Τον Γιώργο Σεβαστίκογλου οι περισσότεροι τον γνωρίζουν από την «Αγγέλα», έργο εμβληματικό του Νεοελληνικού θεάτρου. Όσοι τον έζησαν, μιλούν για το ήθος και την πνευματικότητά του και όσοι από εμάς τους τυχερούς πρόλαβαν άλλους, τότε συνοδοιπόρους του, μάθαμε ένα μέρος της μεγάλης μυθιστορηματικής ζωής του. Κυρίως μάθαμε τι σημαίνει πνευματικότητα της αριστεράς. Ο Σεβαστίκογλου ήταν αυτό ακριβώς, ένας αριστερός ιδεολόγος, ταπεινός, ηθικός, δίκαιος, ακέραιος. Σε αυτούς που θα συστήναμε σήμερα να διαβάσουν για τον Σεβαστίκογλου, είναι γιατί υπήρξε πρωτοπόρος του ελληνικού θεάτρου, συνοδοιπόρος των πιο λαμπρών μυαλών που έστησαν, αυτό που μέχρι σήμερα και μέσα από τις αρχές τους, αποκαλούμε «καλό θέατρο».

Από την Τασκένδη ως το Παρίσι κι απ’ το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου και το Λυκαβηττό ως τη Μόσχα και το θέατρο Βαχτάνγκοφ, η ζωή του σκηνοθέτη, θεατρικού συγγραφέα, μεταφραστή και δασκάλου ηθοποιών, Γιώργου Σεβαστίκογλου, αποτελεί ένα οδοιπορικό στην Ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Η θεατρολόγος Κωνσταντίνα Ζηροπούλου, στο βιβλίο «Γιώργος Σεβαστίκογλου: Αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής», ανασυνθέτει τη θεατρική διαδρομή του Γιώργου Σεβαστίκογλου, συνδέοντάς τη με την Ιστορία και τον απόηχό της, φωτίζοντας παράλληλα τη ζωή του, που υπαγορεύτηκε από μια βαθιά και ακέραιη πίστη σε ιδανικά και αξίες, απαλλαγμένη από σκοπιμότητες και συμφέροντα.

Αγγέλα, Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν

Αγγέλα, Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν

Μέσα από τα αποσπάσματα του βιβλίου επιχειρούμε να σκιαγραφήσουμε αποσπάσματα της πορείας του μέσα στο ελληνικό θέατρο:

Πρώτη γνωριμία με το θέατρο

Ο Γεώργιος-Λέανδρος Σεβαστίκογλου καταγόταν από μια μεσοαστική οικογένεια Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Γεννήθηκε στη συνοικία του Μουχλίου, στο Φανάρι, στις 12 Οκτωβρίου 1913, σχεδόν έναν χρόνο πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Το θέατρο αποτελούσε ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια της καλλιτεχνικής ζωής της πρωτεύουσας και ιδιαιτέρως της ελληνικής παροικίας, μέχρι το 1920, οπότε άρχισε να φθίνει. Πλήθος ελληνικών αλλά και ξένων θιάσων επισκέπτονταν την Κωνσταντινούπολη, προσφέροντας παραστάσεις όλων των ειδών (δράματα, κωμωδίες, μελοδράματα, οπερέτες κ.λπ.). Το κοινό ενημερωνόταν από τον Τύπο για τα διάφορα θεάματα, που μπορούσε να παρακολουθήσει είτε στα θέατρα είτε σε καφωδεία και κινηματογράφους. Παράλληλα, λειτουργούσαν στην Πόλη ελληνικοί ερα­σιτεχνικοί θίασοι, ενώ διοργανώνονταν επίσης διάφοροι θεατρικοί διαγωνισμοί.

Η πρώτη μεταφραστική δουλειά

«Η πρώτη μεταφραστική μου δουλειά ήταν σε ηλικία 8-9 ετών. Έπαιρνα ένα γαλλικό περιοδικό που είχε μέσα ένα μυθιστόρημα, σε μορφή κάτι σαν τα σημερινά τα κόμικς. Το μετέφραζα από τα γαλλικά και για να το κρύψω απ’ τη μάνα μου κι απ’ τον πατέρα μου το έκρυβα μέσα σε μία σκούρα κανάτα, που είχαμε πάνω στο ράφι. […] Η πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά ήταν πάλι μέσα απ’ αυτό το περιοδικό. Περιέγραφε κάτι περιπέτειες από την Αφρική. Πήγαινα, λοιπόν, στον κήπο που είχαμε πίσω από το σπίτι και τις σκηνοθετούσα. Έστηνα αντίσκηνα, προσπαθούσα να μιμηθώ λιοντάρια, ελέφαντες – τα έπαιζα, βέβαια, όλα εγώ […]. Πριν φύγουμε από την Κωνσταντινούπολη, θα ήμουν ακόμη 10 χρονών, και θυμάμαι ότι έβγαλα ένα δικό μου περιοδικό. Δηλαδή ένα τετράφυλλο σχολικό τετράδιο, που είχε μέσα ένα ποίημα που είχα γράψει, ένα άλλο ποίημα που είχα διαβάσει και μου είχε αρέσει, κάποιο καλλιτεχνικό γεγονός, κανένα ανεκδοτάκι, δε θυμάμαι αν είχε και τίποτα άλλο… πάνε 60-70 χρόνια από τότε. […] Το περιοδικό αυτό το πουλούσα στους φίλους μου. Έβγαζα δυο τρία αντίτυπα και η πληρωμή ήταν σε βότσαλα, παράξενα βότσαλα. Όσο πιο παράξενα ήταν τόσο ανέβαινε η τιμή τους. Το σπίτι μας στην Κωνσταντινούπολη ήταν παραθαλάσσιο και, όπως όλα τα παιδιά, μαζεύαμε βότσαλα στην ακροθαλασσιά. Όταν σου λέω βέβαια ότι το πουλούσα, εννοώ σε έναν δυο φίλους και συμμαθητές μου».

Ο Κάρολος Κουν με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου

Ο Κάρολος Κουν με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου

Το πρώτο θεατρικό έργο

Είχα γράψει το πρώτο μου θεατρικό έργο. Φυσικά, δεν παίχτηκε ποτέ. Κόκκινη κλωστή δεμένη ήταν ο τίτλος του. Ήταν ένα παραμυθόδραμα, κάτι τέτοιο. Και εκεί πάλι –βρήκα τα χειρόγραφα τώρα τελευταία– έγραφα: «Η σκηνή άδεια. Μες τη μέση ένα δέντρο, ένα δέντρο ξερό μάλιστα». […] Αυτή ήταν καθαρά μια δική μου διάθεση για αφαίρεση. Δεν υπήρχαν σχολές τότε, τίποτα. Άλλωστε οι σκηνοθέτες της γενιάς μου ήταν οι περισσότεροι αυτοδίδακτοι. Εγώ, φυσικά, είχα την τύχη να συνεργάζομαι με τον Κουν από την αρχή. Και ο Κουν μας μετέδωσε πολλά […], αλλά αυτή η ιδέα για την αφαίρεση ήταν εντελώς αυθόρμητη, δικιά μου.

Η συνεργασία με τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης

Την περίοδο που βρισκόταν στο μέτωπο μετέφραζε, από τα αγγλικά, θεατρικά έργα για τον Κάρολο Κουν. Η συνεργασία τους είχε αρχίσει ήδη από τις παραμονές του πολέμου, όταν ο Κουν σκηνοθετούσε για το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Αναφέρει ο ίδιος στον Γιάννη Κακλέα: Του παρουσιάστηκα στο θέατρο, που βρισκόταν με τη Μαρίκα, κι εκείνος [ο Κουν] μου ανέθεσε να μεταφράσω το Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος του Μπέρναρντ Σο. Δίχως να μου τάξει αν θα το ανέβαζε, με ποιους και πότε. Έργο-μαμούθ σε όγκο και «αντιθεατρικότητα», όπως μου φαινόταν τότε. Στρώθηκα στη δουλειά και το μετέφρασα σε χρόνο που –όπως μου είπε ο ίδιος– υποπτεύτηκε πως το είχα έτοιμο, μισομεταφρασμένο, κι απλώς το «χτένισα». Μάλιστα για να με δοκιμάσει μου έδωσε, αμέσως μετά, λίγες μέρες πριν την κήρυξη του πολέμου, να μεταφράσω το Άνθρωποι και ποντίκια, τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Στάινμπεκ – ό,τι πιο αντίθετο από τον εγκεφαλικό Υπεράνθρωπο του Σο. Έφυγα για το μέτωπο με το βιβλίο στην τσέπη. Κι από εκεί του μηνούσα πως μάζευα λέξεις και λαϊκές εκφράσεις για τη μετάφρασή μας.

Γιώργος Σεβαστίκογλου και Άλκη Ζέη

Γιώργος Σεβαστίκογλου και Άλκη Ζέη

Η γνωριμία του με τη σύντροφο της ζωής του, Άλκη Ζέη

Όταν τέλειωσε η παράσταση, πάλι άφησα τις άλλες να μαζέψουν κι έφυγα με τον Γκάτσο και τον Σεβαστίκογλου, τον Γιώργο, γιατί μου είπε να τον λέω Γιώργο. […]

– Πού μένεις; με ρώτησε.
– Πλατεία Αγάμων.
– Τι ωραία, κι εγώ. […] Πάμε λοιπόν μαζί.

Προσπαθούσα να συντονίσω το βήμα μου. Τα δικά του ήτανε τεράστια. Το πρόσεξε και γέλασε.

– Σε ξεθέωσα, πάω γρήγορα. Ξέρεις, ήμουνα αθλητής. Άλμα εις ύψος. Θα έπαιρνα μέρος και σε διεθνείς αγώνες στη Ρουμανία λίγο πριν από τον πόλεμο, στραμπούληξα όμως το πόδι μου. Και ήθελα μετά μανίας να πάω, είχα ερωτευτεί μια Ρουμάνα που γνώρισα στην Αθήνα. […] Σκέψου πως όταν ήμουνα έφεδρος αξιωματικός στην Κέρκυρα το ’σκασα από το στρατόπεδο για να τη δω που είχε έρθει στην Ελλάδα. Τρελός. Έτσι με λέγανε οι φίλοι μου.

Γιατί μου τα λέει όλα αυτά; Δεν σταματάει να μιλάει.

– Έπαιζα και ποδόσφαιρο. ΑΕΚ φανατικός. Τερματοφύλακας.

Κατάλαβε, φαίνεται, πως παραμίλησε και με ρωτάει:
– Εσύ κάνεις κανένα σπορ;
– Ναι, κουτσό, λέω κακιωμένα.
– Μ’ αρέσει που έχεις χιούμορ, φάνηκε και στο έργο σου.

Μια αφήγηση του Λυκούργου Καλλέργη για το θέατρο στην κατοχή

Το 1942, μέσα στη μεγάλη πείνα και την αθλιότητα της Κατοχής, με τις εκτελέσεις και τους Γερμανούς πάνω απ’ τα κεφάλια μας, ιδρύθηκε το Θέατρο Τέχνης για να υπηρετήσει την τέχνη του θεάτρου, με αισιοδοξία για το μέλλον. Βλέπετε, μέσα απ’ αυτή την αθλιότητα υπήρχε μία αισιοδοξία για το μέλλον· ότι το μέλλον θα είναι δικό μας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα άρχισε το Θέατρο Τέχνης. Με τη συμμετοχή του στον ιδρυτικό πυρήνα του Θεάτρου Τέχνης ο Σεβαστίκογλου ανέλαβε παιδαγωγικά καθήκοντα, στο πλαίσιο της σχολής του θεάτρου.

Στον επετειακό τόμο-αφιέρωμα για τα 25 χρόνια του θεάτρου ο Κουν έγραψε:

Ονειρευόμασταν ένα θέατρο λυτρωμένο από το ταμείο, τους βεντετισμούς, την ταπεινή κολακεία του κοινού· ένα θέατρο αφιερωμένο στα άξια έργα και στην άξια ερμηνεία τους· ένα θέατρο-θρησκεία που θα πλούτιζε ψυχικά τους μύστες του και το κοινό… Οι δρόμοι πολλών από μας χώρισαν, αργότερα. Όμως –πιστεύω– ο καιρός εκείνης της αγνής λατρείας άφησε μέσα μας ακριβές και ακατάλυτες ρίζες. […]  Ο Γ. Σεβαστίκογλου, μακρύς-μακρύς και πιο λιανός απ’ το σκελετό των γυαλιών του, να ψάχνει αδιάκοπα για ιδιωματισμούς και λαϊκές εκφράσεις…

Έτοιμοι για το Ματαρόα, μια αφήγηση της Άλκης Ζέη

Μας μήνυσε η Τατιάνα Μιλλιέξ πως θέλει να δει τον Γιώργο και μένα. […] Μας έβαλε να ορκιστούμε πως ό,τι μας έλεγε δεν θα το λέγαμε πουθενά. […] Η περιέργειά μας έφτασε στο κατακόρυφο. Τότε εκείνη μας είπε πως ο Μερλιέ, ο διευθυντής της Γαλλικής Ακαδημίας, και ο Ροζέ [Μιλλιέξ] φρόντισαν να δοθούνε υποτροφίες από τη γαλλική κυβέρνηση σε καλλιτέχνες και επιστήμονες να σπουδάσουν ή να μετεκπαιδευτούν στο Παρίσι. Οι περισσότεροι ήταν αριστεροί. Ύστερα αγκάλιασε τον Γιώργο, να τον σκάσει. […]

– Πρέπει να παντρευτείτε, γιατί μαζί σου δεν θα μπορεί να ταξιδέψει η Άλκη. Αλλά να έρθει να σε βρει αργότερα. Για να μείνετε μαζί στο φοιτητικό σπίτι πρέπει να είναι γυναίκα σου.
– Να το πω στο κόμμα; ρωτάει δισταχτικά ο Γιώργος.
– Όχι βέβαια. Μόνο όταν ανακοινωθεί επίσημα.

Σηκώθηκε να φύγει και στην πόρτα χαμογέλασε πονηρά.
– Περιμένω κουφέτα και γρήγορα.

Έφυγε η Τατιάνα και μείναμε να κοιταζόμαστε με τον Γιώργο άφωνοι. Να βρεθούμε στο Παρίσι, οι δυο μας. Ο Γιώργος να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής του: να σπουδάσει θέατρο! Αγκαλιαστήκαμε και μας ήρθε να χορέψουμε.

Η εξορία στην Τασκένδη, μια μαρτυρία της Άλκης Ζέη

Η Τασκένδη ήταν μία περίεργη πόλη. Είχε μια λεωφόρο με πάρα πολύ ψηλά δέντρα, που τρέχανε ρυάκια με νερά στο πλάι. Είχε ένα τεράστιο θέατρο, το κτίριο της όπερας σε στιλ αραβικό κι είχε και τα ουζμπέκικα σπίτια, που ήταν πλίνθινα με κήπους. Εμείς μέναμε στην οδό Τσέχοφ. Σήμερα της έχουν αλλάξει ονομασία. Πήγε η κόρη μου να βρει το σπίτι μας και δεν μπόρεσε να βρει τίποτα. […] Η ζωή στην Τασκένδη ήταν δύσκολη. Ήμασταν όμως νέοι και όλοι μαζί παρέα και περνούσε πιο ελαφρά. Να φανταστείς ότι, όταν γέννησα, μαζευτήκανε δεκαπέντε άνθρωποι έξω από το μαιευτήριο.

Η εξορία στη Μόσχα

Η οικογένεια Σεβαστίκογλου εγκαταστάθηκε στη Μόσχα το 1956. Η Μόσχα την εποχή εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη βιομηχανική και επιστημονική ανάπτυξη. Πρωτεύουσα και διοικητικό κέντρο πολυεθνικού κράτους, λειτουργούσε και ως σημείο συνάντησης της ρωσικής με τη σοβιετική κουλτούρα, όπου είχαν την έδρα τους πλήθος από ερευνητικά ινστιτούτα, πανεπιστημιακά ιδρύματα, ακαδημίες, μουσεία, βιβλιοθήκες. Η ρωσική θεατρική κουλτούρα επέδρασε σημαντικά στο μετέπειτα συγγραφικό και σκηνοθετικό έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου, αφού στη σοβιετική πρωτεύουσα έζησε, έγραψε και δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά σχεδόν για μια δεκαετία (1956-1965).

Αγγέλα

Η Αγγέλα ανεβαίνει στο Βαχτάνγκοφ

Ο Ρούμπεν Σιμόνοφ επέλεξε το 1958 για το δραματολόγιο του Βαχτάνγκοφ την Αγγέλα. Ήταν ο πρώτος που διέκρινε τις αρετές του έργου και τόλμησε να το παρουσιάσει, αν και ήταν ενός άγνωστου στη Μόσχα Έλληνα συγγραφέα. Την ίδια θεατρική περίοδο στο Θέατρο Τέχνης παιζόταν η Άμαξα του Λεόνοφ, ενώ την επόμενη χρονιά ανέβηκε στο Θέατρο Βαχτάνγκοφ το έργο του Αρμπούζοφ. Μια ιστορία απ’ το Ιρκούτσκ. Σε συνέντευξή του σε ρωσική εφημερίδα της εποχής μάλιστα ο Σιμόνοφ ανέφερε: Είμαι ευτυχής που το θέατρό μας ανέβασε το έργο του Γ. Σεβαστίκογλου. Τον θεωρώ ταλαντούχο συγγραφέα και εκτιμώ πολύ το έργο του. Έχει όλα τα λαϊκά στοιχεία, την αγνότητα, την ειλικρίνεια, το ρεαλισμό, τους ζωντανούς χαρακτήρες, την ευαισθησία, τη φαντασία, το πάθος και, πάνω απ’ όλα, μιλάει στις καρδιές των ανθρώπων. […] Περιμένω καινούργιο θεατρικό του έργο. Του έχω προτείνει να κλείσουμε μια συμφωνία για περαιτέρω δημιουργική συνεργασία.

Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου έγραψε για την πρώτη του εμπειρία από την Επίδαυρο:

Η μεγαλύτερή μου εμπειρία και η πιο συγκλονιστική, ήταν η δουλειά που έκανα με το Εθνικό θέατρο: ο Ορέστης στην Επίδαυρο. Το γεγονός ότι ανέβασα έργο στην Επίδαυρο, είναι για μένα κάτι… που δεν το βρίσκεις συχνά στη ζωή σου […]. Εκεί, στην Επίδαυρο, δοκίμασα και όσα έχω πει ως τώρα σχετικά με την τραγωδία. Τι υπήρξε δηλαδή η τραγωδία για μένα, τι υπήρξε στο κοινό, η διασκευή σχεδόν του έργου. Εκεί δοκίμασα την επαφή με το κοινό και ιδιαίτερα αυτή τη λιτότητα, για την οποία μιλούσα ήδη από πολύ νέος, και που νομίζω ότι οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαία τραγωδία.

Info: Παρουσίαση του βιβλίου «Γιώργος Σεβαστίκογλου, Αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής», Κωνσταντίνα Ζηροπούλου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο | Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016, στις 18:30 | Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν