Οι «Εμιγκρέδες» του Σλάβομιρ Μρόζεκ (έτος γραφής: 1974) αποδεικνύονται ένα από τα αγαπημένα έργα στη χώρα μας. Κάτι το πολιτικό του θέμα, κάτι η σκηνική του «ευκολία», καθώς μοιράζεται σε δύο μόνο πρόσωπα, το έχει καταστήσει προσφιλή επιλογή τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Από τις ελληνικές παραστάσεις, περισσότερο από κάθε άλλη, ιδιάζουσα βαρύτητα φέρει μέχρι σήμερα αυτή που είχε σκηνοθετήσει ο Λαέρτης Βασιλείου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (2003-04) με Αλβανούς ηθοποιούς και συντελεστές -μετανάστες στη χώρα μας– και η οποία δινόταν τόσο στην αλβανική όσο και στην ελληνική γλώσσα. Επρόκειτο για μια από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που επιτάσσουν να αφήσουμε την καλλιτεχνική υπόσταση μιας παράστασης σε δεύτερη μοίρα, καθώς αυτή πρωτίστως αποτελεί ένα κοινωνικοπολιτικό γεγονός.

Ο Μρόζεκ, αυτοεξόριστος ο ίδιος από την κομμουνιστική Πολωνία στη δυτική Ευρώπη, καταθέτει στο έργο του τη συνύπαρξη δύο ξένων -εμφανώς από κάποια χώρα του ανατολικού μπλοκ-, που βρίσκονται να μοιράζονται ένα υπόγειο διαμέρισμα σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη· ο ένας (ο ΧΧ), εργάτης, οικονομικός μετανάστης που έφυγε για να μπορέσει να θρέψει την οικογένειά του, ο άλλος (ο ΑΑ), διανοούμενος, πολιτικός εξόριστος και αντιρρησίας του καθεστώτος. Ο Μρόζεκ βασίζεται κατά κύριο λόγο στην αντιπαράθεση δύο διαφορετικών «τύπων» ανθρώπου: ο «εγκέφαλος» απέναντι στο «πρωτόπλασμα», το πνεύμα απέναντι στο σώμα, η νόηση απέναντι στο ένστικτο, η ιδεολογία απέναντι στην παντελή έλλειψή της· αυτά είναι, πάνω κάτω, τα πλαίσια μέσα στα οποία σκιαγραφούνται τα δύο δραματικά πρόσωπα. Αν ο ΧΧ νοιάζεται μονάχα για την εκπλήρωση των σωματικών του αναγκών και την απαραίτητη αποταμίευση που θα του επιτρέψει να επιστρέψει στην πατρίδα του (και να χτίσει «ένα σπίτι με καλοριφέρ» για την οικογένειά του), ο ΑΑ, που «χρησιμοποιεί» τον ΧΧ ως αντικείμενο μελέτης για το βιβλίο που θέλει να γράψει, πρεσβεύει την απελευθέρωση από κάθε είδους πνευματική ή υλική σκλαβιά

Η έντονη αυτή αντίθεση αποτελεί κατά μία έννοια ευκολία, εφόσον δίνει πάτημα στη σκηνοθεσία για μια ευδιάκριτη αναπαράστασή της. Στην πραγματικότητα, όμως, το έργο μάλλον θέτει σημαντικά εμπόδια, καθώς παρά το ενδιαφέρον θέμα του, φαίνεται να στερείται θεατρικότητας, των χυμών εκείνων που θα το κάνουν να κυλήσει αβίαστα επί σκηνής. Ο Μρόζεκ «δανείζεται» στοιχεία από το θέατρο του παραλόγου – από το οποίο έχει ούτως ή άλλως επηρεαστεί: στους «Εμιγκρέδες» έχουμε να κάνουμε με δύο άνδρες αλληλοεξαρτώμενους σε κάποιο βαθμό, με την καθημερινή τους συνύπαρξη σε έναν χώρο οριακής εγκατάλειψης, ο διάλογός τους εξαντλείται εν πολλοίς σε τετριμμένες ή ανούσιες κουβέντες -από τις οποίες προκύπτουν συνειρμικά οι όποιες θέσεις τους- και πολλές από τις ενέργειές τους υπόκεινται σε κάποια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα. Όλα αυτά προκειμένου μέσα από την ιστορία να διατυπωθούν οι υπαρξιακές και πολιτικές αγωνίες του συγγραφέα. Εκεί που φαίνεται να πάσχει το έργο είναι αφενός στο λεκτικό ύφος και αφετέρου στη δημιουργία πειστικών -ακόμη και μέσα στην ενδεχόμενη απιθανότητά τους, όπως είναι, π.χ., οι ήρωες του Μπέκετ- ανθρώπων: ο λόγος ακούγεται, σε σημεία τουλάχιστον, κάπως άκαμπτος -και το έργο καταλήγει να μοιάζει εν μέρει με ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα παρά με σύνθεση μιας αναπαραστάσιμης ιστορίας-, ενώ οι ήρωες πείθουν περισσότερο ως αφορμές για να διατυπωθούν οι θέσεις του συγγραφέα παρά ως άνθρωποι με «σάρκα και οστά».

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου σκηνοθετώντας το έργο στη Β΄ σκηνή του θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας αποκατέστησε σε σημαντικό βαθμό την απούσα θεατρικότητά του. Δημιούργησε σκηνικό ύφος, εμπλούτισε τη σκηνή με δράσεις και επιχείρησε να δώσει έμφαση στη (συγκρουσιακή) σχέση των δύο ηρώων, για παράδειγμα καθηλώνοντας τον ΑΑ σε αναπηρικό αμαξίδιο (αν και εντέλει δεν αποδεικνύεται ανάπηρος) ή δίνοντας μια γκροτέσκ υφή στα πρόσωπα (σε αυτό βοηθήθηκε από την ενδυματολογία και το μακιγιάζ: ενδεικτικά τα τονισμένα μάγουλα του ΧΧ και τα τονισμένα μάτια του ΑΑ). Επιπροσθέτως, η παράσταση ευτύχησε σκηνογραφικά (Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος), καθώς δεν αξιοποιήθηκε απλώς σε κάθε της λεπτομέρεια η σκηνή του θεάτρου, αλλά αναπαραστάθηκε εμφατικά, μέχρις βιώματος (με το νερό να στάζει ενοχλητικά από τους σωλήνες του σκηνικού) το άθλιο υπόγειο διαμέρισμα του έργου. Εκεί όμως που ατύχησε η σκηνοθεσία ήταν η ανάγνωση των δραματικών προσώπων και η υποκριτική καθοδήγηση. Τουλάχιστον στο πρώτο μισό της παράστασης επικράτησε ένα εξωτερικό ερμηνευτικό ύφος και από τους δύο ηθοποιούς (Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Θάνος Τοκάκης), η σχέση τους αποδόθηκε μέσω της εύκολης οδού των υψηλών φωνητικών τονισμών και της ασταμάτητης κίνησης, και έτσι δεν αναπληρώθηκε αυτό που λείπει από το ίδιο το έργο: η παρουσία ηρώων με φυσική, πειστική υπόσταση. Σταδιακά, πάντως, οι ρυθμοί και η ένταση έπεσαν, οι ηθοποιοί στράφηκαν σε πιο εσωτερικά μονοπάτια, έδειξαν να πιστεύουν τους ρόλους τους και η παράσταση φανέρωσε τις δυνατότητές της.

Φωτογραφίες άρθρου: Ελίνα Γιουνανλή

Info παράστασης: «Emigrεδες» του Σλάβομιρ Μρόζεκ σε σκηνοθεσία της Γιολάντας Μαρκοπούλου | Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 19:00 | Είσοδος: 8 – 12€