Στη ζωή του Χαλεπά, που γεννήθηκε σαν σήμερα στον Πύργο της Τήνου το 1851, το φως και το σκοτάδι εναλλάσονταν στη θέση του νικητή και του χαμένου σταθερά και μοιραία, πλάθοντας δεξιοτεχνικά – όπως ο ίδιος σμίλευε τα έργα του – τον προσωπικό του μύθο.

Το αέναο αυτό παιχνίδι μεταξύ απομόνωσης και θριάμβου, ευτυχίας και δυστυχίας, δημιουργίας και καταστροφής “χάραξε” τον Χαλεπά. Αυτό φυσικά δεν στάθηκε εμπόδιο για να γίνει ένας “από τους ελάχιστους Έλληνες δημιουργούς που μπόρεσαν να δημιουργήσουν μια εντελώς προσωπική φόρμα, όπως ο Καβάφης, ο Καζαντζάκης και η Κάλλας”, όπως δήλωσε πρόσφατα ο Καθηγητής & Ιστορικός Τέχνης Μάνος Στεφανίδης για τον μεγάλο νεοέλληνα γλύπτη.

Η Μήδεια ΙΙΙ

Η Μήδεια ΙΙΙ

Ο πρωτοπόρος του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, γεννήθηκε όταν ο Βαν Γκογκ ήταν δύο ετών σε μια οικογένεια επιτυχημένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών, η φήμη των οποίων είχε φτάσει μέχρι τη Σμύρνη αλλά και το Βουκουρέστι, όπου συντηρούσαν υποκαταστήματα. Ο δημιουργός της “Κοιμωμένης” και του “Σάτυρου που παίζει με τον Έρωτα” ήταν το πρώτο από τα έξι παιδιά του Ιωάννη Χαλεπά – πετυχημένου αρχιτέκτονα, μαρμαρογλύπτη. Μοιραία θα ταυτίσει τις πρώτες του εικόνες με το μάρμαρο, το οποίο θα γίνει το μέσο για μια βαθιά, ιδιοσυγκρασιακή, διαχρονική και καθοριστική για την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού έκφραση.

Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα (1877)

Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα (1877)

Τι κι αν οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, ο ίδιος θα υπερασπιστεί με σθένος την επιλογή του να σπουδάσει γλυπτική και από το 1869 έως το 1872 θα δώσει όλη του την ενέργεια στο Σχολείον των Τεχνών (η μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), μαθαίνοντας τα μυστικά της τέχνης που ερωτεύτηκε δίπλα στον Λεωνίδα Δρόση. Το μεγάλο βήμα για την προσωπική του καλλιέργεια έρχεται το 1873, όταν μετακομίζει στο Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν. Ήταν, όμως, κι ένα βήμα αναζήτησης μιας ευρύτερης αποδοχής του ταλέντου ενός νεαρού αγοριού που ακόμα στα αυτιά του ηχούσε το «Δεν αξίζει σχεδόν τίποτα» της θείας του, όταν δεκαπέντε ετών είχε ολοκληρώσει ένα κωδωνοστάσιο στην κυκλαδίτικη αυλή σπιτιού του στην Τήνο.

Το παραμύθι της Πεντάμορφης

Το παραμύθι της Πεντάμορφης

Στο Μόναχο θα μάθει και θα δουλέψει με τα βασικά εργαλεία της κλασσικής γλυπτικής τέχνης, με την ισορροπία και το μέτρο, δημιουργώντας μια σειρά έργων που σφύζουν από ωριμότητα και καλλιτεχνικό πάθος, όπως “Το παραμύθι της Πεντάμορφης” και ο “Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα”, για τα οποία θα βραβευτεί. Παράλληλα, θα εκθέσει τα «Μ. Αλέξανδρος», «Κεφαλή Αθηνάς», «Αριάδνη κοιμώμενη», «Δάντης και Βεατρίκη», «Γαλακτοπώλης» & «Μήδεια», μέχρι που την καλλιτεχνική του φόρα και αναγνώριση θα κόψει η διακοπή της υποτροφίας και η αναγκαστική επιστροφή του στην Αθήνα το 1876.

«Υποθέτουμε ότι ο άλλος καλλιτέχνης που πήρε τη θέση του Χαλεπά, διέθετε τα προσόντα που απαιτούνται σε αυτές τις περιπτώσεις. Αυτά δεν αντισταθμίζονται ούτε με βραβεία, ούτε με επαίνους ξένων καθηγητών, όσο φημισμένοι και αν είναι. Έτσι λειτουργούσαν τα πράγματα τότε, έτσι λειτουργούν ακόμη και τώρα. Σε αυτό δεν έχουν αλλάξει ακόμα πολλά», γράφει στο δοκίμιο της η Λήδα Καζαντζάκη.

Η Κοιμωμένη

Η Κοιμωμένη

Με την επιστροφή του στην Αθήνα, ξεκινά να εργάζεται στο πατρικό εργοστάσιο, ενώ παράλληλα θα ανοίξει το δικό του εργαστήριο, στο οποίο θα δέχεται πολλές παραγγελείες και θα εργάζεται σχολαστικά ολημερίς και ολυνυχτίς για να τις φέρει εις πέρας. Τον πρώτο χρόνο της επιστροφής του θα ξεκινήσει να εργάζεται και για την “Κοιμωμένη”, ίσως το πιο διάσημο γλυπτό του, έργο που κόσμησε τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών και είναι το πρώτο μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους που αντιμετωπίζει κλινικά το θέμα του θανάτου. Για την “Κοιμωμένη” κέρδισε 6.000 δραχμές, ποσό που εκείνη την περίοδο αντιστοιχούσε με το ετήσιο εισόδημα ενός ανωτέρου υπαλλήλου.

Η Mεγάλη Aναπαυομένη

Η Mεγάλη Aναπαυομένη

Το φως της δημιουργικότητας θα αρχίσει σιγά σιγά να τρέμει, δίνοντας τη θέση του σ’ έναν βαθύ ψυχικό κλονισμό. Πληγωμένος από τον ανεκλπήρωτο έρωτά του για τη Μαριγώ Χριστοδούλου και βαθιά απογοητευμένος από το γεγονός ότι η πόρτα του εξωτερικού και μιας συνεπαγόμενης μεγαλύτερης φήμης και αποδοχής είχε κλείσει για τα καλά, στενεύοντας τον στη μικρή ελληνική αγορά που δεν ήταν ούτε έτοιμη αλλά ούτε και κατάλληλη να αναγνωρίσει το άπιαστο ταλέντο του, ο Χαλεπάς θα φλερτάρει με το σκοτάδι, την μελαγχολία και την υπερκόπωση.

Μετά από τρεις απόπειρες αυτοκτονίας, θα αρχίσει να καταστρέφει τα γλυπτά του, να τυλίγεται στη θλίψη και να τριγυρνάει μόνος στο δρόμο γελώντας δυνατά. Με προτροπή της οικογένειάς του, ενός μάλλον αυταρχικού πατέρα και μιας μάνας που ζούσε με τα ήθη της μικρής νησιωτικής κοινωνίας της εποχής, θα μεταβεί στην Ιταλία μαζί με τον αδερφό του με την ελπίδα η αλλαγή παραστάσεων να τον βοηθήσει.

Ο Χαλεπάς σε προχωρημένη ηλικία με την οικογένειά του

Ο Χαλεπάς σε προχωρημένη ηλικία με την οικογένειά του (Φωτό: Αρχείο ΕΡΤ)

Δέκα χρόνια μετά, το 1888, επιστρέφει στην Ελλάδα σε χειρότερη κατάσταση. Η περίοδος είναι δύσκολη και για την οικογένεια του, η οποία βιώνει μια δύσκολη οικονομική κατάσταση με την κατάρευση της φημισμένης τους επιχείρησης. Είναι τότε που ο πατέρας του θα πουλήσει το έργο του “Σάτυρος και Έρωτας” στον Καπαράνο σε εξεφτελιστική τιμή και έπειτα θα πάρει την απόφαση να τον κλείσει στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας, όπου οι γιατροί θα διαγνώσουν «άνοια». Είναι η ίδια χρονιά που ο ψυχικός κλονισμός χτυπά και τον Βαν Γκογκ!

Ο Χαλεπάς μαζί με τον Ζαχαρία Παπαντωνίου το 1927 έξω απ' το σπίτι του στην Τήνο

Ο Χαλεπάς μαζί με τον Ζαχαρία Παπαντωνίου το 1927 έξω απ’ το σπίτι του στην Τήνο

Οι δυο μεγάλοι καλλιτέχνες είχαν μια ταύτιση στην διαχρονική τελειότητα των έργων τους αλλά και στο σταθερό τους φλερτ με την τρέλα. Όπως, πολύ εύστοχα, θα παρατηρήσει και ο Μάνος Στεφανίδης στο βιβλίο του «Ιδιοφυία και τρέλα, Βαν Γκογκ, Χαλεπάς» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λάβρυς, «συγκρίνοντας το έργο τους, θέλω να σταθώ τόσο στη σημασία αυτού όσο και στο μέγεθος της προσφοράς τους. Επειδή και στους δύο τρόπος ζωής, καλλιτεχνικές επιλογές και αισθητική αναζήτηση ταυτίζονται απόλυτα. Σκέφτομαι πάλι πως πρώτα πρέπει να έχεις υποφέρει από την ασχήμια για να δικαιούσαι να ατενίσεις την ομορφιά στην πιο άγρια γυμνότητά της. Αλλιώς πρόκειται για οφθαλμαπάτη. Ούτως ή άλλως ποτέ δε συμφιλιωνόμαστε τελείως με την πραγματικότητα και η τέχνη με το δαιμονικό της παιχνίδι αποτελεί τη γέφυρα του μέσα με το έξω».

Το 1902, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του θα τον βγάλει από το ψυχιατρείο και θα τον φέρει στο πατρικό τους στον Πύργο, όπου για τους ντόπιους θα είναι “ο τρελός του χωριού”. Πεποισμένη ότι η γλυπτική ήταν η αιτία της τρέλας του, θα καταστρέψει κάθε προσπάθεια του ταλαιπωρημένου Χαλεπά να επανακάμψει στην γλυπτική μετά τα χρόνια της νοσηλείας του, κάνοντας κομμάτια τα έργα του. Ο Κώστας Παλαμάς στις 21-1-1915 θα γράψει στην Εφημερίδα Εμπρός ότι ο Χαλεπάς «απέμεινε ζωντανόνεκρος» βόσκοντας γίδια στον γενέθλιο τόπο του. Θα πρέπει να περιμένει μέχρι τον θάνατό της το 1916, προκειμένου να ασχοληθεί ξανά με την τέχνη του, ξεκινώντας μια δεύτερη καριέρα.

Η περίοδος που ξεκινά, η λεγόμενη “μεταλογική”, θα τον βρει να συμβαδίζει με τον μοντερνισμό και να εργάζεται μόνο με πηλό ή γύψο, χωρίς μοντέλα. Την περίοδο αυτή θα γεννηθούν «Η μεγάλη αναπαυόμενη», «Η μεγάλη ονειρευόμενη». Απεξαρτημένος από τον φόβο της αναγνώρισης και με την πείρα της βαθιάς ενδοσκόπησης στα χρόνια του ψυχιατρείου, ο Χαλεπάς είναι πιο αυθεντικός από ποτέ. 

Με τις ανηψιές του, Ευτυχία και Ειρήνη, τη δεκαετία του 1930

Με τις ανηψιές του, Ευτυχία και Ειρήνη, τη δεκαετία του 1930

Με προτροπή της ανιψιάς του Ειρήνης Χαλεπά, ο μεγάλος γλύπτης θα εγκατασταθεί μόνιμα στο σπίτι της στην Αθήνα το 1930. Η επιστροφή του στην Αθήνα συνοδεύεται με μια τεράστια αποδοχή του κόσμου, που τον αναγνωρίζει ως μια μεγάλη προσωπικότητα της τέχνης. Τρανό παράδειγμα, η επίσκεψή του στο Α’ Νεκτροταφείο προκειμένου να δει μετά από πολλά χρόνια από κοντά την “Κοιμωμένη”. Στον χώρο επικρατούσε το αδιαχώρητο και  χρειάστηκε η επέμβαση της αστυνομίας.

Ο Χαλεπάς επισκέπτεται την Κοιμωμένη του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών

Ο Χαλεπάς επισκέπτεται την Κοιμωμένη του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1938 θα αφήσει την τελευταία του πνοή, χτυπημένος από μια ημιπληγία που είχε νεκρώσει το δεξί του χέρι. Πίσω του άφησε περίπου 115 σωζόμενα έργα και πολλά σχέδια σε τετράδια.