starΜικρά ή μεγάλα; Πολυσέλιδα, αυτά που έμειναν στο κομοδίνο για να διαβαστούν στις διακοπές, καινούργιες εκδόσεις, μεγάλοι συγγραφείς, μια γεύση από βιβλία που διαβάσαμε και σας προτείνουμε με τη σκέψη στο καλοκαίρι και την απόλαυση της ανάγνωσης.

 [ 1 ]

«Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια» του Αλέξη Πανσέληνου

Ήταν μια πολύ ζόρικη εποχή. Και ας προσπαθούν οι νοσταλγοί της να μας πείσουν για τη λαμπερή της εικόνα, τις βραδιές στα μεγάλα ξενοδοχεία και τα αστικά σαλόνια. Ήταν μια εποχή αντιφατική και δύσκολη και φτωχή και με μεγάλες προσδοκίες από την άλλη. Στην άκρη του μολυβιού του Αλέξη Πανσέληνου ζουν πολλές ζωές.

Στο χάραμα της δεκαετίας του ’50, όλοι θέλουν να ξεχάσουν τις «πίσω τους σελίδες» που παραμονεύουν και γραπώνουν τη νέα τους ζωή. Ο εμφύλιος δεν έχει τελειώσει και δε θα τελειώσει σύντομα. Κι ας λένε άλλα τα ελαφρά ελληνικά τραγούδια, σαν φάρμακο της λήθης παυσίπονο και αναισθητικό. Το τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου έχει τίτλο «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια», μια ειρωνική μουσική υπόκρουση στα μεγάλα πολιτικά γεγονότα της εποχής, την εκτέλεση του Μπελογιάννη, το παλάτι και την κυβέρνηση Πλαστήρα, κατασκόπους και μια Ελλάδα θέατρο αναπάντεχων εξελίξεων.

Έχει την Αθήνα που μπορεί να νοσταλγήσουν ακόμα και αυτοί που δεν την έζησαν έτσι. Τα καταστήματα υαλικών και υφασμάτων, τα ζαχαροπλαστεία, τα κέντρα της εποχής και τα «μοντέρνα στέκια» ονόματα υφασμάτων που δεν υπάρχουν πια, τα νεανικά περιοδικά. Έχει μια πόλη που μεγαλώνει με δυο ταχύτητες, τις γειτονιές και το κέντρο, σπασμένα πεζοδρόμια και αυλές και μοντέρνα διαμερίσματα και πολλά όνειρα της ασφάλειας και της ανεμελιάς που δεν έχουν ακόμα ματαιωθεί.

Ο απίθανος καμβάς του Πανσέληνου, η Αθήνα, υποδέχεται μια ρεαλιστική λεπτομερή αφήγηση που πάλλεται, που δε γίνεται ποτέ βαρετή και φλύαρη, καθώς ένα πλήθος χαρακτήρων κάθε κοινωνικής τάξης και ιδεολογίας, συμπαθείς και αντιπαθείς ήρωες, πρόσωπα που αχνοφαίνονται σε παλιές φωτογραφίες, αποκόμματα εφημερίδων της εποχής και καρτ ποστάλ, αναδύονται από ένα παρελθόν που αξίζει κάθε του λεπτομέρεια κάθε μικρή κίνηση, κάθε ανάσα.

Η Αθήνα του ’50 ζωντανεύει στην πιο πλήρη λογοτεχνική της εικόνα, μια καρτ ποστάλ που δεν παλιώνει ποτέ.

 [ 2 ]

«4 3 2 1» του Paul Auster

Μην σας τρομάξουν οι 1.300 περίπου σελίδες του. Ο Paul Auster έγραψε ένα αριστούργημα στα 71 του χρόνια. Ο ήρωάς του, ο Φέργκιουσον, είναι συνομήλικος του συγγραφέα, -στις 3 Φεβρουαρίου του 1947 γεννήθηκε ο Auster, στις 3 Μαρτίου του 1947 γεννήθηκε ο Φέργκιουσον-, παρόλα αυτά, η ζωή του ήρωα καμία σχέση δεν έχει με αυτήν του συγγραφέα, όπως λέει και ο ίδιος. Παρόλο που στο πολυπρόσωπο βιβλίο του, στο ιδιοφυές λογοτεχνικό σταυρόλεξο εικόνων, εννοιών και γεγονότων που επινοεί, ο Auster καταγράφει τον κόσμο του και τον σύγχρονο κόσμο μέσα από τα βιβλία, τις ταινίες, τα σπορ, την πολιτική και το σεξ.

Ο ήρωας πρωταγωνιστεί σε τέσσερις διαφορετικές ιστορίες ενηλικίωσης. Είναι ο ίδιος που ζει τέσσερις διαφορετικές ζωές. Για τις οποίες παίζει ρόλο η τύχη και το τυχαίο.

Ο Auster φέρνει σε πρώτο πλάνο το «αν» που απασχολεί ένα συγγραφέα καθώς πλέκει την ιστορία και τους χαρακτήρες του. «Πόσο ενδιαφέρουσα σκέψη, είπε από μέσα του ο Φέργκιουσον: να φαντάζεται πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα γι’ αυτόν παρόλο που ήταν ο ίδιος. Το ίδιο αγόρι σε διαφορετικό σπίτι με διαφορετικό δέντρο. Το ίδιο αγόρι με διαφορετικούς γονείς. Το ίδιο αγόρι με τους ίδιους γονείς που δεν έκαναν τα ίδια πράγματα με τώρα. Κι αν ο πατέρας του ήταν ακόμη κυνηγός μεγάλων θηραμάτων, για παράδειγμα και ζούσαν όλοι στην Αφρική; Κι αν η μητέρα του ήταν μια διάσημη ηθοποιός του κινηματογράφου και ζούσαν όλοι στο Χόλιγουντ; Κι αν είχε αδελφό ή αδελφή; Κι αν ο θείος του ο Άρτσι δεν είχε πεθάνει και το δικό του όνομα δεν ήταν Άρτσι; Κι αν είχε πέσει από το ίδιο δέντρο και είχε σπάσει δύο πόδια αντί για ένα; Κι αν είχε σπάσει και τα δύο χέρια και τα δύο πόδια; Κι αν είχε σκοτωθεί; Ναι, όλα ήταν πιθανά, και το ότι τα πράγματα γίνονταν έτσι δεν σήμαινε από μόνο του ότι δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς».

Ναι, στο μυθιστόρημα του Auster τα πράγματα γίνονται έτσι και αλλιώς, είναι γεγονότα αλλά και η προσωπική αγωνία για μια άλλη ζωή που υπακούει στη μοίρα σε μια άλλη μοίρα ή σε ένα άλλο ενδεχόμενο.

Στο 4 3 2 1 οι ήρωες είναι παιδιά, έφηβοι και φτάνουν στην αρχή της ενηλικίωσης, αυτός είναι ένας ακόμα άθλος του Auster, να ανακαλέσει την παιδική και την εφηβική εντύπωση για τον κόσμο και τα γεγονότα, να είναι αυτός ο ήρωας και όχι ο παρατηρητικός συγγραφέας. Οι τέσσερις ζωές είναι συναρπαστικές, καθηλωτικές και εθιστικές. Είναι ένα συγκινητικό βιβλίο για τις πολλές εκδοχές της ζωής και των φωτεινών και σκοτεινών περιοχών της. Ποιος το περίμενε ότι το τελευταίο βιβλίο του Paul Auster θα ήταν απλώς ασύγκριτο;

 [ 3 ]

«Η μοναδική ιστορία» του Τζούλιαν Μπαρνς

Πώς μπορείς να αποκαλέσεις μια ιστορία που το τέλος της, σημαίνει ότι έχεις χάσει το πιο ζωτικό κομμάτι της ζωής σου; Σπαραξικάρδια ίσως; Η ιστορία που γράφει ο Τζούλιαν Μπαρνς στο τελευταίο του βιβλίο «Η Μοναδική ιστορία» είναι μια τέτοια ιστορία, σκοτεινή και τρυφερή.

Ο μεσήλικας αφηγητής του βιβλίου ανατρέχει στην πρώτη του αγάπη, στον έρωτα του 19χρονου Paul με την 48χρονη Σούζαν Μακλάουντ. Ο συγγραφέας το ξεκαθαρίζει εξαρχής: Μη φανταστείτε μια ερωτική ιστορία με τη σεξουαλική εκπαίδευση ενός νεαρού μιας συντηρητικής αγγλικής περιοχής 15 μίλια νότια του Λονδίνου. Ο Πολ ερωτεύεται τη Σούζαν και μαζί με αυτήν την ιδέα μιας μποέμικης ζωής, ερωτεύεται την ιδέα μιας γυναίκας που ποθεί την ελευθερία της πέρα από τη σύμβαση του γάμου και της οικογένειάς της, ερωτεύεται ένα σπίτι εντελώς διαφορετικό από το πατρικό του.

Πενήντα χρόνια αργότερα σαν αφηγητής αναγνωρίζει τελικά ότι αυτή η αποτυχημένη σχέση διαμόρφωσε την ταυτότητά του, είναι η σημαντική ιστορία της ζωής του. Μια ιστορία καταστροφική, βασανισμένη την οποία ο Μπαρνς αφηγείται με επίκεντρο την έννοια της αγάπης και όχι της απώλειας. Την ξεκινά σε πρώτο πρόσωπο, τη συνεχίζει στο δεύτερο μέρος σε δεύτερο πρόσωπο και αποχαιρετά την ιστορία του στο τρίτο μέρος σε τρίτο πρόσωπο, επιτελώντας μια πράξη αποχωρισμού στην ίδια του τη ζωή.

Η σχέση τους δημιουργεί σκάνδαλο στη μικρή κοινότητα, οι δυο τους αποφασίζουν να μετακομίσουν στο Λονδίνο. Η αγάπη και ο έρωτας είναι πράγματα δυσβάσταχτα, αυτό λέει ο Μπαρνς που παρακολουθεί με τρυφερότητα την πτώση των ηρώων του, τη Σούζαν να κυλά στο ποτό και την κατάθλιψη τελικά, και τον Πολ να ψάχνει απεγνωσμένα μια έξοδο κινδύνου. Η Σούζαν δεν είναι μια κυρία Ρόμπινσον, η σεξουαλική τους σχέση έχει δώσει τη θέση της σε μια άλλη που περιέχει χαρακτηριστικά «οικογενειακά», φροντίδα, ανησυχία και θυμό. Αλλά η αγάπη είναι αυτό που συνδέει, αυτό που υπερισχύει όλων. Αυτή η τσακισμένη αγάπη που θα κρατήσει μέχρι το τέλος.

«Θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα». Αυτή είναι η ουσία του βιβλίου, η πρώτη του φράση.

Ο Τζούλιαν Μπαρνς χαρτογραφεί μοναδικά τα φωτεινά και τα σκοτεινά μονοπάτια της καρδιάς, περιγράφει με έναν τρόπο μοναδικό την εξαντλητική προσπάθεια ενός ανθρώπου να αποδείξει ότι η αγάπη οδηγεί στην ευτυχία.

Ο Μπαρνς γράφει έναν ύμνο στην έννοια της αγάπης και την απώλειά της ενώ στον συγγραφικό του καθρέφτη αντανακλώνται η αφέλεια του 19χρονου και η πικρία ενός ηλικιωμένου που κοιτάζει πίσω μισό αιώνα αργότερα. Και ολοκληρώνει την ιστορία του με ένα ήσυχο σχεδόν αθόρυβο τέλος, του έρωτα που βάρυνε τις καρδιές περισσότερο από όσο τις απογείωσε.

Τα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο