Μετά το ’10, το ’11, το ’12, το ’13, το ’14, το ’15 και το ’16, για όγδοη συνεχή φορά το τοπ τεν της στήλης, που αφορά ταινίες που πρωτοπροβλήθηκαν στην Ελλάδα μέσα στο ημερολογιακό έτος. Ας ξεκινήσουμε, όπως πάντα, σε αντίστροφη μέτρηση, αλλά όχι πριν αποδώσουμε δέκα ακόμη εύφημες μνείες, σε ταινίες που άλλες παραλίγο να χωρέσουν στη δεκάδα, άλλες ακόμη κι αν δεν ήταν συνολικά για δεκάδα, αφήνουν πάντως πίσω τους ένα πεισματάρικο συναισθηματικό χνάρι: Στο “Τhe Florida Project” του Σον Μπέικερ, το “Moonlight” του Μπάρι Τζένκινς και το “Good Time” των αδελφών Σάφντι για την επιδραστικότατη τρυφερότητα με την οποία φιλμάρουν κουρέλια που τραγουδούν ακόμα στην πίσω πλευρά του αμερικάνικου ονείρου, στην «Άλλη Όψη της Ελπίδας» του Άκι Καουρισμάκι γιατί μιλά με τον μοναδικό του τρόπο για θέματα όπως το προσφυγικό που άλλοι δημιουργοί δεν τολμούν να αγγίξουν ακόμα και στην «Όψη της Σιωπής» του Τζόσουα Οπενχάιμερ που σε συνέχεια του αριστουργηματικού “Τhe Act of Killing” μιλά για μια αποσιωπημένη μαζική θηριωδία, στο “Baby Driver” του Έντγκαρ Ράιτ για το οργιαστικό πρώτο του δεκάλεπτο και στο «Άφτερλωβ» του Στέργιου Πάσχου για την οργιαστική ερμηνεία του Χάρη Φραγκούλη, στη «Σιωπή» του Μάρτιν Σκορσέζε για τον Κιτσιτζίρο, τον κορυφαίο Ιούδα της φιλμογραφίας του, αλλά και όχι μόνο για αυτόν, στο «Νερούδα» του Πάμπλο Λαρέν γιατί έτσι θα έπρεπε να είναι τα biopics, έργα τέχνης και όχι αναπαραστάσεις και τέλος στο «Η Ψυχή και το Σώμα» της Ιλντικό Ενιέντι για τα ελάφια της που ήρθαν για να μας στοιχειώνουν και να τα ανακαλούμε διαρκώς.

10. Ο Επιφανής Πολίτης

Μπορεί η ταινία των Γκαστόν Ντιπράτ και Μαριάνο Κον να μην διδάσκεται αύριο σε σχολές σκηνοθεσίας, μπορεί η σκηνοθεσία να έχει τεθεί στην υπηρεσία της ιστορίας που αφηγείται, αλλά από την πρώτη του σκηνή ως την τελευταία «Ο Επιφανής Πολίτης» είναι μπολιασμένος με μια ευφορική ειρωνεία που συνήθως συναντά κανείς μόνο σε σημαντικές στιγμές της λογοτεχνίας. Και το έργο έχει έναν λογοτέχνη για πρωταγωνιστή, έναν πεζογράφο που βραβεύτηκε με νόμπελ και που γυρνά μετά από σαράντα χρόνια στη γενέτειρά του, στα ενδότερα της αργεντίνικης επαρχίας, για να τιμηθεί κι εκεί. Από τι υλικά είναι φτιαγμένη η ανθρώπινη ματαιοδοξία; Από τι υλικά είναι φτιαγμένη η αισθητική μας και ποιο το τυφλό της σημείο όταν χτυπιέται ο συναισθηματικός πυρήνας; Ποια τα σύνορα της υψηλής με την λαϊκή κουλτούρα; Χωμένη κάπου στην μέση της ταινίας η σκηνή στο τοπικό τηλεοπτικό στούντιο της συμφοράς, συμπυκνώνει μέσα της με ιδιοφυή χαμηλόφωνη χάρη όσα δεν έχουν κατορθώσει άλλοι κι άλλοι, με βαρύγδουπα ονόματα και βαρύγδουπες προσπάθειες.

9. Happy End

Όχι, ο Χάνεκε δεν ξεθύμανε, δεν γέρασε, δεν επαναλαμβάνεται. Στο “Ηappy End” δεξιώνεται τη φιλμογραφία του και την ξανακοιτάζει, μέσα όμως από ένα σενάριο άρτιο και δεξιοτεχνικό, μέσα από μια σκηνοθεσία εντελώς σίγουρη για τον εαυτό της. Και δικαίως. Ο παππούς, ο μπαμπάς, η θεία, ο μεγάλος ξάδελφος, η δεκατριάχρονη κοπέλα. Πέντε μέλη μιας οικογένειας της ελίτ, πέντε διαφορετικές ιστορίες, καμιά από αυτές αισιόδοξη, καμιά από αυτές φωτεινή. Οικογενειακές σχέσεις, ταξικές σχέσεις, μεταναστευτικό, ρατσισμός, πάσης λογής σχέσεις εξουσίας, το πολιτικό και το ιδιωτικό είναι εξίσου παρόντα, το “Happy End” είναι μια ταινία που έχει λαμπρή αρχιτεκτονική και μη αβανταδόρικη σοφία.

8. 120 Χτύποι το Λεπτό

Aρχές δεκαετίας ’90, Παρίσι, οι ακτιβιστικές ενέργειες της Act Up που στρέφονται προς την Κυβέρνηση και τις φαρμακευτικές εταιρίες και που προσπαθούν να αφυπνίσουν την κοινή γνώμη, για την αποφυγή περαιτέρω εξάπλωσης του AIDS. O Ρομπέν Καμπιγιό πετυχαίνει ταυτόχρονα τρεις στόχους. Πρώτον, να μας μεταφέρει στο κλίμα της συγκεκριμένης οργάνωσης στη συγκεκριμένη εποχή και να μας κάνει κοινωνούς των συγκεκριμένων εμποδίων που έπρεπε να υπερπηδηθούν. Δεύτερον, μέσα από αυτή τη συγκεκριμένη πολιτική δράση να μας δείξει τι θα έπρεπε να σημαίνει συλλογική δράση στην πράξη, δημοκρατικές διαδικασίες βάσης στην πράξη, πολιτικές ενέργειες που επιφέρουν μικρά αλλά σημαντικά αποτελέσματα στην πράξη. Τρίτον, να γεμίσει την ταινία του με παθιασμένα πρόσωπα, παθιασμένους ανθρώπους, ανθρώπους που άλλοι επιζούν, άλλοι πεθαίνουν, εξακολουθούν όμως όλοι τους να επιζούν στο μυαλό και την καρδιά του θεατή.

7. Δολοφονικά Αμαξίδια

Τρεις άντρες με ειδικές ανάγκες. Καθηλωμένοι σε αμαξίδιο οι δύο, όρθιος, αλλά με μορφή παράλυσης που του δημιουργεί κινητικά προβλήματα, ο τρίτος. Ο ένας από τους τρεις τους υποδύεται τον ανάπηρο. Είναι ηθοποιός. Στα «Δολοφονικά Αμαξίδια» παίζει έναν ακόμη ρόλο στην καριέρα του. Όταν ο σκηνοθέτης λέει «cut», μπορεί αν θέλει να σηκώνεται από το αμαξίδιο, να παίζει ποδόσφαιρο, να κάνει κωλοτούμπες. Οι άλλοι δύο, όμως, το μόνο που υποδύονται είναι τους συγκεκριμένους χαρακτήρες στο έργο. Τα προβλήματα υγείας δεν τα υποδύονται. Τα έχουν και ζουν με αυτά. Και αυτή είναι μια θεμελιώδης συνθήκη της ταινίας, μια συνθήκη που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αισθητικής και ηθικής της ταυτότητας. Τα «Δολοφονικά Αμαξίδια» του Ατίλα Τιλ διηγούνται μια απολαυστική ιστορία που έχει μέσα άφθονη δράση, τοπικές μαφίες, φιλίες που σχηματίζονται, έρωτες του παρελθόντος που δε λένε να σβήσουν, οικογενειακά τραύματα, μαύρο, αλλά και άλλων αποχρώσεων, χιούμορ. Το τέλος έρχεται να τα απογειώσει ακόμη περισσότερο και να τους προσδώσει χαρακτήρα έργου μεγάλων προδιαγραφών.

6. Πάση Θυσία

Δυο αδέλφια ληστεύουν τράπεζες σε μικρές κωμοπόλεις του Δυτικού Τέξας, δυο ρέιντζερ προσπαθούν να τους πιάσουν. Ο ιεραρχικά ανώτερος, Τζεφ Μπρίτζες, είναι λευκός, ο υφιστάμενός του, Τζιλ Μπέρμιγχαμ, Ινδιάνος. Τα ρατσιστικά αστεία συνεχή. Ο Τζιλ Μπέρμιγχαμ παίζει και στο «Στα Ίχνη του Ανέμου» άλλη μια φετινή εντελώς στέρεη και γόνιμη ταινία αμερικάνικης ενδοχώρας, στην οποία ο σεναριογράφος του «Πάση Θυσία», Τέιλορ Σέρινταν, έχει και τον ρόλο του σκηνοθέτη. Οι μικρές ληστείες και οι μικρές παρανομίες απέναντι στις μεγάλες: η ληστεία της γης που δέσποζαν κάποτε οι Ινδιάνοι και τώρα η ληστεία των τίτλων ιδιοκτησίας και το πέρασμά της από τους ανθρώπους στις τράπεζες. Τα δυο αδέλφια κλέβοντας τις τράπεζες προσπαθούν να κρατήσουν ό,τι ήταν εξαρχής δικό τους. Ο Ντέιβιντ Μακένζι σκηνοθετεί με ατμόσφαιρα και στυλ το σενάριο του Σέρινταν, ο Μπεν Φόστερ και ο Κρις Πάιν συμπληρώνουν το κουαρτέτο των πρωταγωνιστών, το «Πάση Θυσία» είναι ένα έργο υποδειγματικό: δεν του περισσεύει λέξη, δεν του περισσεύει σιωπή, όλα είναι στη σωστή τους θέση, κάτι πήγε πάρα πολύ καλά από την αρχή ως το τέλος του.

5. Kάιρο Εμπιστευτικό

Τελευταίες μέρες πριν ξεσπάσει η επανάσταση στην Αίγυπτο, το καθεστώς Μουμπάρακ μοιάζει πιο σίγουρο από ποτέ για τον εαυτό του. Ένας εντελώς διεφθαρμένος αστυνομικός, που ενεργεί μέσα σε ένα ακόμη πιο διεφθαρμένο εργασιακό περιβάλλον, ερευνά τη δολοφονία μιας τραγουδίστριας στο Χίλτον του Καΐρου. Ο Ταρίκ Σάλεχ παίρνει τη φόρμα του νουάρ και την μετατρέπει σε όχημα για να φτιαχτεί η τοιχογραφία μιας μεταιχμιακής εποχής, εκεί που το σινεμά είδους μετατρέπεται σε σινεμά γένους, εκεί που η ατμόσφαιρα μιας ταινίας αναμιγνύεται απαράμιλλα με την ατμόσφαιρα μιας πόλης, μιας πόλης η βρώμικη ομορφιά της οποίας μπαίνει μέσα στα μηνίγγια μας, μιας πόλης τόσο ελάχιστα μακρινής από τη δική μας. Όχι μόνο δεν έχει κάτι να ζηλέψει από τα μεγάλα νουάρ και νεονουάρ, αλλά μάλλον αυτά έχουν πλέον να ζηλέψουν, να ζηλέψουν που ο κόσμος που απεικόνιζαν, όσο διαβρωμένος κι αν ήταν, ήταν πάντως ένας κόσμος σταθερός και άρα το δικό τους διακύβευμα, ακόμη κι όταν ξεπερνούσε τα όρια της ιδιωτικής εγκληματικότητας, δεν μπορούσε να φτάσει εδώ που φτάνει το Κάιρο Εμπιστευτικό: στην τεκτονική κοινωνικοπολιτική αλλαγή, στο βγάλσιμο του λαού στο δρόμο, στην επανάσταση. Ακόμη κι αν δεν καπνίζουμε, ανάβουμε ένα τσιγάρο με τον Φάρες Φάρες για να ξαναδούμε την ταινία.

4. Blade Runner 2049

Στο ” Βlade Runner 2049” ο Nτενί Βιλνέβ μάς προσφέρει έναν διαφορετικό κόσμο από αυτόν της αρχικής ταινίας. Κινηματογραφεί την αφιλόξενη ημέρα, την ερημιά, την κίτρινη ξεραΐλα, τoν κρανίου τόπο. Η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς και τα σκηνικά του Ντένις Γκάσνερ θα μείνουν σημείο αναφοράς, σχεδόν κάθε σεκάνς διαδραματίζεται σε ένα διαφορετικό σκηνικό και η είσοδος σε κάθε διαφορετικό σκηνικό σού προκαλεί ένα δέος, δέος άλλου τύπου, όμως, από αυτό του αριστουργήματος του Ρίντλεϊ Σκοτ. Το “2049” έχοντας μέσα του πολύ Ταρκόφσκι και πολύ Κιούμπρικ επιδρά πιο υπόγεια, πιο αργόσυρτα, λιγότερο με όρους ακαριαίου μαγνητισμού και περισσότερο με όρους σταδιακής καταβύθισης. Εδώ, δεν έχουμε τις εικόνες και τις μουσικές μαγνήτη, τις εικόνες που θέλουν να σε σαγηνεύσουν, εδώ ακόμη και η μουσική θέλει να σε τινάξει, να σε θορυβήσει, εδώ η ταινία σε κάνει δικό της όχι επιχειρώντας να κοπιάρει τη σαγήνη του προκατόχου της, αλλά επιχειρώντας να αντιπαρατάξει σε εκείνον τον κόσμο που είχαμε μάθει, έναν σχεδόν ολότελα άλλο. Ο Βιλνέβ βάζει τον Έλβις δίπλα στον Ντέκαρντ, ο Βιλνέβ έρχεται, τη στιγμή που η ιστορία του έχει φτάσει σε ένα συναισθηματικό κρεσέντο, να μιλήσει με μια σκηνή ανθολογίας για την αληθινή φύση αυτού που παρακολουθούμε και αυτού που και ο ίδιος κάνει: no hay banda, no hay orquesta· όλα είναι μια παράσταση, ένα θέαμα, ένας μύθος. 

3. Mητέρα!

Ένα σπίτι για χρόνια απομονωμένο, για χρόνια άδειο από άλλους ανθρώπους, για χρόνια χωράει μόνο ένα ανδρόγυνο. Ένα βράδυ η πόρτα χτυπά. Η γυναίκα θορυβείται. Το βλέμμα της εκπέμπει ανησυχία ήδη με το χτύπημα. Είναι ένας άνθρωπος που δεν έχουν ξαναδεί. Ένας ξένος μπαίνει στο σπίτι τους. Ένα απόλυτο, ως τότε, άσυλο αρχίζει να καταλύεται. Το κακό έχει ήδη γίνει, ο περίκλειστος κόσμος του ζευγαριού έχει ήδη διαρραγεί, η μικρή τρύπα ολοένα και μεγαλώνει, το σπίτι δεν είναι πια ο εντελώς ιδιωτικός τους χώρος, δεν είναι πια ο εντελώς οικογενειακός τους χώρος, δεν είναι πια ο χώρος στον οποίο ζει εκείνος κι εκείνη, στο σπίτι έχουν εισχωρήσει για τα καλά ξένες παρουσίες. Είναι σαν η κλασική σκηνή από το «Μια Νύχτα στην Όπερα» των Αδελφών Μαρξ, που μιλούσε για τον περιορισμό και την υπέρβαση των ορίων του χώρου και που συνομιλούσε απευθείας με το παράλογο, να δίνει την έμπνευση στον Αρονόφσκι να την μεταπλάσει σε κάτι πολύ πιο βαρύ κι ενίοτε ζοφερό μεν, το οποίο όμως σχεδόν ποτέ δεν χάνει και την κωμική του διάσταση, η οποία είναι σαν να τρέχει παράλληλα με το βάρος: όσα συμβαίνουν στο σπίτι της ηρωίδας είναι ολοένα και πιο σκοτεινά αλλά ταυτόχρονα ολοένα και πιο παράλογα, οδηγώντας τελικά σε ένα αλησμόνητο σκηνοθετικό δεξιοτεχνικό κρεσέντο. Αναφορικά με το νόημα των όσων γίνονται στο σπίτι οι ερμηνείες είναι πολλές. ‘Εχω κι εγώ τη δική μου και με βοηθάει να αγαπήσω ακόμη περισσότερο την ταινία. Αλλά και λάθος να είναι και άλλες ερμηνείες να είναι πιο σωστές και άλλες προθέσεις να είχε ο Αρονόφσκι, το σώμα της ταινίας είναι εκεί, αναμφισβήτητο και ολότελα εντυπωσιακό.

2. Χωρίς Αγάπη

Οι γονείς ενός δωδεκάχρονου αγοριού χωρίζουν με άσχημο τρόπο. Αλλά τώρα και η μαμά και ο μπαμπάς έχουν βρει νέους συντρόφους. Αυτή τη φορά όλα θα είναι διαφορετικά για τους ίδιους, για τη σχέση που θα χτίσουν, για την οικογένεια που θα χτίσουν, για τα νέα παιδιά που θα κάνουν. Αυτή τη φορά θα ζήσουν μέσα στην αγάπη, που είναι η μόνη ζωή που έχει αξία να ζει κανείς. Το ξέρουν, το νιώθουν, δεν έφταιγαν οι ίδιοι για τα πράγματα ως τώρα, έφταιγε ο άνθρωπος που είχαν ως τώρα για σύντροφό τους. Ο Αντρέι Ζβιάνγκιτσεφ βάζει πολύ συχνά σε κομβική θέση των ταινιών του αγόρια στην εφηβεία τα οποία βιώνουν μάλιστα τραυματικές καταστάσεις. Ταυτόχρονα, ανατέμνει τη σύγχρονη Ρωσία με τρόπο διόλου κολακευτικό για την ίδια, μην αφήνοντας σχεδόν κανένα παράθυρο φωτός. Από σύγχρονους σκηνοθέτες, ίσως μόνο ο Φαραντί κατορθώνει να μπαίνει τόσο βαθιά μέσα στις αρθρώσεις και στους υπόγειους μηχανισμούς της κοινωνικής πραγματικότητας της χώρας του. Και στο «Χωρίς Αγάπη» το βλέμμα του Ζβιάνγκιτσεφ είναι πιο αμείλικτο από ποτέ. Αμείλικτο αλλά όχι μισανθρωπικό. Αντίθετα, στον πυρήνα της ταινίας του κρύβεται ένας βουβός σπαραγμός. Και οι θεατές θα βρεθούν αντιμέτωποι με δύο σκηνές οι οποίες είναι μάλλον αδύνατον να μην σε κάνουν κουρέλι. Μια σχεδόν αβάσταχτη κινηματογραφική εμπειρία από έναν πολύ σημαντικό δημιουργό.

1. Paterson

Μια εβδομάδα από τη ζωή του οδηγού αστικού λεωφορείου και ερασιτέχνη ποιητή Πάτερσον, στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϊ. Μια εβδομάδα που κυλά με πανομοιότυπο σχεδόν τρόπο. Επτά επαναλήψεις της ίδιας ρουτίνας. Αυτό μόνο. Τίποτα άλλο. Τον Πάτερσον ή τον αγαπάς βαθιά και τον έχεις αδελφικό σου φίλο από τη στιγμή που βλέπεις την ταινία ή οι αναλύσεις δεν έχουν νόημα. Υπάρχει πάρα πολλή βαβούρα στην αληθινή ζωή. Και υπάρχει ταυτόχρονα και απέναντι στη βαβούρα η εσωτερική και εξωτερική γαλήνη του Πάτερσον. Ευχαριστούμε τον Τζιμ Τζάρμους που μας τον γνώρισε.