Ο Δημήτρης Τάρλοου με τις «Τρεις αδερφές» του καταθέτει μια παράσταση συνόλου, η οποία ταυτόχρονα λειτουργεί ως ένα πολύ καλό μάθημα γνωριμίας με το έργο και τον Τσέχωφ. Το σχόλιο αν ακούγεται λίγο, δεν είναι, ούτε υπονοεί πως η παράσταση απευθύνεται μονάχα σε όσους έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του. Ο Τάρλοου καταθέτει μια απολαυστική δουλειά, σε ένα έργο λεπτών αποχρώσεων και σύνθετων λεπτομερειών· αναδεικνύει τα ημιτόνιά του, δείχνει προσοχή και φροντίδα στη συνολική μεταχείρισή του και φωτίζει -κάποιους μάλιστα με αξιοσημείωτη διορατικότητα και ευαισθησία- τους ρόλους, χωρίς να αφήσει κάποιον στη σκιά. (Επιπλέον, το θέατρο Πορεία είναι ένα από τα ελάχιστα θέατρα που επιμένουν να συμπληρώνουν τις παραστάσεις τους με «χορταστικά» έντυπα προγράμματα).

Ο Τάρλοου καταθέτει μια απολαυστική δουλειά, σε ένα έργο λεπτών αποχρώσεων και σύνθετων λεπτομερειών

Αισθητή κάνει την παρουσία της η απόδοση του κειμένου από τον σκηνοθέτη, δηλαδή ο εξελληνισμός που επιχειρήθηκε με την αντικατάσταση κάποιων τοπωνυμίων και άλλων λέξεων από αντίστοιχες ελληνικές. Το άκουσμα ελληνικών τραγουδιών που σχολίαζαν εύστοχα -πότε ειρωνικά πότε υποστηρικτικά την επί σκηνής ψυχολογία λειτούργησε πολύ ωραία. Αντίθετα, κάποιες αντικαταστάσεις ενδεχομένως να ήταν και αχρείαστες, από τη στιγμή που το context του έργου δε μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, ενώ άλλες ίσως και να ζημίωσαν την ακουστική εμπειρία· ο εξελληνισμός των ονομάτων συγκεκριμένα, και ειδικά τα υποκοριστικά τους -η Μάσα έγινε Μαρία και Μαράκι, ο Κουλίγκιν Θόδωρος και Θοδωρής-, με αφήνει με κάποιες επιφυλάξεις ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Προφανώς είναι δηλωτικός της σκηνοθετικής επιθυμίας για τη δημιουργία ενός θεάματος οικείου και άμεσου, όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι αμφίρροπο· πότε έφερνε το έργο κοντά στους θεατές και πότε προκαλούσε ένα παραξένισμα.

IMG_2133f copy 2

Σημαντική είναι η δουλειά του Τάρλοου στην ανάγνωση των ρόλων και συνεπακόλουθα η απόδοση των ηθοποιών. Θα ήταν σημαντική παράλειψη να μη γίνει ειδική αναφορά στον Κουλίγκιν του Κώστα Κορωναίου, που υπήρξε, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά, αποκαλυπτικός. Κωμικός μες στη δραματικότητά του και δραματικός μες στην κωμικότητά του, μετουσίωσε αυτό ακριβώς που είναι οι ήρωες του Τσέχωφ. Παρόλο που στην αρχή φάνηκε να δημιουργεί έναν τύπο, πολύ έμμεσα και αδιόρατα άφησε να φανούν στο παίξιμό του οι ψυχολογικές ρωγμές του ρόλου, εντέλει ότι δεν πρόκειται για έναν τύπο, αλλά για χαρακτήρα. Η σκηνή όπου προσπαθεί, αυτογελοιοποιούμενος, να ευθυμήσει τη δυστυχία της Μάσας, που μόλις έχει αποχαιρετήσει τον εραστή της, ήταν ίσως η δυνατότερη της παράστασης. Και ο Βερσίνιν, ο «φιλόσοφος» της παρέας, με την ανεξάντλητη πίστη στον άνθρωπο, που σε προσωπικό επίπεδο είναι εγκλωβισμένος στην προσωπική του δυστυχία, αποδόθηκε εξαιρετικά από τον Γιάννη Νταλιάνη. Αντιρρήσεις ίσως μπορούν να διατυπωθούν για την Νατάσα της Μαριάννας Δημητρίου, που διαβάστηκε μεν κωμικά, σύμφωνα και με τη δραματουργία, ίσως όμως περισσότερο αρνητικά ή μονοδιάστατα απ’ ό,τι την σκιαγραφεί ο συγγραφέας. Ως ο εξωτερικός παράγοντας που τελικά μπαίνει στο σπίτι των Προζόροφ και το κατακτά, δείχθηκε από σκηνής ως μια αγενής και δεσποτική ηρωίδα, που μετά το γέλιο προκαλεί ενόχληση.

d2750ab5a31d3b0e786aa8e907328682

Περνώντας στις τρεις κεντρικές ηρωίδες, η Λένα Παπαληγούρα (Ιρίνα) και η Ιωάννα Παππά (Μάσα) υπηρέτησαν με θέρμη τους ρόλους τους, επιχειρώντας να αποδώσουν τις ψυχολογικές διακυμάνσεις τους, και είχαν καλές στιγμές. Θεωρώ, όμως, πως τα δραματικά σημεία ήταν τα πιο αδύναμά τους, σε αυτά η υποκριτική τους φαινόταν βεβιασμένη, λόγω, πάντως, και της σκηνοθετικής επιλογής. Η τέταρτη πράξη, για παράδειγμα, όπου συντελείται η ματαίωση όλων των προσδοκιών, ήταν σκηνοθετημένη περισσότερο υπερβολικά από ό,τι χρειαζόταν. Μια πιο εσωτερική σκηνοθετική ανάγνωση και υποκριτική απόδοση θα ευνοούσε το αποτέλεσμα. Από την άλλη, η Αλεξάνδρα Αϊδίνη στο ρόλο της Όλγας, απέδωσε με λεπτομέρεια και νεύρο την ηρωίδα της, δείχνοντας την εσωτερική της κόπωση που ολοένα και μεγάλωνε.

IMG_4988

Συνολικά, μια απολαυστική, όπως προαναφέρθηκε, παράσταση, που ίσως μόνο χρειαζόταν μια επίσπευση του ρυθμού στην τελευταία πράξη. Φροντισμένο αισθητικό και μουσικό περιβάλλον, εκμετάλλευση του χώρου του θεάτρου και μια εύστοχη σύλληψη του σκηνικού, που λειτούργησε σε πιο συμβολικά επίπεδα -η Ελένη Μανωλοπούλου απέδωσε το σπίτι των τριών αδερφών ως μια αίθουσα αναμονής επιβατών για μια αναχώρηση (προς την πολυπόθητη Μόσχα) που δεν έρχεται ποτέ-, ολοκλήρωσαν τη σκηνική εμπειρία.

Συνολικά, μια «κλασική» ανάγνωση, από αυτές που όχι μόνο δεν είναι περιττές αλλά τις χρειαζόμαστε ακόμη. Όσο οι πειραματικές/ερευνητικές/«πειραγμένες» δοκιμές πάνω στους κλασικούς γίνονται όλο και περισσότερες, αλλά και πιο εύστοχες, δημιουργώντας έτσι το ενδεχόμενο τα κλασικά ανεβάσματα να μειωθούν ή να εκπέσουν σε κάτι παλαιικό ή επιφανειακό, παραστάσεις σαν αυτή του Δημήτρη Τάρλοου επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα, την αξία και τη σημασία τους.

Info παράστασης: «Τρεις αδερφές» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου | 26 Οκτωβρίου 2016 – 6 Ιουνίου 2017 | Θέατρο Πορεία