Του Γεράσιμου Ευαγγελάτου

Για εμπορικούς και στατιστικούς σκοπούς μάς είπαν millennials. Για να μπορούν οι ειδικοί να μας κατατάξουν στη μεγάλη αλυσίδα των γενιών και να ξέρουν οι διαφημιστές που θα απευθύνουν την υπερπροσφορά της ευτυχίας. Μας στρίμωξαν σε μια αυθαίρετη εικοσαετία για να χωρέσουμε αβίαστα στο βολικό μας υποσύνολο. Για να μπορέσει να αποσυρθεί με χάρη και σοφία η προηγούμενη γενιά στις ευθύνες των λαθών της, αλλά και να μας βγάλει τη γλώσσα η επόμενη -που κάνει τα πρώτα δειλά της βήματα προς την ενηλικίωση- για όσα δε γνωρίζουμε ή δεν κάνουμε σωστά.

«Ήμασταν πολίτες του κόσμου πριν καλά καλά γίνουμε πολίτες του σπιτιού μας»

Μας είπαν millennials. Εμάς τους τριάντα κάτι – τους λίγο πριν, λίγο μετά. Εμάς που μεγαλώσαμε με τις μεγαλύτερες προσδοκίες και τα περισσότερα εφόδια που θα μπορούσε να μεγαλώσει ποτέ γενιά. Εμάς τις συναισθηματικές και οικονομικές επενδύσεις με την υψηλή απόδοση, που γεννηθήκαμε στις φωτεινές μέρες της καλής σποράς. Μας έδωσαν το φωτογενή αυτό τίτλο γιατί οι εφηβικές και πρώτες νεανικές ορμόνες μας, φλερτάρανε πρώτα και πριν από όλα με τη χιλιετία, με τις ευκαιρίες και τις προοπτικές μιας νέας παγκόσμιας εποχής που διέγραφε κάθε τι παλιό και γεννούσε το όνειρο για ένα αύριο ασύλληπτων δυνατοτήτων. Ήμασταν η γενιά ρεβάνς που θα εκπλήρωνε την ημιτελή αποστολή των γονιών μας.

Και δεν είχαν άδικο. Είδαμε το διαδίκτυο να γεννιέται. Είδαμε τα τηλέφωνα να μικραίνουν και να χωρούν στην τσέπη μας. Είδαμε τους εαυτούς μας να αποκτούν άβαταρ των πιο κρυφών τους επιθυμιών, από την ασφάλεια του σπιτιού τους. Ήμασταν πολίτες του κόσμου πριν καλά καλά γίνουμε πολίτες του σπιτιού μας. Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε ασφαλείς από γονείς που πήραν μυρωδιά από τα δύσκολα και κόπιασαν για τα δικά μας αυτονόητα για αυτό και τα έκαναν μονόδρομο: παίξαμε, χαϊδευτήκαμε, ταϊστήκαμε σωστά. Ψηλώσαμε. Μάθαμε γλώσσες κι αναπτύξαμε δεξιότητες κάθε είδους. Σπουδάσαμε, διαβάσαμε, ταξιδέψαμε, γνωρίσαμε τον κόσμο. Πάντα ασφαλείς. Διαφωνήσαμε και συμφωνήσαμε μεταξύ μας χωρίς να διακυβεύεται κάτι σημαντικό – καμία ελευθερία, κανένα πολίτευμα, καμία θεμελιώδης ανάγκη η αρχή μας. Δεν αγωνιστήκαμε παρά μόνο για την προσωπική μας ανέλιξη. Μάχιμοι στρατιώτες, οπλιστήκαμε κι οπλίσαμε.

Και σε ανύποπτο χρόνο κάποιος τράβηξε το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μας και το πιστόλι εκπυρσοκρότησε την πιο απρόβλεπτη στιγμή. Πάνω που όλα πήγαιναν κατά γράμμα κι ετοιμαζόμασταν να εξαργυρώσουμε τις μάρκες, τα πάντα κατέρρευσαν. Κι εν μια νυκτί όλα τα εφόδια κι οι σιγουριές μας έγιναν καπνός. Έφυγαν τα προστατευτικά από τις αιχμηρές γωνίες και οι σημάνσεις υψηλού κινδύνου από τα ναρκοπέδια. Και βρεθήκαμε απροετοίμαστοι, εκτεθειμένοι κι εκκρεμείς να κοιτάμε το μέλλον μας αβέβαιο, τρομακτικό κι ασύμβατο με τις προοπτικές μας, σαν κουτάβια που έπρεπε να διασχίσουν για πρώτη φορά μια λεωφόρο.

Είμαστε τα παιδιά της κρίσης (αυτής της αφηρημένης κοσμογονικής συνθήκης). Τα παιδιά που πιάστηκαν όχι στον ύπνο, αλλά στο όνειρο. Εμείς που αντικρίσαμε το χάος, όχι πριν ανοίξουμε τα φτερά μας (αυτό θα ήταν δραματικό όμως κάπως θα το ξεπερνούσαμε, σαν κάτι που ‘ταν για να γίνει και δεν έγινε), αλλά με τα φτερά μας ανοιχτά, ενώ αιωρούμασταν αμέριμνοι και σίγουροι, πολύ πάνω απ’ το έδαφος. Είμαστε η γενιά που δεν προγραμματίστηκε να μην είναι καλή κι εκπληρωμένη. Είμαστε η γενιά της μεγάλης πτώσης και της μεγάλης σύγκρουσης. Γιατί γίναμε σίγουροι κι ονειροπόλοι πολλοί πριν γίνουμε κυνικοί και ρεαλιστές κι αυτό κάπως έπρεπε να πληρωθεί.

Κι έτσι γίναμε η γενιά της απλής μετάβασης. Μιας μετάβασης από την άγνοια στη γνώση κι από τη γνώση στην άγνοια. Από τον παλιό κόσμο στο νέο. Από την ευμάρεια στη φτώχεια. Από τις προοπτικές στο αδιέξοδο κι από την ασφάλεια στον κίνδυνο. Με ένα μονό εισιτήριο στην τσέπη αναγκαστήκαμε να περάσουμε στην απέναντι πλευρά χωρίς να μας πει κανείς τι βρίσκεται εκεί.

«Είμαστε αυτοί που δε χρωστούν πουθενά γιατί όλοι πια χρωστάνε παντού έτσι κι αλλιώς»

Κάναμε -θέλοντας και μη- το μεγάλο βήμα και βρεθήκαμε στο σημείο μηδέν της απόλυτης ελευθερίας και της χαμένης ευθύνης. Και σ’ αυτή τη νέα, ανεξερεύνητη επικράτεια, με τα χέρια μας άδεια και τους ώμους ελαφρείς μπορούμε πια να τραβήξουμε μια νέα γραμμή εκκίνησης, χωρίς να έχουμε να χάσουμε κάτι, γιατί απλούστατα έχουν χαθεί όλα όσα είχαμε δεδομένα. Είμαστε αυτοί που δε χρωστούν πουθενά γιατί όλοι πια χρωστάνε παντού έτσι κι αλλιώς. Αυτοί που μπορούν να προσπαθήσουν απ’ την αρχή, γιατί είχαν την τύχη ή την ατυχία να μεγαλώσουν με το όνειρο στις εργοστασιακές τους ρυθμίσεις.

Μπορεί (προς απογοήτευση των γονιών μας και των επενδύσεων τους) να μην είμαστε η γενιά που κατάφερε να γίνει αυτό που φτιάχτηκε να γίνει, αλλά έχουμε ακόμα την πρώτη ύλη και τη γνώση και το δρόμο ανοιχτό. Κι αυτή η χιλιετία με την οποία φλερτάραμε από τη γέννηση μας κιόλας, με όλες τις ευκαιρίες και τις προοπτικές της νέας παγκόσμιας εποχής, είναι ακόμα στην αρχή της. Κι αν δεν καταφέρουμε ή δεν προλάβουμε όσα θα θέλαμε, κι αν δεν κάνουμε τη μεγάλη υπέρβαση, δεν είναι και το τέλος του κόσμου. Μπορούμε απλώς να μεταβιβάσουμε τον ανεκπλήρωτο πόθο και το ανέφικτο καθήκον της απόλυτης εκπλήρωσης στους επόμενους, λίγο πριν αποσυρθούμε με χάρη και σοφία απ’ το προσκήνιο, παραχωρώντας τους τη θέση μας.

Γεράσιμος Ευαγγελάτος αποκλειστικά στο ελculture γράφει για τη γενιά των millennials, τη «γενιά της απλής μετάβασης», με αφορμή το νέο μιούζικαλ με τίτλο «Απλή μετάβαση» στο Εθνικό Θέατρο.

Info παράστασης: «Απλή μετάβαση»: Το μιούζικαλ των Γεράσιμου Ευαγγελάτου & Θέμη Καραμουρατίδη | 15 Φεβρουαρίου – 14 Απριλίου 2019 | Εθνικό Θέατρο – Κτίριο Τσίλλερ – Σκηνή Νίκος Κούρκουλος