Χωρίς αμφιβολία, o «Βαφτιστικός», μέσα στη σχεδόν αιωνόβια ιστορία του, είναι η πιο γνωστή ελληνική οπερέτα. Θα διακινδυνεύσω να πω και η πιο αγαπητή. Τα τραγούδια έγιναν σουξέ και τραγουδήθηκαν ως μεγάλες επιτυχίες, ανεξάρτητα από την παράσταση. Οι θεατές της λυρικής και όσοι αγαπούν το είδος, την έχουν δει τουλάχιστον μια φορά, πράγμα που μοιάζει φυσικό, αφού στα 70 χρόνια μέσα στα οποία έχει ενταχθεί στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, από το 1946, έχει παρουσιαστεί σε  33 από τις 76 καλλιτεχνικές περιόδους της ιστορίας της.

Η πιο γνωστή και δημοφιλής ελληνική οπερέτα γράφτηκε από τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, πρωτεργάτη του είδους και παιδί διαπρεπούς μουσικοδιδάσκαλου, ο οποίος σπούδασε στη Γερμανία και την Ιταλία και το 1903 έγραψε την πρώτη οπερέτα με τίτλο «Ο Υμέναιος». Ο Σακελλαρίδης ήταν πολυγραφότατος και εξαιρετικά ενεργός στα θεατρικά πράγματα της Αθήνας. Διασκεύαζε ξένη μουσική και είχε παρουσιάσει πλήθος δικών του έργων, από τα 80 συνολικά που έγραψε κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Ακόμα και σήμερα, πολλοί ξέρουν τα τραγούδια χωρίς να έχουν δει το έργο

Τον «Βαφτιστικό» τον έγραψε το 1918, σε ηλικία 35 ετών. Τον ανέβασε ο Παπαϊωάννου, ο σημαντικότερος θιασάρχης οπερέτας εκείνης της εποχής. Είναι το έργο του που εξακολουθεί και παίζεται μέχρι σήμερα, κοσμαγάπητο, με τα τραγούδια να αναδίδουν τη χαρά της ζωής, ενώ  το εμβατήριο «Ψηλά στο μέτωπο» να τραγουδιέται είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα από τότε που γράφτηκε, το 1940 από τους στρατιώτες που πήγαιναν στο μέτωπο. Η πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτης, η Μαρία Πλυτά έκανε τον «Βαφτιστικό» ταινία το 1952, με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη (η φωνή του ήταν ντουμπλαρισμένη από τον τενόρο Πέτρο Επιτροπάκη), την Ανθή Ζαχαράτου και τον Μίμη Φωτόπουλο.

Ο Σακελλαρίδης, όπως λένε, έγραψε τον «Βαφτιστικό» σε 40 ημέρες, εξελληνίζοντας μια γαλλική φάρσα των Ενεκέν, Βεμπέρ και ντε Γκόρς, με τίτλο «Η κυρία και ο βαφτιστικός της», που είχε παρουσιαστεί στο Παρίσι δυο χρόνια νωρίτερα. Εκτός από τη μουσική έγραψε το λιμπρέτο και τους στίχους. Η τρίπρακτη οπερέτα είναι ένα γαϊτανάκι παρεξηγήσεων και κωμικών επεισοδίων, με τα τραγούδια και τη μουσική να ξεσηκώνουν κάθε φορά το κοινό που τα σιγοτραγουδούσε βγαίνοντας από το θέατρο, έτσι έγιναν και μεγάλες επιτυχίες. Ακόμα και σήμερα, πολλοί ξέρουν τα τραγούδια χωρίς να έχουν δει το έργο.

Ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας

Ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας

Στη συνάντησή μας με τον Σίμο Κακάλα, που σκηνοθετεί το νέο ανέβασμα της οπερέτας στην Εθνική Λυρική Σκηνή, τον ρώτησα αν ήξερε τον Βαφτιστικό πριν του γίνει η πρόταση και μου είπε μια ενδιαφέρουσα ιστορία:

«Όταν παίζαμε τη “Γκόλφω”, κάναμε διαρκώς περιοδείες στα χωριά, μελετούσαμε συγχρόνως τη ζωή των μπουλουκιών και τα έργα που ανέβαζαν. Είχαμε διαβάσει και ακούσει ότι τον «Βαφτιστικό» τον ανέβαζαν τα λαϊκά θέατρα, ήταν στο ρεπερτόριο που είχαν τα μπουλούκια και ανέβαινε ως λαϊκό θέαμα, ο Χρυσοστομίδης, μια εμβληματική παρουσία που όργωνε τις άγονες θεατρικά περιοχές, το είχε στο ρεπερτόριό του. Κυρίως χρησιμοποιούσαν τα τραγούδια του, τα οποία αυτονομημένα και με στοιχεία σαν αυτά της Γκόλφως, του βαριετέ και της φαρσοκωμωδίας, έκαναν σπουδαία καριέρα στην επαρχία. Είχε φύγει το έργο από τα αστικά σαλόνια για να φτάσει στους πιο απρόβλεπτους χώρους που έπαιζαν οι περιοδεύοντες θίασοι, αποθήκες, καφενεία και πλατείες. Ήταν το ίδιο δημοφιλές έργο με τη Γκόλφω και αυτό μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον. Σκεφτόμουν, τι ωραία να κάνω τον Βαφτιστικό κάποτε!».

Η επιτυχία του έργου αποδίδεται στο μουσικό οίστρο, τη δροσιά και τη χάρη του

Η επιτυχία που είχε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, οι οποίες είχαν πανηγυρικά υιοθετήσει τον Βαφτιστικό και την ελληνική οπερέτα, αποδίδεται στο μουσικό οίστρο και τη δροσιά που ανέδινε, στο αβίαστο αίσθημα και τη χάρη του. Οι θαυμαστές του δημοφιλέστατου Σακελλαρίδη τον αποκαλούσαν Λέχαρ της Ελλάδας, οι επικριτές τον κατηγορούσαν για τα ξενόφερτα στοιχεία του έργου του. Ο ίδιος, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εμπρός» (Κυριακή 9 Αυγούστου 1915), έλεγε: «Εγώ γράφω με αθηναϊκήν έμπνευσιν. Όταν ακούωμεν μίαν οπερέττα του Λέχαρ λέγομεν: Μυρίζει Βιέννην. Εάν μεθαύριον ειπούν και περί των έργων μου ότι μυρίζουν Αθήνα, επιτρέψατέ μου να το θεωρήσω ως εκπλήρωσιν του καλλιτεχνικού μου ονείρου».

Έναν αιώνα αργότερα, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το καλλιτεχνικό όνειρο του Σακελλαρίδη εκπληρώθηκε.

Στιγμιότυπο από την πρόβα της παράστασης

Στιγμιότυπο από την πρόβα της παράστασης

«Είναι ένα από τα πιο καλογραμμένα έργα που έχω δει», λέει ο Σίμος Κακάλας. «Και μουσικά και σαν πρόζα και η κωμική του φάρσα, είναι γεμάτες πολύπλευρη έμπνευση και μελωδική εφευρετικότητα. Ποτέ δεν είναι τυχαίο ένα σουξέ που αντέχει μέσα στις δεκαετίες και παίζεται με επιτυχία ξανά και ξανά. Έτσι, αποφάσισα και σκηνοθετικά να μην πειράξω τίποτα και να πατήσω σε κλασικές φόρμες.

«Είναι ένα από τα πιο καλογραμμένα έργα που έχω δει»

Άλλωστε στην οπερέτα αυτό που μου αρέσει είναι η καθαρή της σύμβαση. Είναι θέατρο, είναι θέαμα, δε δίνει μεγάλη σημασία στο ρεαλισμό, ο οποίος ούτως ή άλλως αλλάζει ανάλογα με την εποχή και μετασχηματίζεται ανάλογα με την κοινωνία. Δεν έχει καμία σημασία να δώσω μια προέκταση, να σημειολογήσω κάτι που είναι ήδη διαφανές και ανοιχτό από την κατασκευή του. Έχει τα νοήματά του και αυτά με ένα τρόπο μας αφορούν και σήμερα. Είναι γραμμένη με τέτοιο τρόπο που ο θεατής καταλαβαίνει πολύ καλά, δεν είναι ανάγκη να κάνει ο σκηνοθέτης κάτι παραπάνω. Κυρίως γιατί είμαστε ίδιοι. Οι ίδιοι άνθρωποι, το είδος μας δεν έχει αλλάξει. Αλλάζουν γύρω μας οι μόδες, η τεχνολογία, αλλά η ψυχή μας έχει μείνει ίδια».

Στιγμιότυπο από την πρόβα της παράστασης

Στιγμιότυπο από την πρόβα της παράστασης

Στο τρίπρακτο έργο του Σακελλαρίδη με τη δράση να τοποθετείται στον πόλεμο, υπάρχουν όλα όσα μπορούν να συμβούν σε ένα αστικό, καθώς πρέπει σπίτι με τακτοποιημένη την κοινωνική του όψη. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι, ένας σύζυγος που θέλει να αποφύγει τη στράτευση στην πρώτη γραμμή, ένας βαφτιστικός που είναι στο μέτωπο και εμφανίζεται ξαφνικά στο σπίτι του ζευγαριού, μια γοητευτική νιόπαντρη, η Βιβίκα.

Ωστόσο, ο γοητευτικός νέος που φτάνει στο σπίτι τους από το μέτωπο, υποδύεται τον βαφτιστικό της Βιβίκας. Ο αληθινός βαφτιστικός της, είναι ένα παιδί αγράμματο, τον οποίο ο γοητευτικός νέος βοηθά στο να γράψει γράμματα στη Βιβίκα. Όταν ο νεαρός βλέπει τη φωτογραφία της Βιβίκας, αποφασίζει να εμφανιστεί υποδυόμενος τον βαφτιστικό της και να την αποπλανήσει, με το αζημίωτο. Άλλωστε είναι παντρεμένος και μάλιστα με ποια; Με την καλύτερή της φίλη.

Και στις τρεις πράξεις του έργου όλοι φλερτάρουν πρόθυμα, ανέμελα και χωρίς καμία συναίσθηση των πράξεών τους, κανένα προαίσθημα τιμωρίας. Αυτή η ελαφρότητα, η επιπολαιότητα των αισθημάτων, η ανεμελιά, η πανταχού παρούσα αίσθηση της συγχώρεσης για κάθε πράξη, η αφέλεια, αναδίδουν τη λαχτάρα για την απόλαυση του έρωτα στη σύντομη ζωή μας.

Στιγμιότυπο από την πρόβα της παράστασης

Στιγμιότυπο από την πρόβα της παράστασης

«Αυτό βλέπω στον Βαφτιστικό», λέει ο Σίμος Κακάλας. «Τον διάχυτο ερωτισμό. Πέρα από την κωμωδία υπάρχει ο έρωτας και είναι πανταχού παρών. Όχι μόνο στο ζευγάρι της Βιβίκας και του Βαφτιστικού της, αλλά και σε όλους τους γύρω. Ο έρωτας είναι πανταχού παρών ανάμεσα σε όλα τα πρόσωπα. Και ο ερωτισμός κάνει το ίδιο το έργο φωτεινό, αισιόδοξο, ανέμελο. Μιλά για αισθήματα, γι’ αυτό και είναι τόσο ζωντανό, περνάει σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, γι’ αυτό υπάρχει μέχρι σήμερα μια διαρκής κίνηση γύρω από αυτά τα κείμενα. Είναι ζωντανό και παρόν. Είναι το θέατρο που καταφέρνει και γίνεται λαϊκό, δημιουργεί ένα γοητευτικό περιβάλλον. Είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο, που και σε εκατό χρόνια από σήμερα, οι άνθρωποι που θα φτάνουν θα συγκινούνται και θα γελάνε με τα ίδια πράγματα. Είναι σαν μέρος της φύσης μας».

Info παράστασης: «Ο βαφτιστικός», σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα | 13, 14, 15, 18, 20, 21 & 22 Μαΐου στις 20.00 | Είσοδος 5 – 35€ | Εθνική Λυρική Σκηνή – Θέατρο Ολύμπια