Του τηλεφωνώ ένα απόγευμα και τον πετυχαίνω στην παραλία, σ’ ένα διάλειμμα από τις πρόβες για τις κατά Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο “Θεσμοφοριάζουσες” του Αριστοφάνη που ανεβαίνουν στην Επίδαυρο. Ο Γιώργος Χρυσοστόμου ακουγόταν πολύ ήρεμος στην άλλη άκρη της γραμμής. Παρά ταύτα, όπως θα μου πει αργότερα, η ανασφάλεια είναι πάντα δεδομένη και παρούσα. Για να πω την αλήθεια, λαμβάνω ως κλισέ αυτή του την απάντηση, μέχρι να προχωρήσει η συζήτηση και να αντιληφθώ ότι πίσω απ’ τον αέρα αυτοπεποίθησης που δείχνει να εκπέμπει η παρουσία στην σκηνή, η αίσθηση που μου δίνει κάθε φορά που τον βλέπω στο θέατρο ότι παίζει σαν να αυτό-σκηνοθετείται, επιβάλλοντας – σχεδόν απολυταρχικά – τον δικό του προσωπικό κώδικα πάση θυσία, κρύβεται ένας άνθρωπος που δεν έχει επαναπαυτεί στο προφανές ταλέντο του και τις μεγάλες επιτυχίες του παρελθόντος. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος, πλέον δεν κυνηγάει ρόλους. Μόνο ανθρώπους. 

Κάνουμε τρεις μήνες πρόβες για τις Θεσμοφοριάζουσες. Αν με ρωτάς, η ανασφάλεια είναι πάντα παρούσα. Δεν μπορώ να με δω απέξω για να ξέρω αν είμαι καλός ή κακός, τι πρέπει να διορθώσω, να αλλάξω, να προσέξω. Φυσικά οι συμβουλές του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είναι πολύτιμες αλλά πάντα καμία παράσταση δεν είναι περίπατος. Από την άλλη, δεν θέλω να φτάσω στο σημείο να το βρω, θέλω να ψάχνω τους ρόλους μου μέχρι την τελευταία παράσταση. Αναμένω με περιέργεια την αντίδραση του κόσμου.

Αυτό που με εξιτάρει περισσότερο σ’ αυτή την παράσταση είναι ότι ερμηνεύω δύο ρόλους, του Αγάθωνα και του Τοξότη. Δεν το έχω ξανακάνει και έχει μια ξεχωριστή μαγεία. Μιλάμε για δύο εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους. Πιστεύω ότι αυτό είναι το δέλεαρ. Να είμαι παρών και στους δύο, να ψάξω να βρω τα διαφορετικά που υπάρχουν μέσα μου και μπορώ να τα εναποθέσω στον έναν και στον άλλον. Το κείμενο σαν κείμενο δεν θα έλεγα ότι μπορεί να με εξιτάρει. Όσο σπουδαίο και να είναι, μιλάμε για ένα έργο γραμμένο δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, που εν πολλοίς δεν αντιστοιχεί στην κοινωνία του τώρα.

«Θα μου άρεσε η Επίδαυρος να μεταβάλει το πρόγραμμα της στο μέλλον και να μη μείνει καταδικασμένη στις αρχαίες κωμωδίες και τραγωδίες»

Με τις τραγωδίες είναι πιο εύκολο να συνδεθεί το κοινό. Εκεί υπάρχει πάντα μια πάλη του καλού με το κακό, του δίκαιου με το άδικο, του πολέμου και της ειρήνης, η οποία υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Με τον Αριστοφάνη είναι πιο δύσκολο να έρθεις κοντά γιατί έχει γράψει κάτι που ήταν αστείο τότε, όχι τώρα. Πέραν του ποιητικού λόγου, δεν υπάρχει κάτι τόσο ισχυρό που μπορεί να σε κάνει να φύγεις από το θέατρο και να έχεις ανοίξει μια νέα σελίδα στον τρόπο σκέψης σου, όπως γίνεται στην τραγωδία. Γι’ αυτό και κάθε χρονιά οι σκηνοθέτες έχουν το άγχος να τον φέρουν στο σήμερα, να τον κάνουν επίκαιρο.

Στη δική μας παράσταση, δεν θα έλεγα ότι επιχειρούμε μια μοντέρνα εκδοχή της κωμωδίας. Κάνουμε ένα σχόλιο στο αρχαιοπρεπές. Τα κοστούμια που έχει φτιάξει ο Άγγελος Μέντης είναι για μένα το μισό έργο. Να σκεφτείς ότι το κοστούμι του δεύτερου ρόλου μου μου έδειξε τον ρόλο. Πάλευα για καιρό στις πρόβες να τον ανακαλύψω, να βρω τους κώδικες με τους οποίους θα μπορούσαμε να συνδεθούμε, να φτιάξω τη μορφή του, μέχρι που είδα το κοστούμι και αμέσως κατάλαβα πως πρέπει να τον ερμηνεύσω. Ήταν σαν να μου άνοιξε ένα παράθυρο στο φως.

«Η σχέση με το άλλο φύλο είναι ένα ατέλειωτο πεδίο σύγκρουσης»

Θα μου άρεσε η Επίδαυρος να μεταβάλει το πρόγραμμα της στο μέλλον και να μη μείνει καταδικασμένη στις αρχαίες κωμωδίες και τραγωδίες. Θα ήταν ωραίο να δούμε κι άλλα έργα σ’ αυτό το θέατρο, πιο σύγχρονα. Δεν λέω να μην ανεβαίνουν καθόλου παραστάσεις αρχαίου δράματος, αλλά θα είχε ενδιαφέρον να υπάρξει ένα πρόγραμμα που θα φιλοξενούσε Σαίξπηρ, Μολιέρο και πιο σύγχρονους συγγραφείς δίπλα στον Ευριπίδη και τον Αριστοφάνη. Αυτό το περιβόητο άβατο δεν το υποστηρίζω.

Στις Θεσμοφοριάζουσες ο Αριστοφάνης κάνει ένα μεγάλο σχόλιο για την κόντρα των δύο φύλων. Νομίζω ότι από αυτή την πάλη ξεκίνησε ο κόσμος κι αυτή θα είναι η αιτία που θα πάψει να υπάρχει. Για να ενωθείς πρέπει να συγκρουστείς. Αυτό είναι νόμος. Την έχουμε ανάγκη, όμως, αυτή την διαμάχη. Αν δεν υπάρξει ηλεκτρισμός πώς θα ενωθεί το ένα κομμάτι με το άλλο; Η σχέση με το άλλο φύλο είναι ένα ατέλειωτο πεδίο σύγκρουσης, στο κυνήγι της πολυπόθητης ουσιαστικής επαφής.

Δεν θα έλεγα ότι αυτό-σκηνοθετούμαι στη σκηνή. Ακούω πάντα με προσοχή τις οδηγίες του εκάστοτε σκηνοθέτη και προσπαθώ να βρω τη χρυσή τομή ανάμεσα στις δικές μου και τις δικές του επιθυμίες για το πού θα οδηγήσουμε τον ρόλο. Όση σκηνική εμπειρία και να έχεις, ποτέ δεν είσαι απόλυτος κύριος των πραγμάτων. Η έξω κριτική είναι πολύτιμη, γιατί στο δια ταύτα φέρνει κι έναν έλεγχο της κατάστασης.

Τελευταία έχω ανακαλύψει πόσο ωραίο είναι να συνεννοείται κανείς με τους άλλους. Ακόμα και μέσα από τη σύγκρουση, όταν επιδιώκεις να βρεις ένα ουσιαστικό πεδίο επαφής και επικοινωνίας, θα το βρεις. Δεν νομίζω πως είμαι τόσο ασυμβίβαστος. Οι επιλογές μου και η ζωή με έχουν φέρει κοντά με ανθρώπους που θέλω να υπάρχω μαζί τους. Και το αντίθετο, όμως, να συμβεί ξέρεις ότι κάποια στιγμή η παράσταση θα τελειώσει και ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του. Το ψυχοφθόρο είναι να έχεις δεθεί πολύ με έναν συνάδελφο και όταν τελειώνει η παράσταση να πρέπει να τον αποχωριστείς. Αυτό είναι ένα μικρό πένθος.

«Οι ρόλοι έρχονται και με βρίσκουν την κατάλληλη χρονική στιγμή προκειμένου να ξορκίσουν πράγματα της προσωπικής μου ζωής»

Δεν κυνηγάω ρόλους, κυνηγάω ανθρώπους. Δεν ονειρεύομαι ρόλους, μόνο συνεργασίες. Προτιμώ να έρχονται και να με βρίσκουν εκείνοι γιατί πολλές φορές, όταν σκέφτεσαι επίμονα έναν ρόλο, η πραγματικότητα έρχεται και στα ανατρέπει όλα. Λες θέλω να παίξω Άμλετ – που δεν θέλω –  και όταν έρχεται η συγκυρία και φτάνεις να τον συναντήσεις στη σκηνή, βλέπεις ότι δεν μπορείς να το κάνεις, ότι το ένστικτο σου σε εξαπάτησε ή ότι η επιθυμία σου ήταν απλά ένα καπρίτσιο. Προσπαθώ να δείχνω στον χώρο ότι μπορώ να κινούμαι στα διάφορα είδη με προσήλωση και αφοσίωση, ανοίγοντας την παλέτα μου όσο πιο πολύ γίνεται για να έχουν και περισσότερες επιλογές οι σκηνοθέτες. Του χρόνου, ας πούμε, επέλεξα να κάνω κάτι δραματικό γιατί τα τελευταία χρόνια το έχω πάρει μονότερμα με την κωμωδία. Θα είμαι στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, όπου θα ανεβάσουμε το «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» σε σκηνοθεσία πάλι του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Δεν ξέρω αν είμαι τυχοδιώκτης, αφήνω όμως πολλά πράγματα στη μοίρα τους. Με το θέατρο και τα έργα έχω μια σχεδόν μεταφυσική σχέση. Οι ρόλοι έρχονται και με βρίσκουν την κατάλληλη χρονική στιγμή προκειμένου να ξορκίσουν πράγματα της προσωπικής μου ζωής.

Η καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι μια ζούγκλα. Υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί και λίγες σκηνές. Εκ των πραγμάτων αναγκάζεσαι να είσαι ανταγωνιστικός, είναι θέμα επιβίωσης. Προσωπικά προσπαθώ να μηδενίζω τον εαυτό μου. Δεν υπολογίζω επιτυχίες και βραβεία. Αυτά ήρθαν, καλώς υπήρξαν αλλά δεν μιλάμε για κάτι καταγεγραμμένο. Κάποια στιγμή και η μεγαλύτερη επιτυχία θα ξεχαστεί, αν δεν μπεις σε μια διαδικασία να είσαι συνεχώς σε επαγρύπνηση και να αλλάζεις. Το χειρότερο μου είναι να έρθει κάποιος και να μου πει ότι κάνω μία από τα ίδια.

Info:

«Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη / Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος / 27 & 28 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 
Δείτε εδώ το πρόγραμμα της περιοδείας