«Ζω στη μνήμη του Tistad», έγραφε η Γκρέτα Γκάρμπο σε μια από τις 36 επιστολές που βγαίνουν σε δημοπρασία από τον Οίκο Σόθμπις και βλέπουν για πρώτη φορά τα φώτα της δημοσιότητας. Η Γκρέτα Γκάρμπο επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον Count Nils Wachtmeister και τη σύζυγό του Hörke στο σπίτι τους, στο Κάστρο Tistad, νότια της Στοκχόλμης, για να γιορτάσει την Πρωτοχρονιά του 1929. Έγιναν φίλοι και η Γκάρμπο επέστρεφε συχνά στο κάστρο τους σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30.

Στα γράμματά της αντιπαρατίθενται συχνά η ειδυλλιακή υγιής αγροτική ζωή στο Tistad με την απομόνωση και τη δυστυχίας της παγιδευμένης στην εικόνα της σταρ και αντανακλούν την επιθυμία της να αποφύγει την κινηματογραφική της ταυτότητα.

Ανάμεσα στα γράμματα, υπάρχει ένα στο οποίο υπογράφει ως «Κλόουν», δυο υπογεγραμμένα και με σκίτσα γυναικών και πολλά στα οποία γράφει επανειλημμένα για τη μοναξιά, την κατάθλιψη και την κακή της την υγεία, την αγάπη της σουηδικής υπαίθρου. Ένα από τα πιο μοναχικά, σχεδόν ακατανόητα αστέρια του Χόλιγουντ, η Γκάρμπο υπέφερε κυριολεκτικά από κακές σχέσεις στα πλατό, έλλειψη αυτοπεποίθησης, απογοητεύσεις από τις κινηματογραφικές της αποτυχίες. Η Γκάρμπο έπληττε και δεν μπόρεσε ποτέ να συμβιβαστεί και να απολαύσει τη ζωή της σταρ, ενώ στις επιστολές διατυπώνει την επιθυμία της να ξεφύγει από την κινηματογραφική βιομηχανία.

Στο Grand Hotel του 1932, η Γκάρμπο ψιθύρισε την αξέχαστη ατάκα «θέλω να είμαι μόνη» και δεν ξέφυγε ποτέ από αυτή. Τα γράμματα δείχνουν την πικρή μοναξιά της, ενώ από το Μπέβερλι Χιλς γράφει: «Είμαι σχεδόν πάντα μόνη και μιλάω στον εαυτό μου. Οδηγώ στην παραλία και κάνω βόλτα και αυτό είναι πάντα θαυμάσιο. Αλλά μέχρι εκεί».

Περισσότερες από 100 σελίδες γραμμένες σε φτηνό χαρτί, πολλές από αυτές ανυπόγραφες, μαρτυρούν την ακραία επιθυμία της να παραμείνει στη σκιά, έξω από το προσκήνιο, με ένα σχεδόν αφόρητο βάθος θλίψης και μοναξιάς να διαποτίζει τα γράμματα. «Σκεφτόμουν μια ταινία που θα προσπαθούσα να φτιάξω, αλλά εγώ δεν ξέρω. Ο χρόνος αφήνει τα μικρά του ίχνη του στα πρόσωπα και τα σώματά μας», γράφει σε άλλο γράμμα του 1945.

Η Γκρέτα Γκάρμπο γεννήθηκε στη Σουηδία και από 14 ετών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να πάει να δουλέψει. Η πρώτη της δουλειά ήταν σε ένα κουρείο, όπου ήταν υπεύθυνη να ετοιμάζει τον αφρό για το ξύρισμα. Αργότερα έγινε υπάλληλος στο πολυκατάστημα PUB στη Στοκχόλμη, όπου εργάστηκε ως μοντέλο στις διαφημίσεις του πολυκαταστήματος που προορίζονταν για τις εφημερίδες.

Από το 1922 μέχρι το 1924, η Γκάρμπο φοίτησε στο περίφημο Βασιλικό Δραματικό Θέατρο της Στοκχόλμης. Όσο ήταν εκεί, συνάντησε το σκηνοθέτη Μορίτζ Στίλερ. Την εκπαίδευσε στις κινηματογραφικές τεχνικές υποκριτικής, της έδωσε το καλλιτεχνικό της όνομα ‘Γκρέτα Γκάρμπο’. Ο Λούις Μπ. Μάγερ έφερε τον Στίλερ και τη Γκάρμπο στη Metro-Goldwyn-Mayer, στην Αμερική. Η Γκάρμπο ήταν αληθινά εγκλωβισμένη, καθώς τα συμβόλαια της επιοχής δεν επέτρεπαν στους σταρς, κυριολεκτικά να κάνουν ούτε βήμα. Η MGM αρνήθηκε να επιτρέψει στην Γκάρμπο να παρακολουθήσει την κηδεία της αδερφής της στη Σουηδία. Κατάφερε να επιστρέψει μόνο το 1928 για μια επίσκεψη.

Παρ’ όλες τις προσπάθειές της να ξεφύγει από τη δημοσιότητα, ψηφίστηκε «καλύτερη ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου του αιώνα» (με τη συμπατριώτισσά της Ίνγκριντ Μπέργκμαν να αναδεικνύεται «καλύτερη ηθοποιός του ομιλούντος κινηματογράφου») το 1950 και ανακηρύχθηκε η ομορφότερη γυναίκα που έζησε ποτέ από το Βιβλίο Γκίνες. Το 1953, αγόρασε ένα διαμέρισμα με εφτά δωμάτια στη Νέα Υόρκη, στην 52η Λεωφόρο, όπου έζησε για το υπόλοιπο της ζωής της.

Κατά καιρούς θα βρισκόταν με τις πιο διάσημες προσωπικότητες της παγκόσμιας υψηλής κοινωνίας, όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης και ο φωτογράφος Σεσίλ Μπητόν αλλά, γενικά, επέλεξε να ζήσει απομονωμένη ζωή. Ήταν γνωστή για τους μεγάλους περιπάτους της στους δρόμους της Νέας Υόρκης ντυμένη απλά και φορώντας τεράστια γυαλιά ηλίου, αποφεύγοντας πάντα τα αδιάκριτα βλέμματα, τους παπαράτσι και την προσοχή των μίντια. Η Γκάρμπο έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε απόλυτη απομόνωση. Έχοντας επενδύσει πολύ σοφά, ειδικά σε διαφημιστικά αγαθά κατά μήκος της εμπορικής οδού Rodeo Drive στο Μπέβερλι Χιλς, ήταν γνωστή για την ολιγάρκειά της και ήταν ιδιαίτερα εύπορη.

Πέθανε στο Νοσοκομείο της Νέας Υόρκης στις 15 Απριλίου 1990, σε ηλικία 84 ετών, ως συνέπεια πνευμονίας και νεφρικής ανεπάρκειας. Αποτεφρώθηκε και, μετά από μακρά δικαστική μάχη, οι στάχτες της ενταφιάστηκαν στο νεκροταφείο Skogskykogárden στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Στοκχόλμη.

Τα γράμματα της Γκρέτα Γκάρμπο δημοπρατούνται στους Σόθμπις του Λονδίνου, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: ©Beaton