Η είδηση της χρεοκοπίας της ιστορικής φίρμας Borsalino, φίρμας συνώνυμης των φημισμένων ανδρικών καπέλων, βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των ιταλικών εφημερίδων. Η χρεοκοπία του οίκου είναι επίσημη, παρ’ όλες τις αλλαγές που έγιναν τα τελευταία χρόνια στο ιδιοκτησιακό της καθεστώς προκειμένου να σωθεί. Τα τελευταία χρόνια, όπως γράφει η ιταλική εφημερίδα La Repubblica, η Βοrsalino είχε περάσει σε ελβετικά χέρια.

Μόλις πριν από ένα χρόνο, ο Edouard Burrus, αντιπρόεδρος της Haeres Equita, που έφερε πίσω από το χείλος της καταστροφής τα μπορσαλίνο, αλλά όπως αποδείχτηκε μόνο προσωρινά, δήλωνε πως «αξίζει τον κόπο η προσπάθεια να σώσουμε τη φίρμα. Πιστεύουμε πραγματικά στον κόσμο της παραδοσιακής πολυτέλειας. Μιλάμε για πραγματικά χειροποίητη κατασκευή και μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια».

Τα καπέλα που φορούσαν από τον Τζόνι Ντέπ, τον Γκορμπατσόφ, τον Γιόζεφ Μπόις, τον Φελίνι και τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Μιτεράν μέχρι την Ναόμι Κάμπελ και λατρεύτηκαν από τον κόσμο της μόδας, διάσημους και μη αποτελούν πλέον παρελθόν, είδος συλλεκτικό, που θα καταλάβει επάξια μια περίοπτη θέση σε ντουλάπες και βιτρίνες. Το Μπορσαλίνο σήμαινε όχι μόνο μια φίρμα, αλλά ένα καπέλο με γούστο, γοητεία και μοναδική ποιότητα. Συνώνυμο της ιταλικής κομψότητας. Ποιος δεν θυμάται την ταινία με τον Ντελόν και τον Μπελμοντό, με την κλασική αυτή ρεπούμπλικα με το φαρδύ γείσο, γκάνγκστερ του ’30, ακόμα και τον αυτοκράτορα Χιροχίτο ή τον ζωγράφο Χατζηκυριάκο Γκίκα με το Μπορσαλίνο του;

Ο Χάμφρι Μπόγκαρτ στην Καζαμπλάνκα, ο Χάρισον Φορντ στον Ιντιάνα Τζόουνς, ο Μάικλ Τζάκσον στο Θρίλερ, ο Ντέιβιντ Μπάουι που τα θεωρούσε επιτομή του στιλ, ο Φάρελ Γουίλιαμς, όλοι αυτοί οι διάσημοι δεν κατάφεραν μέσω της σπουδαίας εικόνας που δημιούργησαν να προστατεύσει τη φίρμα από την παρακμή λόγω της απερίσκεπτης οικονομικής διαχείρισης.

Το 2015, τα αυξανόμενα χρέη, οι καταγγελίες περί φοροδιαφυγής και απάτης παραλίγο να οδηγήσουν το εργοστάσιο Μπορσαλίνο σε οριστικό λουκέτο. Το 2016,  οι νέοι επενδυτές και ιδιοκτήτες του προσπάθησαν να αναβιώσουν την τύχη μιας μάρκας που βασίζεται στην αξία της χειροτεχνίας και της ποιότητας. Το εμπορικό σήμα είχε περάσει πολύ δύσκολα χρόνια αλλά όλοι είχαν ελπίσει ότι θα επέστρεφε στην παλιά του αίγλη ώστε να διασφαλιστεί ένα σταθερό μέλλον για την ανεξάρτητη αυτή παραγωγή.

Το εργοστάσιο απασχολούσε 114 εργαζόμενους, ενώ η σειρά παραγωγής έχει 52 στάδια και η όλη διαδικασία κρατά 7 εβδομάδες. Κάθε καπέλο περνά από 80 ζευγάρια χέρια. Οι πωλήσεις της αυξάνοντας σταθερά κάθε χρόνο και σήμερα κατασκευάζονται περίπου 150.000 καπέλα ενώ η ζήτηση αγγίζει τις 220.000. Παρόλα αυτά η επιχείρηση δεν εξασφάλιζε τη βιωσιμότητά της.

Μια επίσκεψη στο 160 ετών εργοστάσιο στην Αλεξάνδρεια της βόρειας Ιταλίας, σε μικρή απόσταση από το Τορίνο, μοιάζει με ταξίδι πίσω στο χρόνο. Εκεί υπάρχουν ακόμα δυο από τις αρχικές μηχανές που εγκατέστησε η οικογένεια Μπορσαλίνο το 1857 και βρίσκονται ακόμα σε χρήση.

Ο ιδρυτής της φίρμας που έδωσε το επώνυμό του στα πιο διάσημα καπέλα στον κόσμο γεννήθηκε στην Alessandria της Ιταλίας, το 1834. Ξεκίνησε σαν παιδί για θελήματα στη γενέτειρά του, ώσπου βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο καπέλων Berteil, στη Rue du Temple στο Παρίσι, εργάστηκε εκεί επτά χρόνια και έγινε ειδικός Master Hatter. Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Ιταλία και άνοιξε το εργαστήριό του σε μια αυλή στην Alessandria μαζί με τον αδερφό του. Ήταν η αρχή μιας ιστορίας και ενός μύθου. Τα καπέλα του Μπορσαλίνο εντυπωσίασαν με το ξεχωριστό τους στιλ όλες τις μελλοντικές γενιές. Τα καπέλα άρχισαν να πουλιούνται σε όλο τον κόσμο και όλο και περισσότεροι πλούσιοι και διάσημοι τα θεωρούσαν απαραίτητο αξεσουάρ στην γκαρνταρόμπα τους.

Ο Μπορσαλίνο έμαθε τη δουλειά του πιλοποιού στο Παρίσι, όπου τα καπέλα ήταν φτιαγμένα από τρίχα κάστορα. Είχε την ιδέα να χρησιμοποιήσει κουνέλια που ήταν πιο οικονομικά και να δημιουργήσει μέσα από μια σειρά επεξεργασιών ένα ύφασμα σαν τσόχα, μαλακό, συμπαγές και ανθεκτικό. Η επεξεργασία χρειαζόταν 70 στάδια, ενώ για να έχουν ελαστικότητα χρησιμοποιούσε κόλλα καουτσούκ από την Ινδία.

Στο απόγειο της δόξας του 1913, το πιλοποιείο έφτιαχνε 2 εκατ. καπέλα, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος προοριζόταν για εξαγωγή. Απασχολούσε 3.000 ανθρώπους που έφτιαχναν 2.700 διαφορετικά μοντέλα. Η ζήτηση όμως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο άρχισε να μειώνεται και όλο και περισσότεροι άντρες κυκλοφορούσαν ασκεπείς.

Πολλοί λένε πως η φήμη που συνέβαλλε στην άνοδο του Μπορσαλίνο, συνέτεινε και στην καθοδική του πορεία. Στο ότι, δηλαδή, από τα μέσα του περασμένου αιώνα από είδος μαζικής, σχετικά, κατανάλωσης, άρχισε να μετατρέπεται σε συλλεκτικό αγαθό. Έτσι κανένας δεν μπορούσε να σώσει τον μύθο αυτό της ανδρικής γοητείας, το πανάκριβο Μπορσαλίνο που δεν είναι ένα καπέλο σαν όλα τα άλλα.