμίας. Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία, όσο η δική μας. Σε καμιά εποχή δεν έπαιζε πρωί πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές, για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν», γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης στο βιβλίο «Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου».

Εκτός από ζωγράφος, ο Γιάννης Τσαρούχης υπήρξε σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, συγγραφέας και μεταφραστής αρχαίων τραγωδιών. Ένας ευρυμαθής καλλιτέχνης γεμάτος χιούμορ, αλλά και δηκτικότητα, με την οποία δε δίσταζε να σχολιάσει την Ελλάδα και την κοινωνική πραγματικότητα. Στον Γιάννη Τσαρούχη ανήκει το «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» ένα από τα πολλά αποφθέγματα που μας άφησε μέσα από τις γλαφυρές αφηγήσεις του. Ο Τσαρούχης, ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος, μίλησε περισσότερο από πολλούς καλλιτέχνες της γενιάς του για την ελληνική κοινωνία και τα όριά της.

Με αφορμή την έκθεση που παρουσιάζει το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Μουσείο Μπενάκη «Γιάννης Τσαρούχης. Εικονογράφηση μίας αυτοβιογραφίας. Δεύτερο Μέρος (1910-1989)» και θα διαρκέσει έως τις 26 Φεβρουαρίου 2017, παρουσιάζουμε ένα πορτρέτο μέσα από τις αφηγήσεις του.

Μικρή πλαζ, 1962

Μικρή πλαζ, 1962

«Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου παρ΄ όλες τις χίλιες διαφορές που παρουσιάζουν τα έργα μου μεταξύ τους. Η μία είναι νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασε το Μπαρόκ και η Αναγέννηση. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες μου τις αντιρρήσεις για το ίδιο το ιδανικό μου…»

«Το μέρος που κυριολεκτικά συχνάζαμε στο Παρίσι ήταν το Λούβρο. “Εδώ μέσα”, έλεγε, “είναι οι καλύτεροί μου φίλοι”. Γνώριζε και την τελευταία γωνιά του μουσείου. Σταματούσαμε ακόμα και με ψώνια στα χέρια για να μπει και να σημειώσει κάτι στα βιαστικά. “Μα τώρα;” δυσανασχετούσα εγώ. “Τώρα“, απαντούσε, συμπληρώνοντας ότι η χειρότερη ελληνική αρρώστια είναι η αναβλητικότης. Και έμπαινε να ανανεώσει τη ματιά του στο μαύρο φόντο του Βαν Ντάικ ή στο κιαροσκούρο του Τιτσιάνο. Έτσι σχηματιζόταν βέβαια της τέχνης του η περιοχή, όπως λέει ο ποιητής. Από τις πιο οικείες αίθουσες ήταν αυτή με τα πορτρέτα Φαγιούμ. Τα ήξερε όλα με τα ονόματά τους: Λεύκιος, Δημήτριος, Αμμώνιος, Μελάνθιος, Αρτεμίδωρος, Φιλοκλής. Είχε έντονες αντιρρήσεις για το φωτισμό και γενικά για την παρουσίασή τους».
– Αφήγηση του  Αλέξιου Σαββάκη από το βιβλίο «Ιωάννης Τσαρούχης»

«Το μέρος που κυριολεκτικά συχνάζαμε στο Παρίσι ήταν το Λούβρο»

Το 1920 αποφάσισα στο σπίτι της θείας μου Μεταξά, όπου έμενα (λόγω ταξιδιού της μητέρας μου στην Ελβετία, για λόγους υγείας της αδελφής μου), να δημιουργήσω ένα θέατρο και πρώτο έργο ήταν η Αντιγόνη. Το θέατρο αυτό ήταν μια μεγάλη τρισδιάστατη μακέτα χωρίς πάτωμα, όπου μπορούσαν ντεκουπαρισμένες φιγούρες να κινηθούν όπως στον Φασουλή. (…) Τα κοστούμια έφτιαχνα εκείνη την ώρα με βάση τις φιγούρες και τα σκηνικά. Μοναδικός θεατής ήταν ο αδελφός μου Μάριος τον οποίο συχνά έδενα με σκοινιά στην καρέκλα του για να μη φύγει και δεν δει το θέαμα.
– Αφήγηση στον Αλέξιο Σαββάκη από το βιβλίο «Ιωάννης Τσαρούχης»

Το μνημόσυνο, μακέτα τοιχογραφίας για το ύπαιθρο, 1947

Το μνημόσυνο, μακέτα τοιχογραφίας για το ύπαιθρο, 1947

Δε σταμάτησαν ποτέ να ζητούν να αγοράσουν έργα του άνθρωποι λιγότεροι ή περισσότερο πλούσιοι. Αυτό τον δυσαρεστούσε και του έφερνε μελαγχολικές σκέψεις. «Τρομάζω», έλεγε, «γιατί δεν είναι πολύ πίσω ο καιρός που κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα. Δεν καταλαβαίνω τι μεσολάβησε. Φαίνεται ότι, όπως σπάνε πιάτα στα μπουζούκια, θέλουν να αγοράσουν και ένα έργο μου». Για να τους αποφύγει, ζητούσε εξωφρενικές τιμές. Δεν είχε όμως υπολογίσει τι βιτσιόζοι είναι οι νεόπλουτοι Έλληνες. Οι μεγάλες τιμές τούς διέγειραν περισσότερο. Λυπόταν που είχε γίνει ένα είδος μόδας και τα έργα του πωλούνταν τόσο ακριβά, που κι ο ίδιος, όπως έλεγε, δεν μπορούσε πια να τα αγοράσει. Αντιπαθούσε τους συλλέκτες που αγοράζουν έργα του και τα φυλακίζουν χωρίς να μπορεί κανείς να τα δει.
– Αφήγηση του Αλέξιου Σαββάκη από το βιβλίο «Ιωάννης Τσαρούχης»

«Για να τους αποφύγει, ζητούσε εξωφρενικές τιμές»

«Ο Έλληνας έχασε ένα μεγάλο κίνητρο που είχε στη ζωή του. Την πείνα. Τώρα τρώει και όλοι έχουν κοιλιά και στομάχι. Λοιπόν δεν μπορεί να έχουν τη δραστηριότητα που είχανε ως πεινασμένοι. Ό,τι μεγάλο έκανε η Ελλάς – είτε από φιλοσόφους είτε από απλούς ανθρώπους – το έκανε από την πείνα. Ο Έλληνας φαγωμένος γίνεται ένα αποκτηνωμένο ζώο. Η πείνα πρέπει να γίνει σήμερα δίαιτα».

Ο Γιάννης Τσαρούχης με την εικόνα που ζωγράφισε, 1940-41

Ο Γιάννης Τσαρούχης με την εικόνα που ζωγράφισε, 1940-41

Η έκθεση «Εικονογράφηση μιας αυτοβιογραφίας», μια παλαιά πρόταση της Νίκης Γρυπάρη, Προέδρου του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη, επιχειρεί την αποκρυπτογράφηση και την ερμηνεία της καλλιτεχνικής πορείας του δημιουργού με βασικά εργαλεία τα κείμενά του, τις αυτοβιογραφικές του σημειώσεις, τις προφορικές του διηγήσεις και βέβαια τα ίδια τα έργα του. Παρουσιάζει την ιστορία της ζωγραφικής του Γιάννη Τσαρούχη μέσα από χρονολογικές ενότητες, αναπλάθοντας το περιβάλλον που έζησε και τις επιρροές που δέχθηκε από αυτό σε όλη την καλλιτεχνική του πορεία. Στο «Δεύτερο Μέρος (1940-1989)», ο επισκέπτης, ξεκινώντας από τα χρόνια της κήρυξης του πολέμου, το 1940, ακολουθεί τον Γιάννη Τσαρούχη στο Αλβανικό μέτωπο, στην Αθήνα της κατοχής και στις δύσκολες μέρες του εμφυλίου. Μέσα από τα έργα του θα περιδιαβεί τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν, ανακαλύπτοντας τον δρόμο που παίρνει η ζωγραφική του, τις επιρροές, τις γνωριμίες, τις συναναστροφές και τους συνεργάτες του. Θα συναντήσει πρόσωπα όπως ο Ιόλας, ο Αλέξης Μινωτής, η Μαρία Κάλλας, ο Μάνος Χατζιδάκις, η Lila de Nobili και πολλούς άλλους, σε μία περιήγηση με ξεναγό τον ίδιο τον ζωγράφο, μέσα από αποσπάσματα κειμένων του ιδίου, καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Το ταξίδι αυτό μέσα στον κόσμο του Γιάννη Τσαρούχη θα παρουσιαστεί σε δεκαετίες:
– Δεκαετία του ‘40
Τα χρόνια της Αλβανίας, οι τελευταίες μέρες του πολέμου, η επιστροφή από το μέτωπο.
«Στο δρόμο στα χωριά, στο Κριεκούκι, στην Κάζα, στη Μάνδρα, κοιτούσαν οι γέροι του χωριού τ’ αυτοκίνητα και μας χειροκροτούσαν. Ένας είπε, για τα χάλια μας μάς χειροκροτάτε; Και οι γέροι απαντούσαν: «Είσαστε ήρωες, είσαστε λεβεντόπαιδα».

Αυτοπροσωπογραφία στο μέτωπο της Αλβανίας, 1941

Αυτοπροσωπογραφία στο μέτωπο της Αλβανίας, 1941

– Τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής στην Αθήνα και η Απελευθέρωση.
«Για ένα διάστημα, έπαιρνα συσσίτιο στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στη μεγάλη αίθουσα των Μυκηνών. Εκεί μπορούσες να συναντήσεις τον Σικελιανό με τη μακριά του μαύρη πελερίνα, την Μαρίκα Παλαίστη, τον Γιάννη Ρίτσο – που συνήθως τον συνόδευα ως το σπίτι του απ’ το Μουσείο, συζητώντας πολιτικά και θέματα σχετικά με το αρχαίο θέατρο, την όπερα ή το μπαλέτο.

– Η σκληρή εποχή του εμφυλίου.
«Όλα αυτά τα έργα έχουν γίνει την εποχή του εμφυλίου πολέμου που οι δρόμοι ήταν γεμάτοι στρατιώτες και έβλεπα συνεχώς κηδείες και μνημόσυνα. Έχουν γίνει με ένα πνεύμα ερωτικό. Ήθελα να κάνω μια σειρά έργων με τίτλο «Η φρίκη του πολέμου». Ασχέτως με το θέμα ήταν και μια δοκιμή να κάνω μια ζωγραφική σε άσπρο εξωτερικό τοίχο που φωτιζόταν από τον ήλιο. Επηρεάζομαι πάντα από αυτό που βλέπω».

– Δεκαετία του ‘50
«[…] Ήθελα να ζωγραφίσω θέματα θρησκευτικά και μυθολογικά με σύγχρονες φιγούρες και σύγχρονα κοστούμια, έχοντας συναντήσει αυτά τα πρόσωπα στην ζωή, όπως έκαναν πάντοτε οι καλλιτέχνες πριν από τον 19ο αιώνα […]. Θυμάμαι μια ταινία του Τζέιμς Κάγκνεϊ που μου έδωσε την αίσθηση της αρχαιότητος ενώ παρίστανε υπόθεση σύγχρονη, γκαγκστερική. […]».

– Η γνωριμία και συμφωνία του με τον Αλέξανδρο Ιόλα και η δημιουργία της μεγάλης του σύνθεσης Η ξεχασμένη φρουρά.
«Σπουδές που έκανα στην Αταλάντη, από τις οποίες βγήκαν πολλά και μεγάλα έργα, τα πιο πολλά ζωγραφισμένα με κόλλα, με θέμα τις γυναίκες από την Αταλάντη. Μου έκανε πολλήν εντύπωση ο τρόπος που χτενίζουν τα μαλλιά τους. Είναι ολόιδιος σαν τις αρχαϊκές κόρες της Ακροπόλεως, […]».

– Δεκαετία ’60
«Πήγαινα για πολλά χρόνια στην Μυτιλήνη. Έμενα συνέχεια, συχνά και έξι μήνες ακόμη, με σκοπό την επίβλεψη του κτισίματος και ό,τι άλλο αφορούσε το Μουσείο του Θεόφιλου».

Εσωτερικό του σπιτιού του Teriade στη Μυτιλήνη, 1963

Εσωτερικό του σπιτιού του Teriade στη Μυτιλήνη, 1963

– Η δικτατορία και η αναχώρηση από την Ελλάδα το Σεπτέμβριο του ’67 για την Γαλλία.
«Το έργο “Ο Πειραιάς από τις Τζιτζιφιές” ήταν το τελευταίο τοπίο που ζωγράφισα στην Ελλάδα, πηγαίνοντας στον Πειραιά για να πάρω το καράβι για τη Μασσαλία, γιατί δεν ήξερα αν και πότε θα ξαναγυρίσω. Στο Παρίσι άρχισε η καριέρα μου από το άλφα».

– Δεκαετία ‘70
«Στη Γαλλία έκανα μαζί με τη Λίλα ντε Νόμπιλι μια ιδιωτική σχολή σχεδίου, που τη λέγαμε «Ακαδημία», και τρεις φορές την εβδομάδα μπορούσε να πάει κανείς να σχεδιάσει. Όλα ήταν δωρεάν για τους μαθητές, αλλά πληρώναμε κάτι ως νοίκι για την αίθουσα που είχαμε και για ορισμένα μοντέλα».

«Για να μελετήσω την τεχνική της ελαιογραφίας κι ορισμένα άλλα πράγματα θέλησα να ξανακάνω τις τέσσερις εποχές με μοντέλο πάλι τον Ντομινίκ αλλά πιο αδύνατο, πιο κομψό και κάπως πιο ώριμο πια λόγω ηλικίας, πάντα όμως με μακριά μαλλιά. Το έργο προχωρούσε, όταν έλαβα μια παραγγελία για τέσσερα ταμπλώ σχετικά με τις εποχές […]. Επειδή όμως ο Ντομινίκ ήταν αδύνατο να συνεχίζει να ποζάρει γιατί σπούδαζε μαραγκός και κατά τα συνήθη ορισμένων γαλλικών σχολών επληρώνετο, αναγκάστηκα ν’ αναζητήσω αντικαταστάτη του. Μια μέρα είδα δυο παιδιά σ’ ένα ζαχαροπλαστείο να τρώνε γλυκά όρθιοι. Τους εζήτησα αν μπορούν να ποζάρουν για μια νέα σειρά των τεσσάρων εποχών και δέχτηκαν ευχαρίστως. Έκανα ωραίες σπουδές απ’ τον Αλαίν ως Θέρος και Χειμώνα, ενώ του Ρολάν έκανα μια σπουδή ως Φθινόπωρο κι ετοιμαζόμουνα να κάνω μαζί του και την Άνοιξη».

Ο Alain ως «Καλοκαίρι», 1976

Ο Alain ως «Καλοκαίρι», 1976

– Δεκαετία ‘80
«Το ’χω πει επανειλημμένως ότι δεν επιθυμώ να γυρίζω στην καλή παλιά εποχή, αλλά το να συμμετέχει η λογική και τα μάτια, όσο χρειάζεται, σ’ αυτό το παιχνίδι που είναι η ζωγραφική, το θεωρώ απαραίτητο».

«Πολλές φορές νομίζω ότι δούλεψα καλά. Είμαι ήσυχος. Συχνά, όμως, δεν βλέπω παρά μόνο τα ελαττώματά τους και αυτό με πειράζει τόσο πολύ, ώστε νομίζω ότι πήρα λάθος δρόμο και έγινα ζωγράφος. Συμπεριφέρομαι στα έργα μου όπως ο ανακριτής σ’ ένα φταίχτη…».

Η έκθεση εκτός από τα έργα της συλλογής του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη, εκ των οποίων πολλά παρουσιάζονται για πρώτη φορά, εμπλουτίστηκε με ζωγραφικά έργα που παραχωρήθηκαν από την Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, από το Αμερικάνικο Κολλέγιο Ελλάδος Pierce και από ιδιωτικές συλλογές. Την έκθεση επιμελήθηκε η Πρόεδρος του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη, Νίκη Γρυπάρη και τη σχεδίασε η σκηνογράφος, Λίλη Πεζανού.

InfoΓιάννης Τσαρούχης. Εικονογράφηση μιας αυτοβιογραφίας. Δεύτερο Μέρος (1940-1989) | Μουσείο Μπενάκη