Με μια μεγάλη έκθεση στη National Portrait Gallery, η Βρετανία γιορτάζει τη γέννηση της φωτογραφίας παρουσιάζοντας τέσσερις «γίγαντες της βικτοριανής εποχής» όπως τους αποκαλεί. Την Julia Margaret Cameron (1815-79), τον Lewis Carroll (1832-98), τη Lady Clementina Hawarden (1822-65) και τον Oscar Rejlander (1813-75).

Οι πρωτοπόροι καλλιτέχνες παρουσιάζονται σε μια έκθεση με φωτογραφίες που συγκεντρώθηκαν από δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές σε διεθνές επίπεδο. Επηρεασμένοι από την ιστορική ζωγραφική και συχνά συσχετισμένοι με την Αδελφότητα των Προ-Ραφαηλιτών, οι τέσσερις καλλιτέχνες σχημάτισαν μια γέφυρα μεταξύ της τέχνης του παρελθόντος και της τέχνης του μέλλοντος, της φωτογραφίας.

The Whisper of the Muse / Portrait of G.F. Watts, Julia Margaret Cameron

Εάν θέλετε να βρείτε το ισοδύναμο του Μανέ και των ιμπρεσιονιστών στη βικτοριανή Βρετανία, δεν θα το βρείτε στα στούντιο των ζωγράφων, αλλά στην τέχνη των φωτογράφων της εποχής. Και μάλιστα των γυναικών, αφού αυτές είναι και οι αδιαμφισβήτητες σταρς της έκθεσης.

Οι εικόνες τους είναι προσωπικές, τολμηρές, με ένα ωμό ρεαλισμό και μια έξοχη ποιητικότητα. Οι διορατικές φωτογράφοι αποτελούν μοναδικές περιπτώσεις στα παγκόσμια χρονικά της φωτογραφίας. Η εικόνα τους, μυστηριώδης και ανεξιχνίαστη, υπερβαίνει το χρόνο, ανατρέπει την εικόνα όπως την γνωρίζαμε μέχρι την εποχή τους, η πρωτότυπη δημιουργία τους δεν είχε προηγούμενο.

Julia Margaret Cameron

Η φωτογραφική καριέρα της Κάμερον διήρκεσε μόνο έντεκα χρόνια (1864-1875) αλλά άφησε πίσω της το πρώτο σημαντικό και συγκροτημένο καλλιτεχνικό φωτογραφικό έργο στην ιστορία της φωτογραφίας. Σήμερα επάξια τη θεωρούμε από τις σημαντικότερες φωτογράφους στην ιστορία του μέσου. Για 11 χρόνια η δημιουργικότητα της Κάμερον ήταν εκρηκτική. Έπιασε τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια της στα 49 της χρόνια και δεν την άφησε ποτέ, όταν διαπίστωσε ότι με το μέσο αυτό μπορούσε να δημιουργήσει τον δικό της κόσμο.

Παρά τα τεχνικά λάθη που της καταλόγιζαν, η Κάμερον δημιουργούσε παθιασμένα και απεικόνιζε σκηνές με θρησκευτικά θέματα όπως και θέματα που είχαν σχέση με τον βασιλιά Αρθούρο και τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης. Η Κάμερον γεννήθηκε στην Καλκούτα της Ινδίας το 1815 από πατέρα αξιωματικό του Αγγλικού στρατού και μητέρα Γαλλίδα, προερχόμενη από αριστοκρατική οικογένεια. Εγκατεστημένη με την οικογένειά της στο Isle of Wight της Αγγλίας από το 1848, είχε σπουδαίο κύκλο φίλων, επιστημόνων καλλιτεχνών και πολιτικών.

Η ευφυής αυτή καλλιτέχνης είχε βαθιά πίστη στην αξία του έργου της, δούλεψε ασταμάτητα, φροντίζοντας μάλιστα οι φωτογραφίες της να εκτεθούν σαν έργα τέχνης. Από το ημερολόγιό της φαίνεται ότι ήταν απόλυτα συνειδητή για το ότι έκανε τέχνη, σε μια εποχή που η φωτογραφία δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί ως τέτοια. Τα ντελικάτα, εκφραστικά πορτρέτα της με θέματα που ποικίλουν, από τον Alfred Tennyson μέχρι έναν εργάτη σε φυτεία στην Σρι Λάνκα, χαρακτηρίζουν τη γκάμα του έργου της που περιελάμβανε τον σύζυγο και τα παιδιά της, συγγενείς, υπηρέτες, καλλιτέχνες και επιστήμονες της εποχής της, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν από την ευφυή αυτή καλλιτέχνιδα σε ήρωές της. Η Κάμερον πέθανε στην Κεΰλάνη το 1879.

Beatrice, 1866, Julia Margaret Cameron

The Wild Flower, 1874, Julia Margaret Cameron

The parting of Sir Lancelot and Queen Guinevere, 1874, Julia Margaret Cameron

Lady Clementina Hawarden

Η λαίδη Κλεμεντίνα Χάρντεν γεννήθηκε το 1822. Μεγάλωσε στο οικογενειακό κτήμα στη Γλασκόβη. Μεγάλο μέρος της ζωής της παραμένει ακόμα ένα μυστήριο. Παντρεύτηκε τον Cornwallis Maude Hawarden το 1845 και έζησε στο Λονδίνο μέχρι το 1857, όταν μετακόμισε με τον σύζυγό της στο οικογενειακό κτήμα στην Ιρλανδία.

Οι περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή της προέρχονται από τις περίπου 800 φωτογραφίες που άφησε πίσω της. Είναι πιθανό ότι η Χάρντεν άρχισε να πειραματίζεται με τη φωτογραφία το 1857, με στερεοσκοπικές φωτογραφίες τοπίου γύρω από το κτήμα Dundrum. Το 1859 η οικογένεια επέστρεψε στο Λονδίνο. Άρχισε τότε να φωτογραφίζει τις κόρες της πριν προχωρήσει σε πορτρέτα μεγάλου μεγέθους. Είχε μετατρέψει σε στούντιο τον πρώτο όροφο του σπιτιού της αφαιρώντας έπιπλα και διακοσμητικά.

Clementina Maude, από τη Lady Clementina Hawarden, 1862-3.

Με το σύζυγό της είχαν οκτώ παιδιά και οι οικογενειακές ευθύνες δε τη σταμάτησαν από την ενασχόλησή της με τη φωτογραφία. Παρουσίασε το έργο της με τη Φωτογραφική Εταιρεία του Λονδίνου το 1863 και το 1864, με τίτλους «Σπουδές Ζωής» και «Φωτογραφικές Σπουδές», και βραβεύτηκε με το ασημένιο μετάλλιο της Εταιρείας και τις δυο φορές για τη σύνθεση των έργων της. Οι εικόνες της Χάρντεν σχετίζονται με σημαντικά ζητήματα όπως το φύλο, η μητρότητα και η σεξουαλικότητα, όπως και με την εγγενή συγγένεια της φωτογραφίας με την απώλεια, την αναπαραγωγή και την αναπαραγωγή, την ψευδαίσθηση, το φετίχ.

Η Χάρντεν πέθανε στο Νότιο Κένσινγκτον, στις 19 Ιανουαρίου 1865, αφού υπέφερε από πνευμονία για μία εβδομάδα σε ηλικία 42 ετών. Το ανοσοποιητικό της σύστημα ήταν εξασθενισμένο από τη συνεχή επαφή με τις φωτογραφικές χημικές ουσίες. Η ενασχόλησή της με τη φωτογραφία διήρκεσε μόνο επτά χρόνια στο διάστημα των οποίων γέννησε τρία από τα οκτώ παιδιά της. «Είναι μια απώλεια για τη φωτογραφία, την οποία θα είχε προχωρήσει πολύ ως τέχνη», έγραψε στη νεκρολογία της ο φωτογράφος O. G. Rejlander.

Isabella από την Clementina Hawarden

Οι κόρες της Clementina, Lady Hawarden

Οι κόρες της Clementina, Lady Hawarden

Info:

 Victorian Giants: The Birth of Art Photography | 1 – 20 Μαρτίου 2018 |  National Portrait Gallery