Το Ξύπνα Βασίλη του Άρη Μπινιάρη στο Εθνικό Θέατρο, βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Δημήτρη Ψαθά, μας χαρίζει την πρώτη σημαντική στιγμή της φετινής θεατρικής σεζόν. Όπως και στις Βάκχες, έτσι και εδώ, ο Μπινιάρης φτιάχνει μια παράσταση που έχει κάτι τραχύ, κάτι αιρετικό, μια δύναμη που μοιάζει με γενετήσια ορμή, μια αίσθηση κατεπείγοντος για μια ιστορία που διεκδικεί να ειπωθεί.

Μια μπάντα βγαλμένη απ’ τα σίξτις, αναλαμβάνει τον ρόλο της αφήγησης. «Θα ‘ναι όμορφες οι μέρες που θα ‘ρθουν» λέει ο πρώτος στίχος, εκτελεσμένος στο όριο του φάλτσου και με μια υποβόσκουσα ειρωνεία. Στο προσκήνιο της σκηνής στέκεται ένας τοίχος που χρησιμεύει ως οθόνη προβολής. Πίσω από τον τοίχο, κρυφά από τα μάτια των θεατών, διαδραματίζεται η θεατρική δράση. Μια κάμερα (τη χειρίζεται ο ίδιος ο Μπινιάρης) την κινηματογραφεί και το κοινό τη βλέπει ως «ταινία», που προβάλλεται ασπρόμαυρα στον τοίχο-οθόνη. Ο κινηματογράφος εισβάλλει στο θέατρο, καθώς η κάμερα επιλέγει για λογαριασμό του θεατή πού θα εστιάσει εκείνος το βλέμμα του. Ωστόσο, όσο κι αν η κινηματογραφική προβολή επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, το σκηνικό σύμπαν ορίζεται και δομείται πάνω στη μουσική. Σαν ένα ιδιότυπο μιούζικαλ με δικούς του κανόνες. Όπου ο διάλογος εισχωρεί οργανικά στη μουσική και αντίστροφα. Έχοντας εγκαθιδρύσει αυτόν τον κώδικα από την πρώτη στιγμή, ο Μπινιάρης αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της ιστορίας του έργου. Μιας ιστορίας που μας είναι κυρίως γνωστή μέσα από τη μεταφορά της στο σινεμά το 1969 από τον Γιάννη Δαλιανίδη.

Η παράσταση, σε διασκευή Θεοδώρας Καπράλου και του σκηνοθέτη, εκκινεί από τη σύγκρουση του συντηρητικού Βασίλη (Γιώργος Γάλλος) με τον συνάδελφό του σε εκδοτικό οίκο, τον μαχητικό αριστερό Μάνο (Αινείας Τσαμάτης). Την ομήγυρη των ηρώων πλαισιώνουν η αυταρχική αφεντικίνα τους, κυρία Φαρλάκου (Έλενα Τοπαλίδου), ο συντηρητικών πεποιθήσεων ποιητής Φανφάρας (Γιώργος Παπαγεωργίου), η επαρχιώτισσα, πλην όμως προοδευτικών αντιλήψεων, αδελφή του Βασίλη, Ντίνα (Ηρώ Μπέζου), η μητέρα τους Αντιγόνη (Ελισάβετ Κωνσταντινίδου) και δύο υπηρέτες. Το κάθε πρόσωπο διεκδικεί τη θέση του μπροστά στην κάμερα σαν να διεκδικεί ολοένα και περισσότερα δευτερόλεπτα στον τηλεοπτικό αέρα ενός, εξπρεσιονιστικής υφής, ριάλιτι σόου. Κάθε σκηνή κλείνει με ένα μουσικό κρεσέντο, φέροντας και κάτι από Αγγελάκα στην ορμή του. Καθώς η δράση προχωρά, η Ντίνα παντρεύεται τον Μάνο, ενώ ο Βασίλης επηρεάζεται από τις προοδευτικές αντιλήψεις, διεκδικεί αύξηση και καταλήγει …με την απόλυσή του στο χέρι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Μάνος, κατά διαβολική σύμπτωση, κερδίζει το λαχείο (κάτι που επί χρόνια κυνηγούσε ο Βασίλης). Το τυχαίο αυτό γεγονός δοκιμάζει τις αξίες των προσώπων, οδηγώντας σε μια καθολική ανατροπή, που μεταφράζεται σκηνικά με το κεντρικό εύρημα της παράστασης.

Έτσι, ο Βασίλης τρελαίνεται στην κυριολεξία με …την ατυχία του, νομίζει ότι είναι κόκορας (το σήμα του λαχειοπωλείου του) και μπαίνει σε ψυχιατρείο. Σε αυτό το σημείο, ο Γιώργος Γάλλος (Βασίλης) ανοίγει μια πόρτα του τοίχου-οθόνης και βγαίνει προς το κοινό, σαν να αποδρά από ένα ελληνικής κοπής Truman show. Αμέσως μετά, ο κεντρικός τοίχος-οθόνη καταρρέει, παραπέμποντας ευθέως στην κατάρρευση παρόμοιων …τειχών της σύγχρονης Ιστορίας. Από εκεί και στο εξής παρακολουθούμε τη θεατρική δράση ζωντανά και σε …χρώμα.

Η ματιά του Μπινιάρη ανανεώνει το ηθογραφικό έργο του Ψαθά

Οι ως τότε αριστεροί αλλάζουν εαυτό, αντιλήψεις, ζωή, τακιμιάζουν με όσους τους ήταν έως τότε μισητοί. Όσο για τους συντηρητικούς, ενσωματώνονται και συναλλάσσονται χωρίς δεύτερη σκέψη με όσους πριν θεωρούσαν «μιάσματα», που διάβαζαν …«Κραυγή». Όλοι μαζί χορεύουν και τραγουδούν ανόητα στιχάκια, γελούν με άνοστα -αλλά γεμάτα θεατρικότητα- αστεία («ήταν δυο βατραχάκια, ο πέστο και ο ξαναπέστο, έφυγε ο πέστο και έμεινε ο …ξαναπέστο!») και γιορτάζουν μια νέα ταυτότητα βασισμένη στην έλλειψη μνήμης, ρίζας και ηθικής. Όταν, κάποια στιγμή, εμφανίζεται ο Βασίλης που έχει εντωμεταξύ θεραπευτεί –μαθαίνουμε ότι κανείς δεν τον επισκεπτόταν στο ψυχιατρείο–μένει άναυδος μπροστά στη νέα πραγματικότητα και την ηθική διάβρωση των δικών του ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και η μητέρα του (προσθήκη της διασκευής, στο θεατρικό έργο δεν εμφανίζεται στην τελική σκηνή η μάνα). Κι ενώ στο κείμενο του Ψαθά ο Βασίλης τρελαίνεται ξανά στο φινάλε, στην παράσταση του Μπινιάρη, στέκει απέναντι, κοιτά αυτούς τους ανθρώπους, την οικογένειά του, ζητά στοργή και αγάπη, που κανείς δεν μπορεί να του δώσει, και με το σώμα σε σχήμα κόκορα λέει σπαραχτικά: «δεν είμαι κόκορας, άνθρωπος είμαι».

Η ματιά του Μπινιάρη ανανεώνει το ηθογραφικό έργο του Ψαθά και αγγίζει, με απελευθερωτική σάτιρα, ανοιχτές πληγές της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Η παράσταση είναι μια αλληγορία για τη διάβρωση του χρήματος, τη μάστιγα του χαμαιλεοντισμού, τη μοναξιά ανθρώπων που βρέθηκαν πολιτικά και συναισθηματικά άστεγοι, απλώς και μόνο επειδή στερούνται της «ικανότητας» να μεταλλάσσονται αενάως.

Η επιβλητική μουσική δημιουργεί ηλεκτρισμένα ηχοτοπία, συμβάλλει αποφασιστικά σε έναν καταιγιστικό ρυθμό, υπαγορεύει την κίνηση στους ηθοποιούς και ορίζει τους διαφορετικούς τόνους και τα ημιτόνια των υπέροχων ερμηνειών τους. Οι ηθοποιοί κινούνται στην κόψη μιας ευαίσθητης ισορροπίας ανάμεσα στην υπεράσπιση του ρόλου και σ’ ένα είδος ανεπαίσθητου αυτοσαρκασμού, πετυχαίνοντας να προσδώσουν, με αυτόν τον τρόπο, μια δραματική διάσταση στους ήρωες που υποδύονται.

Η τελική έκκληση του Βασίλη «αφήστε να απολαύσω κι εγώ την ωραία βραδιά σας/Θα διασκεδάσουμε/Πολύ ωραία θα περάσουμε» και η άφατη πικρία στο βλέμμα του Γιώργου Γάλλου στο φινάλε, καρφώνονται στο μυαλό: η τελευταία νότα της παράστασης είναι ένας λυγμός. Ο λυγμός της αληθινής κωμωδίας, που εγκυμονεί αναπότρεπτα υπαρξιακή αγωνία.

Info παράστασης:

Ξύπνα Βασίλη | 3 Οκτωβρίου 2019 – 5 Ιανουαρίου 2020 | Εθνικό Θέατρο – Κτίριο Τσίλλερ – Σκηνή Νίκος Κούρκουλος