Η Ρούλα Πατεράκη ανεβάζει, σε πανελλήνια πρώτη, τη θεατρική εκδοχή της ταινίας του Λαρς φον Τρίερ «Δαμάζοντας τα κύματα» και ταυτόχρονα επιχειρεί μια συνολικότερη παράσταση-αφιέρωμα πάνω στον Δανό κινηματογραφιστή.

Δεν υπάρχει, θεωρώ, λόγος να διατυπωθούν οι διαφορές που χωρίζουν την κινηματογραφική από τη θεατρική γλώσσα ούτε να διευκρινισθεί πως το σκηνικό αποτέλεσμα της παράστασης κρίνεται αυτοτελώς και όχι σε σχέση με το κινηματογραφικό πρωτότυπό της. Παρ’ ολ’ αυτά, θα πρέπει να σημειωθεί πως η πρόθεση επί σκηνής ήταν εμφανώς να δημιουργηθεί ένα θέαμα «τραχύ» και άμεσο, επιτηδευμένα ακατέργαστο, ένα θεατρικό αντίστοιχο της ταινίας δηλαδή (και του συγκεκριμένου τρόπου κινηματογράφησής της, που ακολουθεί κάποιες από τις αρχές του περίφημου «Δόγματος 95»), φυσικά, με τη χρήση άλλων μέσων και με υπακοή στις θεατρικές επιταγές και συνθήκες (πόσο εύστοχα, π.χ., λειτούργησε η αναγκαστική μεταφορά στον κλειστό χώρο της σκηνής -τη στιγμή που η ταινία βασίζεται κατά πολύ στα εξωτερικά πλάνα-, που εγκλώβισε μέσα του τους ήρωες, όπως εγκλωβισμένοι είναι μες στην κλειστή θρησκευτική κοινότητα του έργου). Συνολικά η παράσταση, που εκτυλίχθηκε κάπου μεταξύ συνθήκη πρόβας και μιας αλήθειας που γεννιέται μπροστά στα μάτια των θεατών, κατάφερε να δείχνει αυθόρμητη μες στην οργάνωσή της, συνδέοντας το εγχείρημα της Πατεράκη με το αίτημα του Δόγματος για «επαγγελματικό ερασιτεχνισμό».

_DSC3479

Αυτό που επίσης πρέπει να επισημανθεί είναι πως, χωρίς τα κοντινά πλάνα στα οποία κατά κόρον στηρίζεται η ταινία, χωρίς κάμερα να ακολουθεί κατά πόδας τους ήρωες αποτυπώνοντας κάθε έκφραση του προσώπου τους, χωρίς εστίαση στη λεπτομέρεια, η παράσταση μετέδωσε, και μάλιστα σε μια μεγάλη σκηνή όπως αυτή του Νέου Ρεξ, την ίδια αίσθηση αμεσότητας. Κι αυτό δεν το κατάφερε με κινηματογραφικούς τρόπους, π.χ. με την ταυτόχρονη βιντεοσκόπηση και προβολή σκηνών της παράστασης (κάτι που συμβαίνει επί σκηνής, αλλά όχι γι’ αυτό τον σκοπό), αλλά με αμιγή θεατρικά εργαλεία, δηλαδή με την καθοδήγηση των ηθοποιών. Ως προς αυτό, δεν γίνεται να μην προταχθεί η ερμηνεία της Ιωάννας Τσιριγκούλη στον κεντρικό ρόλο της Μπες, αυτού του μαρτυρικού πλάσματος που συνέλαβε η διάνοια του Τρίερ. Όσα η ηρωίδα της ταινίας δείχνει με το βλέμμα της τα μεταφέρει η Τσιριγκούλη με τη στάση του σώματός της και την εκφορά του λόγου μέχρι τα τελευταία καθίσματα του θεάτρου (παρακολούθησα, μάλιστα, την παράσταση από τον εξώστη). Συνολικά, η παράσταση ευτύχησε τόσο στη διανομή της όσο και στους καλλιτεχνικούς συντελεστές.

b_4874__dsc3495

Η αισθητική αντίθεση ανάμεσα στην ένταση του σκηνικού περιβάλλοντος (δυνατοί ήχοι, απότομα κοψίματα της μουσικής, συνειδητά πρόστυχη γλώσσα στις ερωτικές σκηνές) και την απλότητα της υποκριτικής έκφρασης, αλλά και η εφεύρεση των δύο βουβών ρόλων, του γυμνού ανδρόγυνου που με την παρουσία του μεγέθυνε τη διάσταση του ερωτικού/σαρκικού στοιχείου σε ένα επίπεδο πάνω από τα όρια της υπόθεσης, λειτούργησαν προς όφελος της δύναμης της παράστασης, που εξύμνησε με το δικό της τρόπο τη μέχρι μαρτυρικής θέωσης αγάπη.

Από εκεί και πέρα, η παράσταση επιχείρησε να μιλήσει και σε ένα άλλο επίπεδο με αφορμή το έργο, γεγονός που πλαταίνει μεν το εγχείρημα της Πατεράκη, υποβίβασε, όμως, τη συνοχή του αποτελέσματος. Αναφέρομαι στην παρεμβολή αποσπασμάτων από τη συνομιλία της με τον Λαρς φον Τρίερ, τα οποία φώτισαν την προσωπικότητα του δημιουργού και κατέδειξαν το νήμα που ενώνει τις επιμέρους ταινίες του. Στοίχισαν όμως στη δραματουργική συνοχή της παράστασης, η οποία, ούτως ή άλλως, όσο προχωρούσε έχανε μέρος της ενέργειάς της, ίσως λόγω της διάρκειάς της (αν και έχουμε δει μεγαλύτερες παραστάσεις, που δικαιολόγησαν κάθε λεπτό τους), κυριότερα όμως γιατί φαινόταν να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τα ίδια αισθητικά ζητούμενα. Παρ’ όλ’ αυτά, πρόκειται για μια σημαντική παρουσία στο φετινό ρεπερτόριο, και μάλιστα σε αυτή τη μεταβατική περίοδο του εθνικού μας θεάτρου.

Info παράστασης: Δαμάζοντας τα κύματα, σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη | 11 Φεβρουαρίου – 20 Μαρτίου 2016 | Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 19:30 | Εθνικό Θέατρο, Νέο Rex