Κανονικά ο τίτλος έπρεπε να είναι «Υπάρχει ελπίδα;». Και η ειλικρινής απάντηση να είναι «όχι». Όσο περνούν τα χρόνια από τότε που οι επιχορηγήσεις κόπηκαν, τόσο απομακρυνόμαστε από το ενδεχόμενο να τις επαναφέρει κάποια κυβέρνηση. Μπορεί οι προηγούμενοι υπουργοί να «έστριβαν δια του αρραβώνος», ο Νίκος Ξυδάκης μάς το είπε ευθαρσώς σε εκείνη την αλησμόνητη πρώτη συνέντευξη τύπου:  Επιχορηγήσεις τέλος, τις έδιναν σε ημέτερους. Βιάστηκε πολύ να μιλήσει πριν σκεφτεί ο υπουργός. Αν σκεφτόταν λίγο παραπάνω, αν θυμόταν, αν μετρούσε τις παραστάσεις που έχει δει τα τελευταία χρόνια, αυτές ανήκαν στο ρεπερτόριο των επιχορηγούμενων θεάτρων. Γιατί τα επιχορηγούμενα θέατρα, με τα λάθη και τα σωστά τους, δημιούργησαν από τη δεκαετία του ‘90 το καλό θέατρο που απολαμβάνουμε ακόμα και σήμερα. Αυτά μας σύστησαν τα νέα έργα, τους νέους σκηνοθέτες, τους σημερινούς πρωταγωνιστές, αυτούς που θεωρούμε σήμερα «καλό θέατρο» ή αν το θέλετε, «ποιοτικό». Γιατί αυτά μπόρεσαν και τόλμησαν να ανεβάσουν έργα που τα εμπορικά θέατρα του κέντρου δε θα έπαιρναν το ρίσκο να το κάνουν.

Τα επιχορηγούμενα θέατρα, με τα λάθη και τα σωστά τους, δημιούργησαν από τη δεκαετία του ‘90 το καλό θέατρο

Πήγαν όμως όλα τόσο λάθος με τις επιχορηγήσεις; Ήταν το ποσό τους ένας αληθινός βραχνάς; Ή ήταν απλώς ένα έξοδο που έπρεπε να κοπεί με το καλημέρα της κρίσης; Η αλήθεια είναι ότι για το ΥΠΠΟ και τον εκάστοτε υπουργό, ήταν απλώς το νούμερο στο χαρτί. Κανένας δεν ασχολήθηκε σοβαρά προκειμένου να ανανεώσει, να εκσυγχρονίσει και να κάνει βελτιώσεις σε ένα θεσμό που έκανε το θέατρο και το χορό να ανθίσουν. Και καταδικάζει σήμερα ομάδες και θιάσους σε μαρασμό, να περιμένουν να τους καλέσει το Εθνικό, το φεστιβάλ ή η Στέγη, αλλιώς να κάνουν μια παράσταση χωρίς λεφτά, με δανεικά, χωρίς ασφάλιση, χωρίς παραγωγή. Και όσο αντέξουν. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα που η πραγματικότητα μας σερβίρει πολύ δυσάρεστα γεγονότα και μας επιφυλάσσει μια πρωτοφανή ρευστότητα, η συζήτησή μας περιστρέφεται διαρκώς γύρω από τα πρόσωπα. Τα πρόσωπα, όσο καλών ή καλών προθέσεων και να είναι, δε θα λύσουν τα κρίσιμα θέματα όταν απουσιάζει το πλαίσιο και οι δομές.

Ο δικός μας δήμος ξοδεύει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για Χριστουγεννιάτικες γιορτές, αντί να συντηρεί τα θέατρά του

Στην Ευρώπη που αγαπάμε να μισούμε, τα θέατρα επιχορηγούνται από τους Δήμους σε μεγάλο βαθμό. Ο δικός μας δήμος, στον οποίο βρίσκονται τα περισσότερα θέατρα, ξοδεύει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για Χριστουγεννιάτικες γιορτές, αντί να συντηρεί τα θέατρά του ή να τα βοηθά να υπάρχουν. Ας  τροφοδοτηθούμε λοιπόν από μοντέλα και ιδέες που υπάρχουν γύρω μας, και εφαρμόζονται με επιτυχία. Και να δουλέψουμε επιτέλους, όχι για εμάς, αλλά για τις επόμενες γενιές.

Συναντήσαμε πέντε πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στο χώρο του πολιτισμού και γνωρίζουν την υπόθεση των επιχορηγήσεων από κοντά. Τη Βίκυ Μαραγκοπούλου, ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα του χορού στην Ελλάδα και πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια του μακροβιότερου θεσμού, του Διεθνούς φεστιβάλ Καλαμάτας, τον σκηνοθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή του θεάτρου Πόρτα, Θωμά Μοσχόπουλο, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Ακύλλα Καραζήση, με μακρά εμπειρία τόσο στα επιχορηγούμενα θέατρα της Ελλάδας και της Γερμανίας, τον θεατρικό κριτικό Γρηγόρη Ιωαννίδη και τον σκηνοθέτη και δημοσιογράφο Γιώργο Βουδικλάρη.

Ακύλλας Καραζήσης, ηθοποιός και σκηνοθέτης

akyl

Νομίζω ότι οι επιχορηγήσεις είναι κάτι αυτονόητο σε πολιτισμένες χώρες. Το ενδιαφέρον είναι ότι έχει καταλήξει να μην είναι αυτονόητο στην Ελλάδα. Κάτι που άρχισε πριν τριάντα περίπου χρόνια, καθιερώθηκε και στήριξε μια ολόκληρη θεατρική πραγματικότητα, με τις όποιες αδυναμίες τους. Η δυσφήμισή τους άρχισε επί Τατούλη, ήταν ο πρώτος που μίλησε για «κρατικοδίαιτους» και στη συνέχεια άρχισαν να περικόπτονται, μέχρι που σταμάτησαν εντελώς.

Επειδή δεκαπέντε χρόνια δούλευα σε επιχορηγούμενο θέατρο, χάρη κάναμε στο κράτος και όχι αυτό σε εμάς. Εμείς είμασταν οι χορηγοί του κράτους που με 800 ευρώ (γιατί τα χρήματα εμείς οι ηθοποιοί τα παίρναμε) καθόμασταν και δουλεύαμε δέκα και δεκαπέντε ώρες στο θέατρο.

«Δεν έχω καμία ελπίδα ότι θα επιστρέψουν οι επιχορηγήσεις, κόβουν πράγματα τα οποία είναι αυτονόητα»

Για να υπάρχει αυτό το εξαιρετικό αποτέλεσμα. Στην ουσία καταργήθηκε ένα μίνιμουμ που επέτρεπε στους ηθοποιούς να δουλεύουν στη δουλειά τους με ένα στοιχειωδέστατο εισόδημα. Αυτό τώρα είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει.  Η τέχνη, το θέατρο, είναι μια αγορά πολύ ζωντανή σήμερα, ένα κύτταρο πολύ μεγαλύτερο και ζωντανότερο από αυτό του ’70, όπου αυτά ήταν ανήκουστα. Υπάρχει ένας θεατρικός οργασμός για τον οποίο δε μπορούμε να αδιαφορήσουμε.

Δεν έχω καμία ελπίδα ότι θα επιστρέψουν οι επιχορηγήσεις, κόβουν πράγματα τα οποία είναι αυτονόητα, πριμοδοτώντας μια ελεύθερη μόνο αγορά, με ό,τι αυτό σημαίνει. Και αυτή είναι δυστυχώς μια πολιτική και της δεξιάς και της αριστεράς, ακόμα και αν δεν είναι συνειδητή. Η αριστερά δεν είχε σχέση με αυτούς τους ανθρώπους του πολιτισμού, οι άνθρωποι του πολιτισμού είχαν σχέση με την αριστερά, ενώ η δεξιά δεν είχε ποτέ σχέση,  ήταν εκ πεποιθήσεως ακαλλιέργητη. Με τους κρατούντες δε νομίζω να μπορούμε να συζητήσουμε, δεν έχουν ιδέα για το ζωντανό πολιτισμό, ούτε ενδιαφέρονται να μάθουν. Φάνηκε αυτό με την υπόθεση Φαμπρ. Η πλήρης τους άγνοια.

Θωμάς Μοσχόπουλος, σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Πόρτα

© Νίκος Κατσαρός

Μπορεί να πει κανείς ότι στις επιχορηγήσεις τα τελευταία χρόνια υπήρχε μια ύπνωση ή ήταν κάτι σαν αυτόματος πιλότος. Από εκεί φτάσαμε στο άλλο άκρο. Μαζί με τις επιχορηγήσεις καταργήθηκε οποιοδήποτε πεδίο έρευνας ή δοκιμής.

Νομίζω ότι στη χώρα της ουτοπίας πρέπει να υπάρχει ένα πλαίσιο πολιτιστικής πολιτικής ξεκάθαρο και μακροχρόνιο, με πολύ ευδιάκριτα και διάφανα στοιχεία, που υποστηρίζει και υπογραμμίζει η πολιτική εξουσία. Να ορίζει τι είναι ενδιαφέρον με το μεγαλύτερο αντικειμενικό χαρακτήρα και να υπάρχει  μια ορθολογική βάση με αντικειμενικά κριτήρια, τεκμηριωμένη. Τα λέω αυτά που μοιάζουν αδιανόητα, σε μια χώρα που δεν υπάρχει πρόβλεψη για θέματα πολύ πιο άμεσα όπως η υγεία ή η παιδεία, στις πρωτογενείς εκφάνσεις της ζωής.

«Αν η τέχνη έχει ανάγκη μόνο τις επιχορηγήσεις για να υπάρξει, σημαίνει ότι είναι πολύ ευάλωτη»

Να το ζητάς αυτό στον πολιτισμό είναι μια ουτοπία αδιανόητη. Έτσι βαδίζουμε με μια επιδερμική πολιτική.

Σήμερα είναι απαραίτητο να κοιταχτούν οι δομές σε πολύ άμεση και πρακτική βάση για έναν πολιτισμό πιο δομημένο και με στόχευση. Ο υποκειμενισμός του ποιος είναι καλλιτέχνης και πώς εκφράζεται είναι αναγκαίο να συνδεθεί με έναν αντικειμενικό χαρακτήρα ως κοινωνική ανάγκη. Αν η τέχνη έχει ανάγκη μόνο τις επιχορηγήσεις για να υπάρξει σημαίνει ότι είναι πολύ ευάλωτη. Είναι μια συνθήκη θερμοκηπίου. Η τέχνη θα βρει τρόπο να εκφράζεται έτσι ή αλλιώς. Όμως η σχέση της με την πολιτεία της δίνει μια αίσθηση πολιτισμού. Το πλαίσιο είναι το απαραίτητο σήμερα, αυτό που θα ενθαρρύνει την τέχνη προκειμένου να υπάρξει και να είναι τέτοιο, που να μπορεί να υποστηρίξει και μια τάση αντίθετη. Η σχέση του πολίτη με την τέχνη είναι ο πολιτισμός και εκεί χρειάζεται βοήθεια. Κοινωνική μέριμνα όπως η υγεία, η παιδεία. Χρειαζόμαστε μια ακαδημία θεάτρου, δεν διαθέτουμε τα προφανή, οπότε η συζήτηση δεν έχει για μένα καμία σημασία.

Γρηγόρης Ιωαννίδης, κριτικός θεάτρου στην Εφημερίδα των Συντακτών

Ας παραδεχθούμε κάτι: Οι «επιχορηγήσεις» υπήρξαν μεταπολεμικά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο πλέον επιτυχημένος τρόπος κεντρικής ενίσχυσης της καλλιτεχνικής πράξης. Ωστόσο, το αποτέλεσμά τους δεν ήταν πάντα το ίδιο: στις χώρες όπου η ενίσχυση συνοδεύεται από μια ορθολογική και υπεύθυνη οργάνωση, αλλά και από μια γενικότερη συνεργατική κουλτούρα, οι επιχορηγήσεις οδήγησαν στην πρόοδο. Αλλού, οδήγησαν σε μια στρατιά κρατικοδίαιτων καλλιτεχνών, που ακολουθούσαν τα όποια κριτήρια έθετε κάθε φορά το Υπουργείο για να λάβουν την αμοιβή τους.

Το πρόβλημα είναι πως όταν ξεκινούν οι επιχορηγήσεις, ακολουθούν σχεδόν νομοτελειακά ένα δρόμο εντροπίας: σταδιακά -και με σταθερό τρόπο- απλώνονται από τις πρώτες «σφικτές» επιλογές σε ολοένα και περισσότερους, υποχωρώντας ολοένα στις πιέσεις, εξυπηρετώντας ένα ολοένα και ευρύτερο κοινό «επιλαχόντων». Απαιτείται επομένως συνεχής έλεγχος των κριτηρίων και του θεσμικού πλαισίου στήριξης της Καλλιτεχνικής Πράξης.

«Οι επιχορηγήσεις ασκούν τον πιο αποτελεσματικό (κρατικό) έλεγχο στην καλλιτεχνία κάθε χώρας»

Ένα άλλο πολύ σημαντικό που πρέπει να γνωρίζουμε σχετικά με τις επιχορηγήσεις είναι ότι ασκούν τον πιο αποτελεσματικό (κρατικό) έλεγχο στην καλλιτεχνία κάθε χώρας. Με άλλα λόγια, είναι το αποτελεσματικότερο εργαλείο πολιτιστικής παρέμβασης στο χώρο του θεάτρου. Η μέθοδος είναι απλή: Τα προς πλήρωση κριτήρια ανάγονται αυτόματα σε άξονες ανάπτυξης και προσανατολισμού του θεάτρου.

Τελικά: Πρέπει να δούμε -και να καταλήξουμε- το πώς φανταζόμαστε το ελληνικό θέατρο της επόμενης δεκαετίας. Και ύστερα να θεσπίσουμε κριτήρια-κίνητρα που θα μας οδηγήσουν εκεί. Οι όποιες επιχορηγήσεις -είτε άμεσες, είτε έμμεσες, με την πριμοδότηση ας πούμε του θεατρικού χώρου- οφείλουν να υπηρετούν τη στρατηγική, το «όραμα» του ελληνικού θεάτρου του μέλλοντος. Μέχρι τότε θα μιλούμε μόνο για κατά περίπτωσιν χορηγίες, συνεργασίες κατ’ αποκοπήν, αναγκαστικές συμπράξεις ή συμμετοχές, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί μια σοβαρή (πειραματική, κυρίως) παραγωγή.

Βίκυ Μαραγκοπούλου, πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια του φεστιβάλ χορού Καλαμάτας

biku-maragkopoulou

Δεν έχουν φανεί ακόμα όλες οι συνέπειες από την κατάργηση των επιχορηγήσεων στους καλλιτέχνες και στις ανεξάρτητες ομάδες, που αποδεδειγμένα αποτελούν ένα από τα πιο ζωντανά κύτταρα του πολιτισμού μιας χώρας. Η επαναφορά των επιχορηγήσεων μέσα σε μια διαφορετική και ρεαλιστική συνθήκη, αποτελεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα μια βασική προϋπόθεση, για να υπάρξει και να συνεχίσει να αναπτύσσεται  η καλλιτεχνική δημιουργία και παράλληλα να μη φθαρεί και σταδιακά εκλείψει όλος αυτός ο δημιουργικός πλούτος που υπάρχει. Πόσο μάλλον όταν στην Ελλάδα  δεν υπάρχει ακόμη η γνώση και η εξοικείωση με τους  εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης και δεν έχει καν προχωρήσει η δυνατότητα φοροαπαλλαγής στις όποιες χορηγίες.

Βασική  προϋπόθεση, βέβαια, για την επαναφορά τους, είναι οι επιχορηγήσεις αυτές να δίνονται όχι πρόχειρα και προσχηματικά, εξυπηρετώντας μικροπολιτικές σκοπιμότητες, αλλά ύστερα από μελέτη σε βάθος των ειδικών συνθηκών και αναγκών, με στόχους μακροπρόθεσμους, τεκμηριωμένα και με αξιοκρατικά  κριτήρια από ανθρώπους με γνώση, κρίση και ήθος. Οι οργανισμοί, τα φεστιβάλ, τα ιδρύματα έχουν υποχρέωση να στηρίζουν την ελληνική δημιουργία, δεν μπορούν όμως  να υποκαταστήσουν το ρόλο και το λόγο της πολιτείας.

Η απουσία ή η έλλειψη συγκροτημένης πολιτικής και στρατηγικής για τις τέχνες και τον πολιτισμό παρουσιάζεται συνέχεια μπροστά μας και με διαφορετικούς τρόπους, υποχρεώνοντάς μας, σε αυτές τις κρίσιμες εποχές που ζούμε,  να αναζητούμε άμεσα και επιτακτικά τη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης πολιτικής για τον πολιτισμό. Όλα αυτά τα δυσάρεστα και αλλόκοτα γεγονότα στον πολιτισμό, που βιώνουμε, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό συνέπειες αυτής ακριβώς της κατάστασης. 

Γιώργος Βουδικλάρης, σκηνοθέτης, δημοσιογράφος

Το ζήτημα των επιχορηγήσεων δεν μπορούμε να το δούμε ανεξάρτητα από τη γενικότερη πολιτιστική πολιτική: εξαρτάται από το τι θέλουμε να επιτύχουμε. Αν πάντως έχουν την παραμικρή βαρύτητα τα κούφια λόγια που συνήθως ακούμε από όλες τις πλευρές προεκλογικά, περί του πολιτισμού ως βαριάς βιομηχανίας της χώρας, θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς καθόλου χρήματα.

«Ας βρούμε το μοντέλο που μας ταιριάζει και τις προτεραιότητες που θέλουμε να θέσουμε»

Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επανεφεύρει κανείς την πυρίτιδα για να βρει το πώς θα γίνει αυτό. Αρκεί να επιλέξει ένα επιτυχές μοντέλο χώρας του εξωτερικού και να το προσαρμόσει στα καθ’ ημάς. Ποιες χώρες επενδύουν στον πολιτισμό – ακόμα κι αν τα σχετικά κονδύλια έχουν μειωθεί δραματικά σε σχέση με το παρελθόν; Η Γαλλία. Η Γερμανία. Το (προσφάτως κατασυκοφαντημένο) Βέλγιο. Η Ολλανδία. Ας βρούμε το μοντέλο που μας ταιριάζει και τις προτεραιότητες που θέλουμε να θέσουμε: ενίσχυση των ταλαντούχων, υποσχόμενων νεανικών ομάδων; Έμφαση στην προβολή και διάδοση της ελληνικής τέχνης στο εξωτερικό; Βοήθεια στις επιτυχημένες και καταξιωμένες ομάδες ώστε να αποκτήσουν το δικό τους θέατρο; Επανίδρυση και ανεξαρτητοποίηση από τοπικές σκοπιμότητες των πολύπαθων περιφερειακών θεάτρων; Το υπουργείο που χαράσσει την πολιτική ας ιεραρχήσει τις ανάγκες και τις προτεραιότητές του. Τι είπα τώρα, ε;

Το μόνο σίγουρο είναι πως, αν το ελληνικό θέατρο γινόταν εξαγώγιμο προϊόν, θα μπορούσε να επιτύχει γρήγορα και σχετικώς ανέξοδα ένα σημαντικό στόχο: την αλλαγή της εικόνας που έχουν τα τελευταία χρόνια για τη χώρα μας οι κάτοικοι της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης… Αν κάποιος έχει να προτείνει έναν καλύτερο και φθηνότερο τρόπο να γίνει αυτό, θα ήθελα ευχαρίστως να τον ακούσω.