Αντί για μία ταινία θα έχεις τη σπάνια χαρά να διαβάσεις για τέσσερις σήμερα, αγαπητέ αναγνώστη, οπότε μπαίνουμε κατευθείαν στα τέσσερα ψητά (μια έκφραση είναι, δεν κρύβει αντισπισισμοφοβία):

1.  Χωρίς αγάπη

Μετά το τέλος της σχολικής ημέρας, μαθητές παίζουν μπάλα σε παρακείμενη αλάνα, ένα δωδεκάχρονο αγόρι όμως περιφέρεται μόνο του. Βρίσκει πεταμένη και πατημένη μια κορδέλα από αυτές που βάζει η αστυνομία γύρω από τον τόπο ενός εγκλήματος. Στην περίπτωση τη δική του, το έγκλημα έχει ήδη συντελεστεί, μόνο που η περιοχή γύρω από τον ψυχικό του κόσμο δεν οριοθετήθηκε και δεν προφυλάχθηκε έστω και εκ των υστέρων με καμιά κορδέλα. Και το έγκλημα δεν είναι ότι οι γονείς του χωρίζουν. Το έγκλημα δεν είναι καν ότι χωρίζουν άσχημα και με τσακωμούς. Το έγκλημα είναι ότι ακόμη και μέσα στο χωρισμό τους, η μόνη θέση που έχει είναι η θέση του διαπραγματευτικού ατού του ενός απέναντι στον άλλο, του μοχλού εκβιασμού του ενός απέναντι στον άλλο, της παράπλευρης απώλειας στον πόλεμο του ενός απέναντι στον άλλο. Το έγκλημα είναι ότι και πριν τον χωρισμό μεγάλωσε σε μια οικογένεια και σε έναν κόσμο χωρίς αγάπη. Το έγκλημα είναι ότι μια τυχαία και εν τέλει ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, οδήγησε στη συνέχεια σε μια εν πολλοίς ανεπιθύμητη (για τους γονείς του) παρουσία, σε μια εν πολλοίς ανεπιθύμητη (για τους γονείς του) ζωή. Το έγκλημα εν τέλει είναι ότι οι γονείς του δεν μπόρεσαν μάλλον ποτέ να διαχωρίσουν την σταδιακή τοξικότητα της μεταξύ τους σχέσης από τον φυσικό καρπό της σχέσης τους, αν και μάλλον το αντίστροφο συνέβη, μάλλον η σχέση τους προέκυψε ως καρπός της εγκυμοσύνης.

Αλλά τώρα και η μαμά και ο μπαμπάς έχουν βρει νέους συντρόφους. Αυτή τη φορά όλα θα είναι διαφορετικά για τους ίδιους, για τη σχέση που θα χτίσουν, για την οικογένεια που θα χτίσουν, για τα νέα παιδιά που θα κάνουν. Αυτή τη φορά θα ζήσουν μέσα στην αγάπη, που είναι η μόνη ζωή που έχει αξία να ζει κανείς. Το ξέρουν, το νιώθουν, δεν έφταιγαν οι ίδιοι για τα ως τώρα, έφταιγε ο άνθρωπος που είχαν ως τώρα για σύντροφό τους.

Ο Αντρέι Ζβιάνγκιτσεφ της «Επιστροφής», της «Αποξένωσης» του «Εlena» και του «Λεβιάθαν» βάζει πολύ συχνά σε κομβική θέση των ταινιών του αγόρια στην εφηβεία τα οποία βιώνουν μάλιστα τραυματικές καταστάσεις. Ταυτόχρονα ανατέμνει τη σύγχρονη Ρωσία με τρόπο διόλου κολακευτικό για την ίδια, μην αφήνοντας σχεδόν κανένα παράθυρο φωτός, ακόμη κι αν εν προκειμένω φωνάζει κάπως πιο έντονα από ό,τι θα έπρεπε τους συμβολισμούς του (όπως με τη γυναίκα στο τέλος) ή αν χάνει κάπου το μέτρο στην αποτύπωση της εξάρτησης από τα κινητά. Από σύγχρονους σκηνοθέτες, ίσως μόνο ο Φαραντί κατορθώνει να μπαίνει τόσο βαθιά μέσα στις αρθρώσεις και στους υπόγειους μηχανισμούς της κοινωνικής πραγματικότητας της χώρας του. Και στο «Χωρίς Αγάπη» το βλέμμα του Ζβιάνγκιτσεφ είναι πιο αμείλικτο από ποτέ. Αμείλικτο αλλά όχι μισανθρωπικό. Αντίθετα στον πυρήνα της ταινίας του κρύβεται ένας βουβός σπαραγμός. Και οι θεατές θα βρεθούν αντιμέτωποι με δύο σκηνές οι οποίες είναι μάλλον αδύνατον να μην σε κάνουν κουρέλι. Μια σχεδόν αβάσταχτη κινηματογραφική εμπειρία από έναν πολύ σημαντικό δημιουργό. Ίσως το «αβάσταχτη» δεν είναι το καταλληλότερο επίθετο για να προτρέψεις τον αναγνώστη να πάει στο σινεμά, αλλά εντάξει, κινηματογράφο πηγαίνει κανείς με την προσδοκία οι δύο ώρες που θα περάσει εκεί να αφήσουν μέσα του ένα χνάρι. Και το «Χωρίς Αγάπη» το αφήνει και με το παραπάνω.

2. Suburbicon

Το «Suburbicon» είναι δύο διαφορετικές ταινίες οι οποίες προσπαθούν απεγνωσμένα να γίνουν μία χωρίς να το καταφέρουν ποτέ. Και η ευθύνη για αυτό βαραίνει όχι τόσο το σεναριακό μη πάντρεμά τους όσο τον σκηνοθέτη Τζορτζ Κλούνεϊ. Όπως τον βαραίνει η ευθύνη ότι για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας του αδυνατεί να αποφασίσει για την ατμόσφαιρά της, με αποτέλεσμα να σκηνοθετεί χωρίς ατμόσφαιρα. Μια ολόλευκη πόλη της δεκαετίας του πενήντα, μια πόλη – προάστιο, μια πόλη όπου λευκοί από όλα τα μέρη των ΗΠΑ έχουν έρθει να ζήσουν την κατάλευκη και ξέγνοιαστη από τον φόβο ταραχών ζωή τους. Δυο σπίτια δίπλα – δίπλα. Το ένα της λευκής οικογένειας όπου θα γίνει σιγά σιγά της εγκληματικής κακομοίρας. Το δεύτερο της νεοφερμένης μαύρης οικογένειας, η οποία σκανδαλίζει τους αγανακτισμένους λευκούς πολίτες του Suburbicon. Όσο στο σπίτι των λευκών γίνεται ο χαμός ο ίδιος, ο όχλος βανδαλίζει το σπίτι των μαύρων. Και μπορεί πράγματι σεναριακά οι δυο παράλληλες ιστορίες να μην κλειδώνουν ποτέ με αρμονία, αλλά η ιδέα ως ιδέα της σύνδεσής του θα αρκούσε ενδεχομένως από μόνη της ώστε να φιλοτεχνηθεί μια εξαιρετικά εύγλωττη αλληγορία.

Ωστόσο, αν στη μία από τις δύο ταινίες που βλέπουμε, στην κύρια βασικά ταινία που βλέπουμε, στην ταινία του λευκού σπιτιού, η πλούσια σε εξελίξεις πλοκή ξεδιπλώνεται με τον απολαυστικό τρόπο που θα περίμενες από ένα ξαναζεσταμένο παλιό σενάριο των αδελφών Κοέν (και το παλιό εδώ έχει σημασία, γιατί οι Κοέν έχουν έκτοτε εξελιχθεί πολυδιάστατα) και ο Κλούνεϊ προσπαθεί να μιμηθεί όχι ιδιαίτερα επιτυχημένα το ειρωνικό και αποστασιοποιημένο ύφος τους, η δεύτερη ταινία που βλέπουμε, η ταινία του μαύρου σπιτιού, όχι μόνο δεν έχει κανένα μα κανένα σενάριο και καμία μα καμία πλοκή από πίσω της, αλλά ο Κλούνεϊ διατηρεί το ντεμί ειρωνικό και ντεμί αποστασιοποιημένο ύφος κι εδώ, ώστε να μπούμε μέσα σε όλο αυτό εμείς ως θεατές πώς άραγε; Δεν λέω ότι η λύση θα ήταν να σκηνοθετεί τη ρατσιστική βία σαν τον Άλαν Πάρκερ στο “Μississippi Burning”. Aλλά σίγουρα δεν ήταν κι αυτή η λύση. Γιατί όταν παρακολουθείς μια σειρά ξεκαθαρισμάτων στο κλασικό κοενικό μοτίβο του σχεδίου που πήγε άσχημα γιατί η βλακεία του ενός αυτουργού συνάντησε τη βλακεία του άλλου και το κοκτέιλ έγινε εκρηκτικό, μπορείς μέχρι και να διασκεδάσεις παρακολουθώντας ένα κινηματογραφικό είδος και όχι μια αποτύπωση πραγματικότητας. Τον ρατσιστικό βανδαλισμό να τον παρακολουθήσεις όμως ως τι; Ως καταγγελία; Ως πλάκα; Ως κάτι μπάσταρδο;  Κι επειδή τίποτα δεν είναι παράνομο στην τέχνη, θα μπορούσαμε πράγματι να το παρακολουθήσουμε με τρόπο ακόμη και ειρωνικό, αν σκηνοθετικά είχε επιτευχθεί ο σωστός τόνος. Εδώ τα περισσότερα πήγαν στραβά, σαν σχέδιο εγκλήματος σε ταινία των Κοέν. Ακόμη κι έτσι τα του λευκού σπιτιού έχουν την πλάκα τους. Ως τελική σούμα όμως η ταινία καθόλου δεν είναι αυτό που θα ήθελε να είναι.

3. Καυγάς στο Μπλοκ 99

Με το «Τσεκούρι από Κόκαλο» ο πολυγραφότατος σεναριογράφος Σ. Κρεγκ Ζάλερ πέρασε πίσω από την κάμερα και υπέγραψε ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο, φτιάχνοντας ένα πειραγμένο γουέστερν που στο τελευταίο μέρος του άλλαζε είδος και μετατρεπόταν σε ταινία τρόμου. Ο «Καυγάς στο Μπλοκ 99» έχει ένα τρέιλερ που υπόσχεται παπάδες, τους οποίους μπορεί να μην παραδίδει ακριβώς, όπως και συνολικά η ταινία μπορεί να είναι πολύ λιγότερο γεμάτη από την πρώτη του, αλλά αν μη τι άλλο δείχνει ότι ο Ζάλερ είναι πηγή από την οποία οι κινηματογραφόφιλοι θα αρδεύουν στα χρόνια που έρχονται.

Κάπου προς το τέλος η Τζένιφερ Κάρπεντερ θα το πει και φωναχτά: “Ιt’s all just so unreal”. Ο Ζάλερ παραιτείται από την αληθοφάνεια για να μας παραδώσει μια αποενοχοποιημένη κινηματογραφική διασκέδαση. Το γιατί βρίσκουμε διασκεδαστικό βέβαια το να σπάνε καρτουνίστικα κεφάλια και το αν η καρτουνίστικη διάσταση της βίας αρκεί για να μην αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι το τόσο μαγνητικό έχει η αναπαράσταση της βίας είναι συζήτηση μεγαλύτερη και γενικότερη και ένα θέμα δεν θα λυθεί πάνω σε αυτή την ταινία. Πάντως έτυχα πριν λίγες μέρες σε έναν καυγά στο κέντρο της Αθήνας και παρακολουθούσα τα μπουνίδια που ήξερα ότι είναι αληθινά κι όχι αναπαράσταση και δεν μου προκαλούσαν μόνο αποστροφή αλλά και μια διεστραμμένη γοητεία. Αλλά αρκετά με τις επώδυνες κι επικίνδυνες αλήθειες, ας επιστρέψουμε στην ταινία.

Υπάρχουν όμως δυο ειδών αναληθοφάνειες: αυτή που αφορά τα βίαια κατορθώματα του ήρωα ή τις φοβερές και τρομερές καταστάσεις στις οποίες μπλέκεται ο ίδιος και η γυναίκα του είναι μια θεμιτή -και εν προκειμένω όπως είπαμε και ρητά ομολογημένη- σύμβαση του είδους. Εκείνη που αφορά όμως τον αξιακό κώδικα του ήρωα είναι λιγότερο θεμιτή. Ο ήρωας κάνει κάπου στα μισά του έργου μια επιλογή η οποία τον οδηγεί στη φυλακή που παραείναι τραβηγμένη. Ακόμη κι έτσι όμως το γεγονός ότι θα αναγκαστεί στην πορεία να κάνει απείρως χειρότερα πράγματα τα οποία αναιρούν και την προηγούμενη επιλογή του, φτιάχνουν εν τέλει έναν χαρακτήρα ο οποίος ορίζεται από το συνδυασμό δύο στοιχείων: την ατυχία του, το γεγονός ότι τραβάει πάντα το λάθος φύλο ακόμη και εις βάρος των στατιστικών πιθανοτήτων και το ότι πάντα έχει έναν αξιακό κώδικα ως οδηγό, που στο όνομα του μεγαλύτερου στο μυαλό του καλού, τον κάνει να μην διστάζει να πατήσει επί πτωμάτων και κρανίων, ακόμη και επί του ίδιου του δικού του πτώματος.

Όπως και στο «Τσεκούρι από Κόκκαλο», έτσι κι εδώ η τελική ευθεία της ταινίας διαδραματίζεται σε ένα περιβάλλον εφιαλτικό. Ο Ζάλερ δίνει στον Βινς Βον την ευκαιρία να πραγματοποιήσει την ερμηνεία της καριέρας του. Μια παρουσία περισσότερο από επιβλητική, με το ξυρισμένο του κρανίο να γράφει τόσο καλά στο κάδρο όσο το ξυρισμένο κρανίο του Μπρους Γουίλις στο “Pulp Fiction“, με ατάκες γεμάτες λακωνική κινηματογραφική μουσικότητα, με το ξυλίκι που παίζει, με τα μάτια του να είναι το μόνο εύθραστο σημείο του άθραυστου κορμιού του. Μια ταινία που χαίρεσαι να βλέπεις αλλά και να ακούς, μια ταινία γεμάτη ήχους αυτοκινήτων που σπάνε, ποδιών που σπάνε και τον αθόρυβο ήχο μιας καρδιάς που σπάει.

4. Το Τελευταίο Σημείωμα

Αν θέλει κανείς, μπορεί να βρει πατήματα να μεμψιμοιρήσει για την τελευταία ταινία του Παντελή Βούλγαρη. Μπορεί να βρει πατήματα που έχουν να κάνουν με την ταινία ως ταινία, όπως μπορεί να βρει πατήματα και στο πόσο ξεκάθαρα λέγεται ή δεν λέγεται ότι οι διακόσιοι εκτελεσθέντες της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 ήταν κομμουνιστές. Και στις δύο όμως περιπτώσεις θα έχει χάσει την μεγάλη εικόνα. Η οποία είναι πως «Το Τελευταίο Σημείωμα» μπορεί να μην αποτελεί κάποιου είδους τομή στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα, αλλά πέραν του ότι στέκεται αξιοπρεπέστατα ως σινεμά, έχει και μια προστιθέμενη αξία ως χειρονομία και ως «καταγραφή» ενός ιστορικού γεγονότος, το οποίο είναι πολύ λιγότερο πασίγνωστο από όσο ίσως νομίζουν κάποιοι.

Πολύ πρόσφατα βρέθηκαν δημόσια πρόσωπα τα οποία υποστήριξαν ανερυθρίαστα, ότι αφού οι Ναζί είχαν θεσπίσει τον κανόνα των αντιποίνων «πενήντα Έλληνες προς ένα Γερμανό», εγκληματίες είναι όσοι αντιστέκονταν στους Ναζί και σκότωναν Γερμανούς. Και βρέθηκαν και άλλοι που τους αποθέωναν για αυτές τις απόψεις. Δεν ξέρω αν αυτοί οι άνθρωποι θα πάνε να δουν την ταινία κι αν θα πάνε ποιους θα θεωρήσουν εγκληματίες. Τους υπόλοιπους πάντως, τους πιο κανονικούς και λιγότερο δωσιλογικής νοοτροπίας, «Το Τελευταίο Σημείωμα» θα τους συγκινήσει.