[ 1 ]

Γάλα Μαγνησίας – Κώστας Ακρίβος

Από το φθινόπωρο του 1974 μέχρι το καλοκαίρι του 1975, ο Κώστας Ακρίβος παρακολουθεί και καταγράφει τη ζωή τεσσάρων δεκαεπτάχρονων αγοριών, μαθητών της Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Βόλου, εσώκλειστων σε εκκλησιαστικό οικοτροφείο.

Σε μια Ελλάδα που κάνει τα πρώτα της βήματα στη Δημοκρατία, μετά την επταετή χούντα των συνταγματαρχών, η πραγματικότητα του οικοτροφείου θυμίζει παλιότερες και πιο αυταρχικές περιόδους. Η καθημερινότητα των εφήβων τα ερωτικά σκιρτήματα, η καθημερινή απόπειρα να ξεφύγουν από τη στενή επιτήρηση τα αστεία τους, οι φάρσες, οι προσπάθειες να γλυτώσουν από την τυραννία των μαθημάτων και της τιμωρίας δημιουργεί το ανάγλυφο μιας δύσκολης εφηβείας που κυλά μέσα σε ζόρικα αλλά στην ουσία ανώδυνα περιστατικά.

Αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει έναν σχετικά ανώδυνο καμβά αναμνήσεων που χάνει μέσα στο χρόνο τη σοβαρότητα που είχε όταν συνέβη, διακόπτεται από ένα περιστατικό που συμβαίνει το καλοκαίρι του 1975 σε κάποια παραλία του Παγασητικού. Τα παιδιά της επαρχίας, όταν θα ενηλικιωθούν και θα απομακρυνθούν από το γεγονός θα το ανακαλέσουν ο καθένας με το δικό του τρόπο, είναι αυτό που θα τους σφραγίζει και θα τους σημαδεύει από το παρελθόν.

Αφήγηση ζωντανή και παιγνιώδης, το κλίμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας της επαρχίας ολοζώντανο, ένα βιβλίο καλογραμμένο που οι σελίδες του περνούν γρήγορα σαν τα καρέ μιας ταινίας και μιλούν για την απότομη και βίαιη ενηλικίωση μιας παρέας που από τους νεανικούς έρωτες, το ποδόσφαιρο στις αλάνες και τα κρυμμένα τσιγάρα θα διαχειριστεί ένα μυστικό και ένα τραύμα που θα τους σημαδέψει για πάντα, τον καθένα με διαφορετικό τρόπο.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

[ 2 ]

Μεταξύ τους – Ρίτσαρντ Φορντ

Αυτό το μαγευτικό μικρό βιβλίο του Ρίτσαρντ Φορντ συνοψίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε όσο είμαστε μαζί τους και θυμόμαστε στη συνέχεια τους γονείς μας. Οι γονείς του Ρίτσαρντ Φορντ –η Έντνα, ένα τρισχαριτωμένο κορίτσι που το λέει η καρδιά του, μαθήτρια σε καθολικό σχολείο, μ’ ένα διόλου εύκολο παρελθόν, και ο Πάρκερ, ένας καλοκάγαθος, γλυκομίλητος πλασιέ– γεννήθηκαν και οι δύο στις αγροτικές περιοχές του Άρκανσο, στις αρχές του 20ού αιώνα. Παντρεύτηκαν το 1928 κι έζησαν «μόνοι μαζί» στους δρόμους, οργώνοντας τον Νότο. Τελικά απέκτησαν ένα παιδί, το 1944. Ο 74χρονος σήμερα Φορντ υπενθυμίζει τον τόπο της μεγάλης μας ασφάλειας, το πατρικό μας σπίτι, όταν αυτό είναι γεμάτο αγάπη, αλλά και την ανάμνηση και τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε το ίδιο μας το βίωμα.

Χάρη στην πένα του Φορντ, ερωτήσεις του τύπου τι όνειρα έκαναν οι γονείς του, πώς αγαπιούνταν μεταξύ τους και πώς αγαπούσαν εκείνον εξελίσσονται σε μία εντυπωσιακή απεικόνιση της αμερικανικής κοινωνίας των μέσων του 20ού αιώνα. Το «Μεταξύ τους» αποτελεί μια ολοζώντανη εικόνα, του πώς άρχισε η δική του ζωή και τι ήταν αυτά που έδωσαν στις ζωές των γονιών του την αίσθηση της μεγάλης ικανοποίησης. Αξιοποιώντας στο έπακρο τη διάσημη ευθύτητά του, την οξυδέρκεια και την ευφυΐα του σ’ αυτό το τόσο ιδιωτικό και αινιγματικό τοπίο –στις ζωές των γονιών μας–, ο βραβευμένος μυθιστοριογράφος διερευνά με τρόπο αλησμόνητο τη μνήμη, την οικειότητα και την αγάπη.

Το βιβλίο του Φορντ είναι ένα βιβλίο για την αγάπη και τη μνήμη αλλά και για το χρόνο που εκτείνεται πίσω μας και μπροστά μας, όπως και η μνήμη των δικών μας ανθρώπων. Οι αναμνήσεις του από τον πατέρα που ήταν «άνθρωπος που του άρεσε να είναι ευτυχισμένος», για τον άνθρωπο που επιχειρεί να στήσει μια ζωή στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης συνδέονται με αυτές της μητέρας του που πέθανε πολλά χρόνια αργότερα και η μνήμη της είναι πιο περίπλοκη, καθώς ο συγγραφέας καταθέτει την αγάπη, το σεβασμό και την τρυφερότητα που του ενέπνευσαν οι γονείς του και θέλει να τους τα επιστρέψει.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

[ 3 ]

Στο χείλος της αβύσσου – Έριχ Κέστνερ

Όταν, το 1931, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα Φάμπιαν του Έριχ Κέστνερ, η εθνικοσοσιαλιστική εφημερίδα Volkischer Beobachter έσπευσε να το χαρακτηρίσει «εκδοτικό σκουπίδι». Ο κριτικός που υπέγραφε το κείμενο ήταν, φυσικά, ανώνυμος και ο χαρακτηρισμός αποτέλεσε, και αποτελεί μέχρι σήμερα, τίτλο τιμής. Άλλωστε, λίγους μόλις μήνες αργότερα, το βιβλίο είχε πουλήσει πάνω από 30.000 αντίτυπα, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.

Κι όμως, το αριστούργημα του Κέστνερ δεν ευτύχησε να παρουσιαστεί στους αναγνώστες, όπως ακριβώς το έγραψε και το παρέδωσε ο ίδιος ο δημιουργός του. Ο επιμελητής και ο εκδότης προχώρησαν σε μια σειρά αλλαγών.

Κι ένα ολόκληρο κεφάλαιο λογοκρίθηκε. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες, για να κυκλοφορήσει το βιβλίο για πρώτη φορά πλήρες και χωρίς περικοπές. Η ανά χείρας έκδοση περιλαμβάνει την αρχική μορφή και τον αρχικό τίτλο του μυθιστορήματος, ενώ στο Παράρτημα οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν λεπτομερώς την περιπέτεια του βιβλίου.

Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία του Γιάκομπ Φάμπιαν, άνεργου διδάκτορα της φιλολογίας, ο οποίος, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, εξερευνά τον βερολινέζικο κόσμο της νύχτας. Γύρω του ακμάζουν τα πορνεία, τα ατελιέ των καλλιτεχνών και τα παράνομα καμπαρέ, η ανεργία μαστίζει την κοινωνία, ο πληθωρισμός καλπάζει, οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις καταλήγουν σε βίαιες συγκρούσεις. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης καταρρέει, η πόλη βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι κάτοικοί της ζουν, ερωτεύονται, πολιτικοποιούνται σαν να μην υπάρχει αύριο, βιώνουν την πνευματική τους παρακμή και βυθίζονται στο αλκοόλ και στις καταχρήσεις, γνωρίζοντας πολύ καλά πως το μέλλον δεν υπόσχεται τίποτα. Και, μέσα στη γενικευμένη ανηθικότητα, ο ήρωας του έργου παλεύει να επιβιώσει, παραμένοντας ένας ηθικός άνθρωπος. Ο Κέστνερ, ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς, με εντυπωσιακή γλωσσική μαεστρία, προσφέρει στους αναγνώστες ένα εξαιρετικά απολαυστικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα προφητική μαρτυρία για την Ευρώπη του Μεσοπολέμου και την εποχή πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

Ο διάσημος κριτικός λογοτεχνίας Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι έγραψε το 1974 για τον Κέστνερ, στη Frankfurter Allgemeine Zeitung:

«Έγινε γρήγορα διάσημος και, είτε έγραφε πρόζα είτε στίχους, εκφραζόταν απλά. Γι’ αυτό οι κριτικοί φοβούνταν πως ήταν απλός και ασήμαντος. Ό,τι είχε να πει, ήταν πάντα εντελώς σαφές. Γι’ αυτό του αρνούνταν το βάθος. Ήταν αστείος. Γι’ αυτό δεν τον πήραν ποτέ πολύ στα σοβαρά. Είχε χάρη και γοητεία. Γι’ αυτό τον θεωρούσαν αναξιόπιστο. Ήταν πολύ επιτυχημένος, όπως ο Τουχόλσκι και ο Φάλαντα, ένας κλασικός λαϊκός συγγραφέας. Γι’ αυτό τον αντιμετώπιζαν με δυσπιστία. Αλλά ο Έριχ Κέστνερ, αυτός ο Βερολινέζος από τη Δρέσδη, που ζει πια σχεδόν τριάντα χρόνια στο Μόναχο, είναι φτιαγμένος από την πάστα του Λέσινγκ και του Λίχτενμπεργκ, του Χάινε και του Φοντάνε».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

[ 4 ]

Όλγα – Μπέρνχαρντ Σλινκ

Δύο αιώνες γερμανικής ιστορίας καλύπτει η «Όλγα», το καινούργιο μυθιστόρημα του Μπέρνχαρντ Σλινκ. Χωρίς να φορτώνει το βιβλίο με ιστορικές λεπτομέρειες, ο συγγραφέας του «Διαβάζοντας στη Χάννα» κατορθώνει να παρακολουθήσει την πορεία της ηρωίδας του από τα πρώτα της βήματα μέχρι το τέλος της, επιχειρώντας μια αναδρομή από το γαλλογερμανικό πόλεμο του 1871, την ίδρυση του γερμανικού Ράιχ, το ίδιο έτος, και τους παγκόσμιους πολέμους ως τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, το γερμανικό Μάη του 1968 και τις ημέρες μας. Τα τραύματα από το εθνικό παρελθόν, οι προκαταλήψεις, τα λάθη και ο ταξικός αποκλεισμός δυσκολεύουν τη ζωή των ηρώων και τους κάνουν ανίκανους να ερωτευτούν.

«Ντυνόταν κομψά, μαγείρευε, φρόντιζε τον κήπο της, έκανε περιπάτους, ενώ πότε πότε την επισκέπτονταν παλιοί μαθητές και μαθήτριές της, οι φίλοι της από την περιοχή του Μέμελ μαζί με τα παιδιά τους, ο ‘Αικ. Η μουσική τής έλειπε κάθε μέρα. Στο σχολείο τραγουδούσε μαζί με τα παιδιά, στην εκκλησία διεύθυνε τη χορωδία και έπαιζε εκκλησιαστικό όργανο, ενώ λάτρευε να πηγαίνει στα κοντσέρτα που διοργανώνονταν περιστασιακά στο Τιλσίτ. Τώρα πια μόνο διάβαζε τις παρτιτούρες παίζοντας στον νου της τη μουσική, ωστόσο αυτό δεν ήταν παρά ένα θλιβερό υποκατάστατο. Αγαπούσε επίσης τους ήχους της φύσης, τα πουλιά, το θρόισμα του ανέμου, τον παφλασμό της θάλασσας. Της άρεσε τα καλοκαίρια να την ξυπνούν οι κότες και τους χειμώνες οι καμπάνες της εκκλησίας. Χαιρόταν που δεν μπορούσε να ακούσει τα μεγάφωνα. Ο κόσμος είχε γίνει πιο θορυβώδης με την άνοδο των ναζί. Είχαν εγκαταστήσει παντού μεγάφωνα για να μεταδίδουν ξανά και ξανά βροντερούς λόγους, εμβατήρια και δημόσιες ανακοινώσεις και να μην τους ξεφεύγει άνθρωπος. Τίποτα όμως δεν ηχεί τόσο άσχημα στο αυτί, που για να μην το ακούει κανείς να προτιμά να μην ακούει ούτε τα καλά».

Όπως γράφει το Spiegel, ο Σλινκ εξιστορεί τη ζωή μιας γυναίκας που χάνει τα πάντα, αλλά δεν απογοητεύεται, παραμένει ανοιχτόμυαλη και προσιτή. Μια δυνατή γυναικεία φιγούρα με αλάνθαστο πολιτικό ένστικτο που εμπνέει σεβασμό και που στέκεται με περιφρόνηση απέναντι στον ναζισμό.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική

[ 5 ]

Μικρές φωτιές παντού – Σελέστ Ινγκ

Πόσο ξέρουμε τους διπλανούς μας; Πόσο ξέρουμε τον εαυτό μας; Και τι συμβαίνει όταν αποφασίσουμε να «σκαλίσουμε» τη ζωή των άλλων; Η συγγραφέας Σελέστ Ίνγκ στο δεύτερο μυθιστόρημά της «Μικρές φωτιές παντού» παρουσιάζει μια ιστορία διαφορετικότητας, εξετάζοντας μέσα στη συνθήκη μιας αστικής τακτοποιημένης ζωής, τη ρωγμή που δημιουργείται από την «εισβολή» ανθρώπων που δεν ανήκουν στην τάξη μας ή δεν ταιριάζουν στη νοοτροπία μας.

Το Σέικερ Χάιτς, το ήρεμο, προοδευτικό προάστιο του Κλίβελαντ, στο οποίο όλα κυλούν ειρηνικά θυμίζει την εικόνα των προαστίων που μας έδειξε στον κινηματογράφο ο Τιμ Μπάρτον στον «Ψαλιδοχέρη». Αυτή τη φορά αναστατώνει τη ρουτίνα και αλλάζει τη ζωή της οικογένειας Ρίτσαρντσον η άφιξη στην πόλη μιας γυναίκας «αλλιώτικης». Η Μια Γουόρεν, μια αινιγματική καλλιτέχνιδα που νοικιάζει μαζί με την έφηβη κόρη της, την Περλ, ένα σπίτι των Ρίτσαρντσον. Σύντομα η Μία και η Περλ αποκτούν πολύ σημαντικότερο ρόλο στη ζωή τους από αυτόν των απλών ενοικιαστριών – και τα τέσσερα παιδιά των Ρίτσαρντσον γοητεύονται από τη μητέρα και την κόρη. Η Μία όμως κουβαλά ένα μυστηριώδες παρελθόν που η Έλενα Ρίτσαρντσον θέλει να γνωρίσει. Ο καμβάς της «εισβολής του ξένου» είναι η αφορμή για να μιλήσει η Ινγκ για ζητήματα που η πολιτική ορθότητα και τα δικαιώματα έχουν φέρει στο προσκήνιο, για την υιοθεσία ενός παιδιού άλλης φυλής, για τη φιλανθρωπία, για την ανεκτικότητα. Όμως η ιστορία της είναι η αφορμή για να μιλήσει και για την αγάπη, το φθόνο και την απώλεια.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα μεγάλο, κομψό σπίτι σε ένα πλούσιο προάστιο να βρίσκεται τυλιγμένο στις φλόγες. Οι πυροσβέστες αναφέρουν ότι η φωτιά δεν είναι ατύχημα. Η φωτιά που ανάβει η Ινγκ στην πρώτη σκηνή του βιβλίου είναι η ίδια που ανάβει σε κάθε σελίδα για να εξάψει την περιέργεια του αναγνώστη αλλά και για να δώσει απαντήσεις που ξέρουμε για την ανθρώπινη φύση με τρόπο αριστοτεχνικό. Ο μικρόκοσμος της Ινγκ θυμίζει τα κουκλόσπιτα μινιατούρες. Με όση τελειότητα και αν έχουν γίνει υπάρχει πάντα το ανθρώπινο λάθος.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

[ 6 ]

Ο κόσμος της Ευριπίδου και των πέριξ – Ζωή Ε. Ρωπαΐτου

Οδός Ευριπίδου, Ψυρρή, πλατεία Κουμουνδούρου, Γεράνι. Το εμπορικό κέντρο της παλιάς Αθήνας. Γειτονιές που τις αγάπησαν και τις κατοίκησαν άνθρωποι απλοί, αλλά και σπουδαίοι συγγραφείς και καλλιτέχνες (Παπαδιαμάντης, Μητσάκης, Πικιώνης, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Εγγονόπουλος, Χατζιδάκις κ.ά.). Μυρωδιές που διεγείρουν. Ήχοι ασυνήθιστοι, ξεχασμένοι. Περιοχές που μεταλλάχθηκαν με την πάροδο του χρόνου.

Οικονομική κρίση, μετανάστες, ναρκομανείς, κι ανάμεσά τους κάτοικοι και επαγγελματίες που αρνούνται να απομακρυνθούν, να λιποτακτήσουν. Παλιές και νέες συνθήκες προσπαθεί ν’ αφουγκραστεί το βιβλίο. Ένα μέσον για ν’ ακουστεί η φωνή των παλιών και των τωρινών κατοίκων.

Βασικός σκοπός του είναι να παρακινήσει τον αναγνώστη να επισκεφθεί την περιοχή, όχι μόνο για την κάλυψη των πρακτικών αναγκών. Να διαβεί τα κατώφλια παλιών παντοπωλείων, εργαστηρίων, και παντός είδους καταστημάτων. Να θαυμάσει παλιά κτίρια, εκκλησίες, δρομίσκους και μπαλκόνια αλλοτινών καιρών, να γνωρίσει την Εταιρεία των Φίλων του Λαού και την Διπλάρειο Σχολή. Έτσι, ακολουθώντας τις διαδρομές αυτού του βιβλίου, ο αναγνώστης θα ακούσει το παρελθόν να συνομιλεί με το παρόν και θα συναντηθεί με ένα κομμάτι του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.

Η έδρα του χονδρικού εμπορίου από τη δεκαετία του ’50 ως τη δεκαετία του ’80 ήταν στις οδούς Αθηνάς, Ευριπίδου, Σοφοκλέους, Σωκράτους, Μενάνδρου αλλά και στην περιοχή του Ψυρρή. Διεξαγόταν σε  αυτήν την περιοχή το χονδρικό εμπόριο όλων των ειδών: τροφίμων, γλυκισμάτων και ποτών,  πρώτων υλών ζαχαροπλαστικής. Επίσης υφασμάτων, ειδών ραπτικής, υλικών υποδηματοποιίας, χαρτικών, ζωοτροφών και άλλων. Παράλληλα, όμως, στην ίδια περιοχή υπήρχε και το λιανικό εμπόριο. Αυτό γινόταν είτε από τα ίδια τα μαγαζιά που έκαναν κυρίως χονδρικό εμπόριο  ή από μαγαζιά αποκλειστικά λιανικού εμπορίου και ακόμη από τους πλανόδιους λιανοπωλητές.

Επειδή, πριν από μισόν αιώνα, δεν είχαν δημιουργηθεί τα προάστια γύρω από την Αθήνα, δεν υπήρχαν, φυσικά, οι Αγορές και τα εμπορικά Κέντρα που δημιουργήθηκαν μετά. Ο κόσμος πήγαινε στην Κεντρική Αγορά συνήθως κάθε Σάββατο (ημέρα πληρωμής των εργατουπαλλήλων)  και, καθημερινά, στον μπακάλη της γειτονιάς για τα τρόφιμα της ημέρας, διότι ακόμη τότε τα νοικοκυριά δεν διέθεταν ηλεκτρικό ψυγείο. Στα περισσότερα σπίτια υπήρχε ψυγείο πάγου και σε κάποια υπήρχε μόνο το «φανάρι» . Έτσι, δεν μπορούσε να γίνει αποθήκευση ούτε μεγάλης ποσότητας τροφίμων, ούτε για πολλές ημέρες. Ο κάθε Αθηναίος νοικοκύρης τόσο στη γειτονιά του, όσο και στην Κεντρική Αγορά, είχε τον δικό του χασάπη, τον δικό του μανάβη, τον δικό του έμπορο. Οι σχέσεις των χονδρεμπόρων με τους λιανέμπορους, όσο και οι σχέσεις εμπόρων και πελατών ήταν προσωπικές.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

[ 7 ]

Η Μοντέστ Μινιόν – Ονορέ ντε Μπαλζάκ

Μια ερωτική περιπέτεια, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, που δίνει την ευκαιρία στον μεγάλο Γάλλο συγγραφέα να μιλήσει για τη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες.

Έναν έρωτα σαν αυτόν των μυθιστορημάτων, κατά προτίμηση με λογοτέχνη, ονειρεύεται η Μοντέστ και αποφασίζει να γράψει σ’ έναν γνωστό ποιητή χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, για να μην την ανακαλύψουν όσοι έχουν αναλάβει την προστασία της μετά την οικονομική καταστροφή και τη φυγή του πατέρα της. Ούτε όμως η υπογραφή στην απαντητική επιστολή που λαμβάνει είναι αληθινή. Απασχολημένος με την καριέρα του ο ποιητής έχει αναθέσει στον γραμματέα του να ασχοληθεί με τη θαυμάστρια. Οι δύο νέοι ερωτεύονται. Τι θα γίνει όμως όταν πέσουν οι μάσκες και όταν ο ποιητής αποφασίσει να γνωρίσει κι αυτός την κοπέλα και στους θαυμαστές της Μοντέστ προστεθεί κι ένας δούκας;

Πηγή έμπνευσης για τη Μοντέστ Μινιόν η πολύχρονη ερωτική ιστορία του ίδιου του  Μπαλζάκ με την κυρία Χάνσκα, τη μετέπειτα γυναίκα του, στην οποία την αφιερώνει. Ένα δικό της κείμενο, με πολλές αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες, τον ώθησε να γράψει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα από την Ανθρώπινη Κωμωδία. Ερωτικές περιπέτειες άλλων διάσημων συναδέλφων, με πρώτο τον Γκαίτε, του πρόσφεραν πολλά στοιχεία για να σχολιάσει εμμέσως λογοτεχνικά είδη, συγγραφικές πρακτικές και αισθηματικές σχέσεις και να περιγράψει με απολαυστικό τρόπο «μια μάχη», όπως έλεγε ο ίδιος, «της πραγματικότητας με την ποίηση, του ιδανικού με το θετικό».

Τα όσα κρύβονται πίσω από τις περιπέτειες της Μοντέστ, της οικογένειας και των μνηστήρων της, τα περιγράφουν τα επίμετρα της έκδοσης: o Maurice Regard μιλά για τις συνθήκες συγγραφής του έργου και τις απόψεις του Μπαλζάκ, η  Laelia Veron ρίχνει τις «μάσκες στον Μπαλζάκ», η Pierre Chardon αναλύει την προσωπικότητα και το έργου του μεγάλου συγγραφέα. Την έκδοση εμπλουτίζει και κείμενο του ίδιου του Μπαλζάκ για τον Γκαίτε και τη σχέση με την Μπετίνα φον Άρνιμ.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg

[ 8 ]

Σάμα – Αντόνιο ντι Μπενεντέτο

Το έργο του Αντόνιο ντι Μπενεντέτο κυκλοφορούσε για χρόνια σαν ένα μυστικό, σαν ένας ψίθυρος που όλο και δυνάμωνε στο πέρασμα των δεκαετιών. Σήμερα πια ο ίδιος συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων πεζογράφων της Λατινικής Αμερικής. Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1956 και θεωρείται ένα από τα διαχρονικά αριστουργήματα της ισπανόφωνης και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Με ένα ύφος σαγηνευτικό που καταλήγει συγκλονιστικό, ο Αργεντινός συγγραφέας αφηγείται μια κρίσιμη φάση στη ζωή του δον Ντιέγο ντε Σάμα, αξιωματούχου του ισπανικού στέμματος στην Παραγουάη του 18ου αιώνα.

Ο ήρωας είναι το θύμα μιας ατέρμονης αναμονής· αναμονής για ένα πλοίο, για μια αναγνώριση και μια μετάθεση στο Μπουένος Άιρες, ώστε να σμίξει και πάλι με τη γυναίκα του τη Μάρτα. Καθώς νιώθει εξορισμένος σ’ έναν αφιλόξενο τόπο, η προσμονή του γίνεται αγωνιώδης, στοχαστική, υπαρξιακή. Ο ίδιος αυτός τόπος επιχειρεί να τον ξελογιάσει και τις ληθαργικές ώρες τον πολιορκεί με σκέψεις απιστίας, αναγκάζοντάς τον να παλεύει μέσα στη μοναξιά του με το δικαίωμα να ερωτευτεί. Το Σάμα είναι ένα αλησμόνητο μυθιστόρημα για τα έσχατα όρια της ανθρώπινης συνθήκης.

Στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ασουνσιόν, την πρωτεύουσα της Παραγουάης ο δον Ντιέγο ντε Σάμα περιμένει να αναβαθμιστεί, να τον μεταθέσουν στο Μπουένος Αϊρες δίνοντάς του ένα νέο, καλύτερο πόστο, ώστε να ξαναβρεθεί με την οικογένειά του που ζει στη Μεντόσα της Αργεντινής. Οι προσδοκίες του είναι μάταιες, το μέλλον που περιμένει δεν πρόκειται να έρθει. Η εικόνα της οικογένειάς του ξεθωριάζει, μαζί και η εικόνα της γυναίκας του. Ο Σάμα θα δημιουργήσει ένα υποκατάστατο, μια ουτοπία μια γυναίκα νεώτερη και Ευρωπαία για να ζήσει μαζί της ένα μεγάλο έρωτα μέσα στις φαντασιώσεις του. Ο Σάμα είναι ο ήρωας ενός χαμένου κόσμου, της Λατινικής Αμερικής, ένας ήρωας αρνητικός, νάρκισσος και αβέβαιος που διανύει την απόσταση της ζωής του μέσα σε ένα υπαρξιακό δράμα που βρίθει παρεξηγήσεων και διαψεύσεων.

Η αφήγηση καλύπτει δέκα χρόνια από τη ζωή του Σάμα μέσα στα οποία μεταμορφώνεται από κακός σε ξένο. Ξένος με τον εαυτό του, ξένος ανάμεσα σε άλλους. Το φανταστικό και ψυχολογικό συγχρόνως πορτραίτο του Σάμα βρίσκεται μέσα στη δίνη της σύγκρουσης του κοσμοπολιτισμού με τον τοπικισμό που χαρακτηρίζουν τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής, ο συγγραφέας του, που δεν έγινε ποτέ διάσημος όταν ήταν εν ζωή, μας άφησε ένα από τα σπουδαιότερα έργα «μαγικού ρεαλισμού» της ισπανόφωνης λογοτεχνίας.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

[ 9 ]

   Ναρκωμένες αναμνήσεις – Πατρίκ Μοντιανό

«Ονομάζονται Μαντλέν, Ζενεβιέβ, Μιρέιγ, Μαρτίν… και βαδίζουν ισορροπώντας σε αιωρούμενες λέξεις, πάνω στο εύθραυστο, σχεδόν διάφανο νήμα που χωρίζει τη βιογραφία από τη μυθοπλασία του Μοντιανό. Οι Ναρκωμένες Αναμνήσεις ακολουθούν τα ίχνη έξι γυναικών που συνάντησε ο αφηγητής, εικοσάχρονος στα μέσα της δεκαετίας του ’60, και στη συνέχεια τις έχασε. Ψήγματα των ιστοριών τους αναδύονται στη μνήμη του, μαζί με την ανάμνηση ενός κόσμου που έχει πια χαθεί: ο παλιός κόσμος κρατούσε για μια τελευταία φορά την ανάσα του πριν καταρρεύσει…».

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα βρίσκουμε στοιχεία αστυνομικής ιστορίας: υπάρχει ένας νεκρός, ένα πιστόλι που πρέπει να εξαφανιστεί, φυγή της δολοφόνου και του συνεργού της για να μη συλληφθούν, ωστόσο ο Μοντιανό αφήνεται κι εδώ στον ίλιγγο της μνήμης. Συναντήσεις τυχαίες, αμφίσημες λέξεις, ονειροπολήσεις, δρόμοι «γεμάτοι φαντάσματα», καφέ και σταθμοί του μετρό, τηλέφωνα που ηχούν σε μεγάλα, άδεια διαμερίσματα, όλα αυτά ιδωμένα κάτω από ένα ανησυχητικό φως.

«Μυθιστόρημα μαθητείας ή συναισθηματική αγωγή, εγχειρίδιο για την ανάμνηση ή πραγματεία εσωτερισμού, τελικά ένα βιβλίο συγκινητικού στοχασμού, μεταξύ ποίησης και ρεαλισμού, πάνω στη φυγή, στο τυχαίο και στην επανάληψη, στις «αιώνιες επιστροφές» στη ζωή και στη γραφή», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου η μεταφράστρια Αλεξάνδρα Κωσταράκου.

Ο Πατρίκ Μοντιανό, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2014, είναι ο δέκατος πέμπτος Γάλλος που τιμήθηκε με το ίδιο βραβείο.  Αναγγέλλοντας τη βράβευσή του, η Σουηδική Ακαδημία αναφέρθηκε στην «τέχνη της μνήμης, χάρη στην οποία ο συγγραφέας ζωντάνεψε τις πιο ανεπαίσθητες ανθρώπινες ιστορίες κι έφερε στο φως τη ζωή στην Κατοχή».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

[ Καλή ανάγνωση ]